Yianna Yiannacou

...The One and Only...

La Luna Book 3 Translated to Greek by: Despina

Part 1
Κεφάλαιο 1: Πρώτη Μέρα

ΡΕΝΕΣΜΙ


Τα πράγματα επέστρεψαν πίσω στο κανονικό για εκατοστή φορά. Νιώθω ότι το λέω συνεχώς. Η ζωή μου είναι γεμάτη από εκπλήξεις και ενθουσιασμό. Κάποιες από αυτές ήταν καλές και άλλες ήταν – λοιπόν… ας μην μιλήσουμε για τις κακές. Δεν νομίζω να είχα περισσότερους από δύο ανιαρούς μήνες. Το να ζεις σαν μισός βρικόλακας και μισός θνητός είναι στα σίγουρα συναρπαστικό. Επίσης προσθέστε το γεγονός ότι το αγόρι μου είναι μισός λυκάνθρωπος και μισός άνθρωπος. Βάζει ακόμα περισσότερη αναταραχή στην τρελή μου ζωή. Δεν γνωρίζω άλλο τρόπο για να ζήσω. Και δεν θα ζητούσα να αλλάξω τίποτα. Εκείνα που συνέβησαν στη ζωή μου, έγιναν για κάποιο λόγο.


Εντάξει, υποθέτω ότι θα μπορούσα να αναφέρω τα κακά πράγματα τώρα. Πρώτα, με απήγαγαν και με πήραν στην Ιταλία. Το καλό που βγήκε από αυτό ήταν ότι ο Έντουαρντ έκανε ανακωχή με τον Άρο και δεν πρέπει να ανησυχούμε πια για τους Βολτούρι. Ένα άλλο κακό που μας έτυχε ήταν όταν απήγαγαν την Εσμί και την Άλις. Το καλό που βγήκε από αυτό ήταν ότι ο Κάρλαϊλ βρήκε τον χαμένο του αδερφό και έμαθε ότι ο μπαμπάς του ήταν ζωντανός. Έτσι θα μπορούσα να πω ότι στο τέλος άξιζε. Η μαμά μου πάντα πίστευε ότι εκείνη έφερνε κακή τύχη, αλλά εγώ δεν το πιστεύω αυτό.


Οι γονείς μου- ο Έντουαρντ και η Μπέλλα- έχουν κάνει όλα όσα ήταν στο χέρι τους για να με κάνουν χαρούμενη. Μου συμπεριφέρονταν σαν την μικρή τους πριγκίπισσα. Μπορεί να είναι αυστηροί κάποιες φορές, αλλά μπορώ να κάνω το δικό μου μαζί τους εύκολα. Ο μπαμπάς μου έχει μια γλυκύτατη καρδιά. Νομίζω ότι είμαι ένα από τα αδύνατα του σημεία. Κατ’ ακρίβεια, το ξέρω ότι είμαι ένα από τα αδύνατα του σημεία. Η μαμά μου προσπαθεί να είναι σκληρή μαζί μου αλλά και αυτή κάποτε γλιστράει. Όπως μια φορά που εγώ και ο μπαμπάς μου πήγαμε για κυνήγι. Η μαμά μου θέλει να τρώω συνηθισμένο, ανθρώπινο φαγητό, αλλά κάποτε μου αρέσει ο ενθουσιασμός του κυνηγιού. Επίσης, το αίμα δεν καθόλου άσχημο. ο πατέρας μου, μου είπε ότι θα είναι το μικρό μας μυστικό. Δεν ήταν αναγκαίο να μάθει για αυτό η μαμά. Αλλά έπρεπε να του υποσχεθώ ότι κάθε φορά που η μαμά θα με ανάγκαζε να φάω ανθρώπινο φαγητό, έπρεπε να το τρώω και να μην παραπονιέμαι.


Η θεία Ρόζαλι και ο θείος Έμμετ ήταν στα σίγουρα το κάτι άλλο. Ήταν τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους, και πάλι όπως τέλειοι ο ένας για τον άλλο. Η Ρόζαλι είναι πάντα αυτάρεσκη για όλα τα σχόλια που κάνει ο Έμμετ, αλλά όταν της χαμογελάει εκείνη λιώνει πάνω του. Η Ρόζαλι έχει μια εκπληκτική αίσθηση για τη μόδα και με βοηθάει να διαλέξω πράγματα όταν ζητήσω τη βοήθεια της. Ο Έμμετ προσπαθεί πάντα να με μάθει να μάχομαι. Οι γονείς μου όμως δεν ξέρουν για αυτό. Είναι κάτι που ελπίζω ότι δεν θα μάθουν. Δεν το σκεφτόμαστε όταν είμαστε κοντά στον μπαμπά μου. Είναι εύκολο να σκέφτεσαι για διαφορετικά πράγματα όταν είσαι βρικόλακας. Το μυαλό σου μπορεί να σκέφτεται 100 πράγματα την ίδια στιγμή και να μην εκραγεί.


Η άλλη μου θεία και θείος, η Άλις και ο Τζάσπερ, είναι οι αγαπημένοι μου. Δεν τους το λέω όμως. Είναι τα πιο χαριτωμένα άτομα που έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου. Ο Τζάσπερ ξέρει πότε να με ηρεμήσει και να με κάνει να νιώθω χαρούμενη τη σωστή στιγμή. Και ούτε το παρακάνει ποτέ. Η Άλις είναι σαν μια μπαλαρίνα. Είναι τόσο κομψή και ευγενική. Κατ’ ακρίβεια με πήρε σε μαθήματα μπαλέτου όταν ήμουν μικρή. Το θυμάμαι λες και ήταν χθες. Νομίζω ότι τεχνικά ήμουν περίπου ενός με δύο ετών. Αλλά στα αλήθεια, ήμουν περίπου τεσσάρων μηνών. Πιστεύω ότι όλοι ξέρουμε μέχρι τώρα πόσο γρήγορα μεγάλωσα. Σταμάτησα να μεγαλώνω όμως. Είμαι παγωμένη στην ηλικία των 18 νομίζω.


Τέλος πάντων, όταν η Άλις και εγώ πήγαμε στα μαθήματα μπαλέτου ήταν πολύ διασκεδαστικό. Όμως, κάναμε μόνο ένα μάθημα. Η τάξη ήταν για νήπια και εγώ είχα περισσότερη χάρη και από τη δασκάλα. Όλοι οι γονείς και οι δάσκαλοι ήταν σοκαρισμένοι και σκέφτονταν ότι υπήρχε κάτι αφύσικο πάνω μου. Έπρεπε να φοράμε ροζ καλσόν και μια ροζ φούστα μπαλέτου. Είχαμε τα μαλλιά μας πιασμένα σε κότσο με μια ροζ κορδέλα. Κάποιες από τις μπούκλες μου ξέφευγαν όμως και έπεφταν στο πλάι.


Όλες οι μπαλαρίνες ταλανίζονταν όταν στέκονταν στο ένα πόδι. Εγώ ήμουν εκεί στην άκρη με την Άλις, κάνοντας πιρουέτες και αναπηδώντας  από την μία άκρη του δωματίου στην άλλη. Η Άλις χειροκροτούσε όταν πηδούσα και χαζογελούσε ανεξέλεγκτα. Ο χορός ήταν τόσο φυσικός όσο και η αναπνοή για εμένα. Η Άλις σταμάτησε να χειροκροτεί και εγώ σταμάτησα να χορεύω. Την κοίταξα και την είδα να κοιτάζει τους άλλους στο δωμάτιο. Είχα την πλάτη μου γυρισμένη σε αυτούς. Γύρισα από την άλλη και τους είδα να είναι παγωμένοι κοιτάζοντας μας με τα στόμα τους ανοιχτό. Νομίζω καταλάβαμε και οι δύο ότι ήταν η στιγμή να φύγουμε. Η Άλις έπιασε το χέρι μου και φύγαμε και δεν επιστρέψαμε ποτέ.


Δεν θα μπορούσα επίσης να ξεχάσω ποτέ τον παππού μου Κάρλαϊλ και την γιαγιά μου Έσμι. Η Έσμι δεν μιλούσε πολύ. Δεν ήταν ότι ήταν ντροπαλή ή εσωστρεφής ή τίποτα άλλο · απλώς προτιμούσε να ακούει. Ήταν μια τέλεια ακροάτρια. Άκουγε και έβλεπε όλα μας τα προβλήματα. Ήξερε πώς να φτιάξει οποιαδήποτε κατάσταση πριν κάποιος από εμάς καταλάβει καν ότι υπήρχε πρόβλημα. Ήταν πολύ παρατηρητική. Επίσης ξεκίνησε ζωγραφική. Οι πίνακες που έβαλε στο νέο σπίτι ήταν πανέμορφοι. Ο παππούς Κάρλαϊλ ήταν γνώστης. Κάποτε έμπαινα κρυφά μέσα στο δωμάτιο του και κοίταζα όλα εκείνα τα βιβλία που είχε. Καθόμουν στο μεγάλο αναπαυτικό καναπέ που είχε και διάβαζα ενώ οι υπόλοιποι ήταν απασχολημένοι. Είχε πολύ περισσότερα βιβλία από εμένα και ζήλευα κάπως. Κάποιες φορές με έπιανε να τα διαβάζω αλλά δεν τον ένοιαζε. Ερχόταν και καθόταν δίπλα μου και διάβαζε από μέσα του. Κάποτε του έκανα ερωτήσεις και προσπαθούσε να μου εξηγήσει κάποια πράγματα. Κάποια τα καταλάβαινα, ενώ άλλα ήταν πολύ αλλόκοτα.


Τώρα άρχισα να γνωρίζω και τους νεότερους μου θείους στην οικογένεια· τον Νικολάι και τον Ελαϊτζάχ. Ο Ελαϊτζάχ είναι κάπως παράξενος αλλά παράλληλα αστείος, ενώ ο Νικολάι είναι ένας γλύκας. Όμως δεν μου αρέσει πολύ η σύζυγος του Ελαϊτζάχ, η Πανδώρα. Είναι πολύ ανατριχιαστική και μυρίζει αστεία.


Και φυσικά δεν θα μπορούσα να ξεχάσω τον άλλο μου παππού Τσάρλι. Θα μπορούσα να πω ότι είναι η πιο αγνή ψυχή που έχω γνωρίσει. Παριστάνει ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τους βρικόλακες· αλλά βαθιά μέσα του ξέρει τα πάντα. Δεν το κάνει μεγάλο θέμα και δεν το λέει σε κανένα. Θέλω να τον αγκαλιάσω σφιχτά. Το έκανα μια φορά με αποτέλεσμα να τραβηχτεί ένας μυς του. Ζήτησα συγνώμη αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να γελάει. Όμως δεν βλέπω την γιαγιά μου Ρενέ. Την είδα μόνο εκείνη τη φορά που μας έκανε έκπληξη με την επίσκεψη της. Μου λείπει. Ο Φιλ την κρατάει απασχολημένη με όλα τα ταξίδια. Μπορώ να πω ότι την αγαπάει πολύ όμως. Έχει την δική της ζωή και προχωράει το δικό της δρόμο. Δεν την κατηγορώ. Παρ’ όλα αυτά τηλεφωνάει καθημερινά, που είναι πολύ ευγενικό. Επίσης, ο μικρός της γιος Τζόσουα είναι πολύ χαριτωμένος. Όποτε τον έβλεπα εκείνη τη φορά που ήρθαν να μας επισκεφτούν, πάντα κρυβόταν πίσω από το παντελόνι του Φιλ. Μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν πολύ ντροπαλός.


Και αυτή είναι η οικογένεια μου για εσάς. Μαθαίνεις να τους αγαπάς. Ο καθένας τους είναι μοναδικός με τον τρόπο του.


Ξύπνησα γρήγορα αυτό το πρωινό, ώστε να μπορέσω να δω την χαραυγή. Ο Τζέικομπ κοιμόταν ακόμη και ο Μπίλι βρισκόταν στο σπίτι της Σους. Περπάτησα προς την παραλία. Κάθισα εκεί μόνη μου πάνω στις πέτρες, σκεφτόμενη απλώς τα πάντα. Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα τώρα. Μόλις έχω μετακόμισει στον Τζέικομπ. Αυτό τον έκανε ένα πολύ χαρούμενο κατασκηνωτή. Καθόμουν εκεί ενώ ο άνεμος έφερνε τις μπούκλες μου μπροστά στο πρόσωπο μου. Φορούσα λιπ-γκλος και έτσι τα μαλλιά μου κολλούσαν πάνω στα χείλη μου. Έφευγα την  μία τούφα, αλλά μια άλλη θα ερχόταν να κολλήσει. Στο τέλος παραιτήθηκα. Έκλεισα τα μάτια μου και άφησα τα μαλλιά μου να επιτεθούν στο πρόσωπο μου.


Το δέρμα μου άρχισε να ζεσταίνεται. Άνοιξα τα μάτια μου και να την – η χαραυγή. Έκανε το νερό να φαίνεται πορτοκαλί. Ήταν πανέμορφο. Ήταν κάτι που δεν θα συνήθιζα ποτέ μου. Η Φύση φαινόταν πάντα να με εκθαμβώνει.


Έπρεπε να ομολογήσω ότι αυτό το μέρος ήταν το αγαπημένο μου. Ο Τζέικομπ με έφερνε πάντα εδώ. Αλλά επίσης έφερνε πίσω παλιές  άσχημες αναμνήσεις. Έφερνε πίσω την άσχημη ανάμνηση της Λίας. Δεν θα μπορούσα ποτέ να βγάλω το διαβολικό της χαμόγελο από το μυαλό μου. Είχαν περάσει μόνο λίγοι μήνες από τότε που σχεδίασε να με φέρει εδώ. Οδήγησε τον Τζέικομπ σε ένα κυνήγι χίμαιρας μόνο και μόνο για να με έχει εδώ μόνη μου. Ήταν αυτή που έγραψε εκείνο το γράμμα για μένα, για να συναντήσω τον Τζέικομπ εδώ. Μόνο που δεν ήταν ο Τζέικομπ που εμφανίστηκε εδώ. Ήταν η Λία.


Κάθε φορά που ακούω ένα θόρυβο μέσα στο δάσος γυρίζω απότομα διότι φοβάμαι να δω τι θα βρω. Πάντα νιώθω σαν να με παρακολουθούν αλλά ξέρω ότι η Λία είναι πολύ μακριά από εδώ. Την απόκλεισαν από την αγέλη τους. Κανένας δεν ξέρει που πήγε. Πιθανότατα έχει πάει πολύ μακριά από εδώ τώρα. Ελπίζω να μην έρθει ποτέ της πίσω.


Ξαφνικά άκουσα ένα θόρυβο μέσα στο δάσος. Τι ήταν; Ακούστηκε σαν ένα κλαδί που πατήθηκε και έσπασε. Το άκουσα και πάλι αλλά αυτή τη φορά ήταν πιο κοντά. Οι θάμνοι άρχισαν να κινούνται. Σηκώθηκα πάνω και πήρα την αμυντική μου θέση. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα και οι παλάμες μου είχαν ιδρώσει. Κάτι πετάχτηκε πάνω από τους θάμνους. Ήμουν έτοιμη είτε να τρέξω, είτε να επιτεθώ. Ω- ήταν απλώς ένα μικρό λαγουδάκι. Κούνησα το κεφάλι μου από την ντροπή που είχα μέσα μου. Χαμογέλασα καθώς ο χτύπος της καρδιάς μου άρχισε να σταθεροποιείται.


Κοιτούσα την αυγή καθώς έτριβα τα χέρια μου. Φορούσα μια κοντομάνικη φανέλα και τα χέρια μου είχαν αρχίσει να κρυώνουν. Άρχισα να νιώθω λίγο μονάχη. Εύχομαι να μπορούσε να βρίσκεται εδώ ο Τζέικομπ, δίπλα μου αλλά ήξερα ότι ήταν κουρασμένος. Παρόλο που ξέρουμε ότι δεν έρχεται κάποιος κίνδυνος, πάντα κοιτούσαν για κάποιο κίνδυνο. Ποτέ δεν ξέρουμε πότε τυχαίοι βρικόλακες θα έρθουν στα απρόοπτα και θα προσπαθήσουν να επιτεθούν στην μικρή μας πόλη του Φορκς. Είμαι εδώ για να την προστατέψω και εγώ, αλλά όλοι οι λυκάνθρωποι γελάνε μαζί μου. Με θυμώνει κάπως αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω.


Αποφάσισα ότι ήταν ώρα να γυρίσω σπίτι. Ελπίζω να μην ξύπνησε ο Τζέικομπ και να φρίκαρε. Εάν το έκανε όμως, θα τον είχα ακούσει. Άρχισα να περπατώ προς το σπίτι και μακριά από την παραλία. Σταμάτησα όμως και έριξα μια τελευταία ματιά στην αυγή. Πάντα με έκανε να χαμογελώ. Καθώς απομακρυνόμουν κοίταξα μέσα στο δάσος. Ήξερα ότι δεν υπήρχε κανένας, αλλά δεν βλάπτει να ελέγξεις. Δεν θα εμπιστευτώ ποτέ ξανά αυτό το δάσος.


Άρχισα να περπατώ προς το σπίτι μου. Λοιπόν, άρχισα να περπατώ πίσω στο σπίτι του Τζέικομπ. Τώρα το φωνάζω σπίτι μου. Έχω πέντε σπίτια τώρα. Έχω δύο σπίτια στην Αλάσκα- των Ντενάλι και το καινούργιο που αγόρασαν οι γονείς μου- και τρία στο Φορκς, που είναι εκείνο του Τζέικομπ, του παππού Τσάρλι και το τεράστιο σπίτι των Κάλεν. Αυτό είναι κάπως αστείο. Έφτασα επιτέλους στην μικρή παράγκα, σπίτι του Τζέικομπ. Δεν ξέρω καν πως στέκεται ακόμα· εξαιτίας όλου αυτού του τεράστιου βάρους που έχει υποστεί για να μεταφερθούν όλοι αυτοί οι λυκάνθρωποι μέσα. Ξέρω ότι δεν είναι στ’ αλήθεια λυκάνθρωποι μέσα στο σπίτι· αλλά έχετε δει αυτούς τους ανθρώπους; Είναι τεράστιοι!


 Σήκωσα πάνω την άκρια ενός λασπωμένου στρώματος από το πάτωμα για να αποκαλύψω ένα κλειδί. Είμαι η μόνη που κλειδώνει τις πόρτες. Με τον τρόπο που σκέφτονται, εκπλήσσομαι που έχουν καν πόρτα. Η οικογένεια μου, όπως και η οικογένεια του Τζέικομπ πιστεύει ότι αν κάτι θα μπει μέσα στο σπίτι τους πρέπει να είναι αρκετά δυνατό για να σπάσει την πόρτα. Μπορούν να χειριστούν οτιδήποτε εμφανιστεί. Αλλά αυτό που σκέφτομαι εγώ είναι, τι και αν ένας βρικόλακας ή λυκάνθρωπος δεν προσπαθεί να μπει μέσα; Και αν είναι ένας κανονικός άνθρωπος που είναι στην διάθεση να κλέψει λίγα πράγματα; Για ακόμα μία φορά γέλασαν με τις κατηγορίες μου. Δεν ξέρω καν γιατί προσπαθώ.


Έβαλα το κλειδί στην κλειδαρότρυπα και το γύρισα. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω λίγη περισσότερη δύναμη αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί για χρόνια. Είναι εντάξει όμως. Είμαι δυνατή. Άνοιξα αργά την πόρτα. Έπρεπε να είμαι προσεχτική επειδή ήταν τόσο τριζάτο. Πρέπει να αγοράσω λίγο γράσο για αυτές τις ρεζές. Μπήκα μέσα περπατώντας στα δάκτυλα μου. Εκεί ήταν. Ο Τζέικομπ ήταν πάνω στον καναπέ. Ήταν σε τρομερή ανάγκη ενός νέου καναπέ. Αυτού εδώ είχαν χαλάσει τα ελατήρια του ουσιαστικά άγγιζε το πάτωμα. Ο Τζέικομπ ξάπλωνε στο στομάχι του. Είχε ένα χέρι και ένα πόδι να κρέμεται έξω από τον καναπέ. Πήγα κοντά του για να δω αν κοιμόταν. Ροχάλιζε εντάξει, έτσι υποθέτω ότι αυτό απάντησε στην ερώτηση μου. Το κεφάλι του ξάπλωνε πάνω στο μοναδικό μαξιλάρι που είχαν. Το στόμα του ήταν ανοιχτό πλατιά και είχε ένα τεράστιο δακτυλίδι με σάλια να το περιτριγυρίζει. Ένιωσα άσχημα για εκείνο το μαξιλάρι. Ο Τζέικομπ και ο Πολ άρχισαν να καυγαδίζουν μια φορά και ο Πολ κατέστρεψε το άλλο μαξιλάρι που είχαν. Ο Μπίλι ήταν εξοργισμένος μαζί του. Για αυτό και τώρα έχουν μόνο αυτό.


Ο Τζέικομπ με άφησε να κοιμάμαι στο δωμάτιο του. Του είπα ότι δεν με πειράζει να κοιμάμαι στον καναπέ. Θα με χωρούσε καλύτερα αλλά είπε ότι θα κοιμηθώ στο κρεβάτι του και ήταν τελικό. Υποθέτω πως γίνεται ό,τι λέει αυτός. Δεν υπήρχε να μαλώσεις για αυτό. Έγειρα το κεφάλι μου για να κοιτάξω την πόρτα του δωματίου μου. Δεν ήθελα να πάω στο δωμάτιο μου. Το κρεβάτι ήταν φτιαγμένο και δεν υπήρχε λόγος να πάω μέχρι εκεί και να κοιμηθώ για δύο ώρες. Η καλύτερη ιδέα είναι να κοιμηθώ εδώ με τον Τζέικομπ· παρόλο που δεν ξέρω που θα χωρέσω. Σκέφτηκα ότι θα στρίμωχνα τον εαυτό μου κάπου.


Πετάχτηκα πάνω στον καναπέ πάνω στον Τζέικομπ. Ήμουν πολύ ελαφριά, έτσι δεν νομίζω να το κατάλαβε. Στριμώχθηκα στο πίσω μέρος του καναπέ, σπρώχνοντας κατά λάθος τον Τζέικομπ έξω από τον καναπέ.


Μου κόπηκε αναπνοή, κάλυψα το στόμα μου για να κρύψω το χαμόγελο μου και ψιθύρισα.


«Ουπς. Τζέικι, συγνώμη.» Ένιωθα άσχημα αλλά ήταν και κάπως αστεία την ίδια στιγμή.


«Χα; «Όου, τι έγινε;» Δεν άνοιξε καν τα μάτια του. Υποθέτω ο μόνος λόγος που ήξερε ότι ήμουν εγώ ήταν επειδή μπορούσε να μυρίσει την μυρωδιά μου. Κράτησα μέσα μου τα γελάκια.


Κάθισα και πήγα στο πλάι, ώστε να μπορέσει να ξαπλώσει ο Τζέικομπ από μέσα. Ξάπλωσε στο πλάι του με την πλάτη του ενάντια στον καναπέ. Ξάπλωσε εκεί με το χέρι του να αιωρείται στον αέρα. Υποθέτω περίμενε εμένα να ξαπλώσω από κάτω του. Έτσι αυτό ακριβώς έκανα. Μόλις ξάπλωσα δίπλα του, με την πλάτη μου γυρισμένη σε αυτόν, το χέρι του ήρθε κλείνοντας κάτω και έσφιξε γύρω από το πλευρό μου. Ήταν λίγο υπερβολικά  σφιχτό όμως. Έπρεπε να τραβήξω το χέρι του λίγο και μετά ήταν τέλειο. Ο Τζέικομπ αποκοιμήθηκε αμέσως. Μπορούσα να νιώσω την αναπνοή του στον λαιμό μου. Με έκανε να ανατριχιάσω. Κοίταξα κάτω στο χέρι μου και οι τρίχες μου είχαν σηκωθεί. Ο Τζέικομπ ψιθύρισε το όνομα μου, πράγμα που κάνει συχνά. Αυτή είναι συνήθως η ατάκα μου για να κοιμηθώ. Έκλεισα τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα.


***


«Ρενεσμί, σήκω πάνω! Θα αργήσουμε!»


Υποθέτω αποκοιμηθήκαμε. Άνοιξα τα μάτια μου και κάθισα. Έβγαλα ένα τεράστιο χασμουρητό. Τέντωσα τα χέρια μου όσο πιο μακριά μπορούσαν να πάνε στον αέρα. Υποθέτω δεν θα έπρεπε να σηκωθώ στην ανατολή του ήλιου. Δεν με νοιάζει. Το άξιζε στα αλήθεια. Κοίταξα τον Τζέικομπ. Έτρεχε μπροστά και πίσω μέσα στο σπίτι του γυρεύοντας για κάτι να φορέσει. Βρήκε ένα σκισμένο τζιν – φυσικά- και το φόρεσε ενώ έτρεχε πηδώντας στο ένα πόδι για να βρει μια φανέλα. Γέλασα μαζί του και ετοιμάστηκα.


Έβαλα την αγαπημένη μου λιλά φούστα που μου αγόρασε η θεία Άλις, μαζί με την ζακέτα που μου αγόρασε η θεία Ρόζαλι. Φόρεσα τις πλατφόρμες μου βγήκαμε από την πόρτα. Τρέξαμε. Τα ψηλοτάκουνα δεν επηρέασαν καθόλου το τρέξιμο μου.


Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη να πάω σχολείο. Θα ήταν τόσο διασκεδαστικό. Δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μην χαμογελάσω και ο Τζέικομπ αντιλήφθηκε τη διάθεση που είχα.


«Δεν ξέρω γιατί είσαι τόσο ενθουσιασμένη. Πάμε σχολείο. Είναι πολύ βαρετό.» Ο Τζέικομπ ακουγόταν σίγουρος για τον εαυτό του.


«Το ξέρω αλλά δεν έχω πάει ποτέ μου και πιστεύω ότι θα είναι πολύ διασκεδαστικό. Μαθαίνουμε τόσα νέα πράγματα. Δεν είναι συναρπαστικό αυτό;»


Ο Τζέικομπ μου στριφογύρισε τα μάτια του.


«Ναι… συναρπαστικό.»


Άρχισα να γελάω. Δεν με ένοιαζε εάν ο Τζέικομπ δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένος όπως εμένα. Δεν θα το άφηνα αυτό να μου καταστρέψει τη διάθεση. Κοίταξα απλώς ίσια μπροστά μου και τον αγνόησα. Ήταν τόσο αστείος.


Μπορούσα να δω το σχολείο από μακριά. Ήμουν έτοιμη. Επιβραδύναμε ελπίζοντας ότι δεν θα μας έπιανε κάποιος να τρέχουμε τόσο γρήγορα. Αυτό θα ήταν πολύ διασκεδαστικό. Θα θυμόμουν την πρώτη μου μέρα στο σχολείο για την υπόλοιπη μου ζωή.

 

Κεφάλαιο 2: Φρικτή Μέρα

Περπατήσαμε μαζί προς το σχολείο. Είχε το χέρι του γύρω μου. Ήταν μεγαλύτερο από το βάρος του κορμιού μου. Είναι καλό που έχω λίγη από τη δύναμη ενός βρικόλακα, διαφορετικά το χέρι του θα με σύνθλιβε αυτή τη στιγμή. Σταμάτησα να περπατώ και άρχισα να κοιτάζω γύρω μου. Υπήρχαν τόσα πολλά παιδιά εδώ στο σχολείο. Έμπαιναν όλα μέσα. Δεν το ήξερα ότι υπήρχαν τόσοι πολλοί που δεν γνώριζα.


Κοίταζα το σχολείο και άρχισα να έχω πεταλούδες στο στομάχι μου. Όλη η αυτοπεποίθηση που είχα για το να έρθω στο σχολείο έχει χαθεί.


Ο Τζέικομπ ψιθύρισε στο αυτί μου.


«Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.» Έσπρωξε το κεφάλι μου με το δικό του, καθώς ακούσαμε και οι δύο το κουδούνι να χτυπάει.


Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο με το στόμα ανοιχτό. Υποθέτω ότι θα φτάναμε αργοπορημένοι. Όλοι είχαν χαθεί, έτσι σκεφτήκαμε ότι θα ήταν εντάξει να τρέξουμε γρήγορα. Φτάσαμε μέσα στο τρίτο κουδούνι. Τρέξαμε στην τάξη μας μόλις χτύπησε το τελευταίο κουδούνι. Φτάσαμε έγκαιρα.


Η μύτη μου με γαργάλισε μόλις πέρασα την πόρτα. Έπρεπε να καθίσουμε μπροστά, αφού όλες οι πίσω θέσεις είχαν πιαστεί. Δεν με πειράζει υποθέτω, αλλά ο Τζέικομπ μισούσε να κάθεται μπροστά. Σούφρωσε τα χείλη του και κάθισε δίπλα μου.


Ο καθηγητής άρχισε το μάθημα. Έψαξα μέσα στην τσάντα μου και έπιασα το κλασέρ μου. Είχε ήδη χαρτί μέσα του. Η Άλις με βοήθησε να προετοιμαστώ για ό,τι θα χρειαζόμουν. Είχα μια μικρή κασετίνα γεμάτη με πένες, μολύβια και γόμες. Μου αγόρασε μια αριθμομηχανή και ένα μάτσο άλλα πράγματα που δεν είμαι καν σίγουρη αν θα τα χρησιμοποιήσω.


Ήμασταν στο μάθημα των αγγλικών και το όνομα του καθηγητή μας ήταν Κ.Γουντ. Γραφτήκαμε στο δέκατο έτος αφού δεν θέλαμε να μπούμε στο ένατο. Ο Τζέικομπ ένιωθε ότι ήταν εξυπνότερος από αυτό και εγώ το ίδιο.


Ο καθηγητής εξήγησε μερικούς κανόνες στην πρώτη μισή ώρα. Μετά έπιασε τα βιβλία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας και άρχισε να τα μοιράζει στην τάξη. Ο Τζέικομπ και εγώ πήραμε ο καθένας το δικό του αλλά κάποιοι μαθητές έπρεπε να το μοιραστούν. Το σχολείο δεν είχε αρκετά για όλη την τάξη. Τα βιβλία έμοιαζαν τουλάχιστον 10 χρόνων ή ακόμα και μεγαλύτερα. Κάποιες από τις σελίδες ήταν κομμένες και είχαν πάνω γραμμένα. Ο Τζέικομπ έπιασε το βιβλίο μου για να το κοιτάξει. Μετά περιεργάστηκε το δικό του. Δεν ήξερα τι έκανε. Έδωσε το ένα στα δύο άτομα πίσω μας. Μοιράζονταν ένα βιβλίο. Τους είπε ότι δεν χρειαζόταν το δικό του. Τον ευχαρίστησαν. Μετά ο Τζέικομπ σύρθηκε πιο κοντά μου.


«Δεν σε πειράζει να μοιραζόμαστε ένα, έτσι;» Χαμογέλασε με ένα διαβολικό χαμόγελο. Θα έκανε τα πάντα για να έρθει πιο κοντά μου μάλλον.


«Όχι, καθόλου», απάντησα.


Ο κύριος Γουντ έκλεισε την πόρτα και άρχισε να διαβάζει. Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ πάνω στις λέξεις αλλά η μύτη μου δεν σταματούσε να με γαργαλάει. Έδιωξα το αίσθημα. Μόλις το έκανα όμως ερχόταν πίσω αμέσως.


Τώρα με έκαιγε ο λαιμός μου. Διψούσα. Δεν μπορούσα να ελέγξω την πείνα μου. Αυτό δεν μου έχει τύχει ξανά! Δεν ήμουν ποτέ μου περιτριγυρισμένη από τόσους ανθρώπους. Ο μεγαλύτερος αριθμός ήταν τρεις –  το περισσότερο – αλλά η μυρωδιά τους καλυπτόταν είτε από βρικόλακες είτε από άλλους λυκάνθρωπους.


Ο χτύπος της καρδιάς μου ανέβηκε. Μπορούσα να τον ακούσω στα αυτιά μου. Άκουσα ένα βουητό στα αυτιά μου. Έμοιαζε λες και κάποιος είχε παίξει μουσική μπροστά στο πρόσωπο μου και τώρα έπρεπε να ξεπεράσω τις συνέπειες που έρχονται μετά. Δεν μπορούσα να ακούσω τον καθηγητή πια. Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να ηρεμίσω. Δεν δούλεψε. Η αναπνοή μου βάρυνε. Έπρεπε να ελέγξω τον εαυτό μου με κάποιο τρόπο!


«Νέσσι, είσαι καλά;», ψιθύρισε ο Τζέικομπ στο αυτί μου.


Τα μάτια μου ήταν ακόμη κλειστά. Χωρίς την αίσθηση της όρασης, η αίσθηση της ακοής μου έγινε 100 φορές δυνατότερη. Μπορούσα να τους ακούσω όλους να αναπνέουν. Μπορούσα να ακούσω τις καρδιές τους να χτυπάνε. Υπήρχαν τουλάχιστον 20 μαθητές μέσα στο δωμάτιο. Μπορούσα να επικεντρωθώ στην κάθε μια ξεχωριστά. Μπορούσα επίσης να τις ακούσω όλες μαζί. Γινόταν όλο και πιο δυνατό. Με τρέλαινε. Συνεχώς έπιανα το λαιμό μου και τον έγδερνα από έξω. Δεν βοήθησε όμως. Όσο πιο δυνατά έθαβα τα νύχια μου μέσα στο λαιμό μου, τόσο πιο πολύ σκεφτόμουν τον πόνο. Ήταν ο πόνος του καψίματος από την δίψα και ο πόνος που υπέβαλλα στον τον εαυτό μου γδέρνοντας το λαιμό μου. Με πονούσε πάρα πολύ αλλά δεν με ένοιαζε.


Σκέφτηκα να κρατήσω την αναπνοή μου. Πήρα την βαθύτερη αναπνοή που μπορούσα να κρατήσω. Όμως δεν δούλεψε καθόλου. Πήρα απλώς μια μεγάλη ρουφηξιά με την μυρωδιά όλων. Κοίταξα γύρω μου. Υπήρχε αυτό το αγόρι που καθόταν δίπλα μου στο άλλο θρανίο. Μπορούσα να δω την φλέβα στο λαιμό του να  πάλλεται. Παλλόταν με γλυκό, νοστιμότατο αίμα. Άρπαξα το θρανίο μου και  έθαψα τα νύχια μου μέσα του. Το μέτωπο μου άρχισε να ιδρώνει.


Όλο αυτό το διάστημα ο Τζέικομπ με έβλεπε.


«Ρενεσμί;» έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου.


Μόλις με άγγιξε, πετάχτηκα πάνω από τη θέση μου και έτρεξα έξω από την τάξη. Έπρεπε να φύγω από εκεί.


«Με συγχωρείς! Έι! Έλα πίσω! Που πας;» Μπορούσα να ακούσω τον καθηγητή να φωνάζει ενώ έτρεχα κάτω στο διάδρομο.


Δεν κοίταξα καν πίσω μου. Έτρεξα μέχρι έξω και μέσα στο δάσος. Άφησα όλες μου τις τσάντες και τα βιβλία στην τάξη. Κάθισα κάτω πάνω σε ένα κούτσουρο δέντρου. Δεν μπορούσα να κρατηθώ ακίνητη όμως. Η επιθυμία να τρέξω πίσω στην τάξη και να ταϊστώ ήταν πολύ δυνατή. Έτσι άρχισα να περπατώ. Δεν ήξερα που πήγαινα αλλά έπρεπε να απομακρυνθώ. Έπρεπε να πάω πολύ μακριά από το σχολείο.


Έτρεξα για λίγα μίλια. Έτρεξα πάνω σε ένα τεράστιο δέντρο. Ο κορμός ήταν τουλάχιστον 4 φορές όσο εγώ σε μέγεθος. Έτρεξα πάνω του και το αγκάλιασα. Τέντωσα τα χέρια μου όσο πιο πολύ μπορούσα γύρω του. Έβαλα τη μύτη μου πάνω στο φλοιό και εισέπνευσα βαθιά. Η μυρωδιά του χώματος, του βρύου και του εδάφους γέμισε τη μύτη και τους πνεύμονες μου. Μύριζε τόσο ωραία. Γύρισα από την άλλη τώρα, με την πλάτη μου ενάντια στο δέντρο. Μύρισα τα ίχνη που άφησα. Δεν μύρισα κανένα άνθρωπο.


Γλίστρησα αργά κάτω και κάθισα στο έδαφος. Ο φλοιός έγδαρε την πλάτη μου. 

Το έδαφος ήταν λίγο υγρό αλλά δεν με ένοιαζε. Θα εξηγούσα τα λερωμένα μου ρούχα στην Άλις αργότερα. Πιθανότατα δεν θα την ένοιαζε καν. Δεν θα ήθελε να φοράω τα ίδια ρούχα δύο φορές ούτος ή άλλως έτσι δεν πείραζε.


Δεν το πιστεύω ότι μόλις έγινε αυτό. Ήμουν έτοιμη να ταϊστώ από ένα από εκείνους τους ανθρώπους. Το ένστικτο μου, μου έλεγε να επιτεθώ. Επιθέσου! Επιθέσου! Επιθέσου! Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ μου έτσι.


Σκούπισα τον ιδρώτα από το μέτωπο μου. Τι θα γινόταν εάν επιτιθόμουν σε κάποιο; Θα είχα καταδικάσει την οικογένεια μου. Θα ήμουν κυνηγημένη. Η ζωή μου θα είχε τελειώσει. Άφησα το κεφάλι μου να πέσει μέσα στα χέρια μου. Όλο το στρες και ο θυμός εξαφανίστηκε από μέσα μου. Το μόνο που μπορούσα να νιώσω ήταν φόβος. Άρχισα να κλαίω. Δάκρυσα κυλούσαν πάνω στο πρόσωπο μου. Παρέμεναν για λίγο πάνω στο πιγούνι μου και μετά έπεφταν στο έδαφος. Μπορούσα να τα ακούσω να χτυπούν στο έδαφος.


Ξαφνικά άκουσα κάποιον γύρω μου. Κάποιος ήταν εκεί μαζί μου. Σηκώθηκα αμέσως πάνω.


«Ποιος είναι εκεί; Παρακαλώ; Είναι κανένας εκεί;» είπα ενώ οσφραινόμουν.


Σκούπισα το πρόσωπο και τη μύτη μου και άκουσα προσεχτικά. Άκουσα κάποιο να γελάει. Ήταν ένα γέλιο κοριτσιού. Ακουγόταν λες και ερχόταν από παντού. Ερεύνησα την περιοχή γρήγορα και δεν είδα τίποτα. Κοίταξα στα αριστερά μου, στα δεξιά μου, ακόμα και πάνω. Αλλά και πάλι δεν είδα τίποτα.


Ξαφνικά ένιωσα κάποιον να βάζει το χέρι του πάνω στο  ώμο μου. Αναπήδησα και γύρισα.


«Ω, Τζέικ, εσύ είσαι!» είπα ενώ άρχισα να κλαίω και πάλι και βάζοντας τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του.


«Σσς. Είναι εντάξει. Μην ανησυχείς.» είπε ο Τζέικ ενώ κουνιόταν μπροστά και πίσω χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου.


«Δ-δ-δεν ξέρω τι ε-ε-έγινε.» Με τη βία μπορούσα να πω τις λέξεις στα ίσια. Έκλαιγα τόσο πολύ. «Ήμουν το-τόσο πεινασμένη και ήθελα το αίμα των συμμαθητών μας τόσο πο-πολύ.» Η φανέλα του είχε γεμίσει με τα δάκρυα μου.


«Λοιπόν μπορούμε να το διορθώσουμε αυτό. Τεχνικώς είναι ώρα για φαγητό τώρα. Είπα στον καθηγητή ότι ήσουν άρρωστη και κατάλαβε. Νόμισε ότι ήταν κάπως παράξενο το πώς πετάχτηκες έξω όμως. Αλλά μετά του είπα ότι είχες τάσεις για εμετό από το πρωί. Δεν θέλουμε να κάνεις εμετό μέσα στην τάξη, έτσι δεν είναι;» Άρχισε να γελάει. Ήταν ένα ήρεμο γέλιο όμως. Δεν με προσέβαλε. Με έκανε να γελάω λίγο.


«Εντάξει, αυτό είναι κ-καλό.» Σκούπισα το πρόσωπο μου με το μανίκι μου. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα και το πρόσωπο μου ήταν υγρό. Άρχισα να ηρεμώ όμως.


«Έλα, θα κυνηγήσουμε και μετά θα προσπαθήσουμε να πάμε πίσω στο σχολείο.» Σκούπισε το τελευταίο δάκρυ από το πρόσωπο μου και έπιασε το χέρι μου. Προσπαθούσε να με κάνει να νιώσω καλύτερα.


Τα χέρια του ήταν λερωμένα και σκληρά. Υπήρχαν κάποια πολύ σκληρά σημεία, που έκαναν το χέρι μου να έχει φαγούρα. Δεν με ένοιαζε καθόλου. Δεν με πείραζαν. Τα πρόσεξα, αλλά δεν με ένοιαξε.


«Εμ, περίμενε. Ήταν κάποιος άλλος μαζί σου; Άκουσα κάποιον να γελάει πριν έρθεις», ρώτησα.


«Όχι Ρενεσμί. Ήμουν μόνος. Ήμουν μόνο εγώ. Γιατί, έγινε κάτι;» Ο Τζέικομπ γύρισε για να με κοιτάξει στο πρόσωπο.


«Όχι. Όχι. Πιθανότατα ακούω πράγματα», είπα ψέματα. «Πάμε για κυνήγι.»


Ο Τζέικομπ συνέχισε να με κοιτάει. Δεν είπα τίποτα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, γύρισε ξανά μπροστά. Νόμιζα ότι θα με ρωτούσε κάτι. Χαίρομαι που δεν το έκανε.


Τρέξαμε μέχρι που βρήκαμε κάποιο ελάφι. Υπήρχε μόνο ένα. Δεν είχαμε χρόνο να βρούμε περισσότερα επειδή ξέραμε ότι έπρεπε να επιστρέψουμε στην τάξη σύντομα. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορούσαμε να βρούμε ζώα. Ήταν παράξενο. Ο Τζέικομπ είπε ότι θα μπορούσα να το είχα αυτό. Εξάλλου, εγώ ήμουν η διψασμένη εδώ.


Άφησα τα ένστικτα μου να με καταλάβουν. Όλα τα ανθρώπινα μου ένστικτα είχαν διαγραφεί τώρα. Ήμουν ένας διψασμένος ακέραιος βρικόλακας. Άφησα το χέρι του Τζέικομπ και πετάχτηκα πάνω στο ελάφι. Προσπάθησε να με πολεμήσει αλλά ήμουν πολύ δυνατότερη του. Έκλαψε και τα πίσω του πόδια συσπάστηκαν καθώς έχωσα τα δόντια μου μέσα στο λαιμό του. Μπορούσα να ακούσω ακόμα και το δέρμα του να σκίζεται από τα δόντια μου. Μπορούσα να νιώσω το ζεστό αίμα να κατακλύζει τις φλέβες μου. Η ζεστασιά του μου προκάλεσε ανατριχίλα. Το κάψιμο στο λαιμό μου έφυγε. Το αίμα μου έδωσε περισσότερη ενέργεια και με έκανε να νιώσω έτοιμη για οτιδήποτε. Συνέχισα να ρουφάω μέχρι που δεν υπήρχε τίποτα άλλο να ρουφήξω. Άφησα το ζώο τελείως στεγνό.


Σηκώθηκα πάνω και απομακρύνθηκα από το ζώο εντελώς ικανοποιημένη. Γύρισα προς τον Τζέικομπ καθώς τον είδα να μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο. Έφαγε το σώμα του ζώου. Απλώς τον παρακολουθούσα. Έφαγε τα πάντα από το δέρμα, στο κρέας, μέχρι ακόμα και τα κόκκαλα. Τα δόντια του μπορούσαν να σπάσουν τα πάντα.


Όταν τελείωσε μεταμορφώθηκε ξανά.


«Γουάου αυτό ήταν πολύ ευκολότερο και λιγότερο σε χάλι», είπε ο Τζέικομπ. «Εσύ θα το αφήνεις στεγνό από αίμα ενώ εγώ θα τρώω το κρέας. Τέλειο!»


«Χάχα. Είσαι τόσο αστείος. Δεν σου αρέσει το αίμα;»


«Μου αρέσει αλλά προτιμώ να τρώω απλώς το κρέας. Πάντα γεμίζω παντού με αίμα. Αλλά τώρα έχουμε μια νέα στρατηγική. Εσύ θα πίνεις το αίμα ενώ εγώ θα τρώω το σώμα μετά. Χωρίς ακαταστασία!» Ο Τζέικομπ άρχισε να γελάει. Κρατούσε το στομάχι του αφού γελούσε τόσο πολύ.  Ήχησε μέσα σε όλο το δάσος. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, παρά να γελάσω μαζί του.


«Ας πούμε ότι τελείωσε η μέρα. Ας πάμε σπίτι. Δεν χρειάζεται να πάμε πίσω στην τάξη.» Ο Τζέικομπ άλλαξε τη γνώμη του να πάμε πίσω στο μάθημα και άρχισε να περπατάει προς τον άλλο δρόμο.


«Ω, όχι όχι όχι. Θα πάμε πίσω στην τάξη. Δεν διψάω πια. Έλα.» Έπιασα το χέρι του και έπρεπε πάνω κάτω να τον τραβήξω για τον υπόλοιπο δρόμο. Γόγγυζε όλη την ώρα. Είναι τόσο μωρό.


Φτάσαμε πίσω στο σχολείο και έβαλα τον Τζέικομπ να πάει να πάρει την τσάντα μου από την προηγούμενη μας τάξη. Ήμουν υπερβολικά ντροπαλή για να πάω να την πάρω μόνη μου. Φτάσαμε στην ώρα μας για την τελευταία μας τάξη. Ήταν επιστήμη με την κυρία Κούπερ. Ήταν μια μικρή μαυρομάλλα γυναίκα με εξαιρετικά μεγάλα μάτια. Ήταν κρυμμένα πίσω από γυαλιά αλλά ήταν το πρώτο που πρόσεξα. Ήταν στ’ αλήθεια χαριτωμένη.


Φτάσαμε εκεί λίγο πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους μαθητές και υπήρχε ένα άδειο θρανίο στο πίσω μέρος. Ο Τζέικομπ έπιασε την πρώτη ευκαιρία και έτρεξε για τις δύο θέσεις. Χαμογελούσα και του κουνούσα το κεφάλι μου. Όταν έφτασα πιο κοντά εκείνος χτυπούσε την καρέκλα για να μου δείξει να καθίσω.


«Μπορώ να καθίσω εδώ;» Ρώτησα αστειευόμενη.


«Λοιπόν, περίμενα για την πιο όμορφη μου, εκπληκτική, ευγενική κοπέλα να έρθει, αλλά υποθέτω ότι μπορείς να πάρεις τη θέση της.» Ο Τζέικομπ γελούσε τόσο πλατιά.


Κάθισα κάτω και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.


Η τάξη άρχισε να γεμίζει τώρα. Το κουδούνι χτύπησε και η κυρία Κούπερ έκλεισε την πόρτα και άρχισε να μιλάει. Μοίρασε τα διδακτικά βιβλία. Τουλάχιστον αυτά τα βιβλία έμοιαζαν αρκετά αξιοπρεπή για να διαβαστούν. Φοβάμαι να ανοίξω τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα πάλι. Φοβάμαι ότι όλες οι σελίδες θα πέσουν. Πιθανότατα θα αγοράσω απλώς ένα καινούργιο.


Υπήρχε μια ομάδα από κοπέλες που κάθονταν απέναντι μας. Ο μόνος λόγος που τους έδωσα προσοχή ήταν επειδή ψιθύριζαν και κοίταζαν το θρανίο μου. Δεν ξέρω τί κοίταζαν όμως. Μπορούσα να ακούσω ό,τι έλεγαν.


«Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι κάθεται μαζί της.»


«Πρέπει να έρθει να καθίσει μαζί μας.»


«Γουάου, δες αυτά τα μπράτσα.»


«Είναι χαριτωμένη. Αλλά θα μπορούσε να βρει πολύ καλύτερη.»


Ήταν τέσσερεις και η κάθε μια τους είχε μία άσχημη παρατήρηση να προσθέσει. Πόσο λίγο ήξεραν ότι μπορούσα να ακούσω ό,τι έλεγαν. Όταν είσαι βρικόλακας, οι ψίθυροι δεν υπάρχουν.


Ξέρω ότι και ο Τζέικομπ μπορούσε να τις ακούσει. Τις κοίταξε με την άκρη του ματιού του. Δεν έμοιαζε ευχαριστημένος με εκείνα που έλεγαν. Έλεγαν τόσα πολλά μοχθηρά πράγματα για μένα. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να είναι τόσο κακόβουλοι; Δεν με ξέρουν καν. Προσπάθησα να τις αγνοήσω και να δώσω προσοχή στην καθηγήτρια. Αλλά ήταν λες και οι ψίθυροι τους ήταν κραυγές. Και έρχονταν κατευθείαν πάνω μου.


Ο Τζέικομπ είδε ότι με ενοχλούσε, έτσι έπιασε το χέρι μου και το κρατούσε. Φαίνεται ότι αυτό τις αναστάτωσε και έτσι γύρισαν μπροστά τους και άρχισαν να δίνουν προσοχή στην καθηγήτρια.


«Ευχαριστώ.», είπα κάτω από την αναπνοή μου. Ήξερα ότι με άκουσε. Μου έσφιξε το χέρι.


Το μάθημα πέρασε αργά. Η μία ώρα έμοιαζε σαν αιωνιότητα στα βιβλία μου. Ο Τζέικομπ κοιμόταν στο θρανίο δίπλα μου. Φυσικά, τι άλλο είναι καινούργιο; Τον σκούντηξα μεμονωμένα με τον αγκώνα μου. Σηκώθηκε πάνω και κοίταξε την ώρα. Βόγκηξε. Αυτή τη στιγμή ένιωθα ακριβώς όπως τον Τζέικομπ. Το μόνο που ήθελα ήταν να βγω έξω από αυτή την τάξη. Εκείνες οι κοπέλες άρχισαν να ψιθυρίζουν και πάλι. Δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν;


Μόλις χτύπησε το κουδούνι ο Τζέικομπ και εγώ ήμασταν οι πρώτοι που σηκωθήκαμε. Έπιασα την τσάντα μου και περπατήσαμε προς την πόρτα. Έπρεπε να περιμένουμε λίγο μέχρι να βγούμε αφού οι μαθητές γέμισαν την είσοδο. Εκείνες οι κοπέλες περπάτησαν δίπλα μου και με έσπρωξαν για να με βγάλουν από τον δρόμο τους. Με έσπρωξαν πολύ δυνατά. Θα είχα πέσει εάν ο Τζέικομπ δεν ήταν εκεί να με πιάσει.


«Έι, προσέχετε τι κάνετε!» τους φώναξε ο Τζέικομπ.


Εκείνες απλώς γέλασαν και περπάτησαν έξω από την τάξη. Ο Τζέικομπ ήταν έτοιμος να πάει από πίσω τους. Οι γροθιές του ήταν σφιχτές και φαινόταν θυμωμένος. Έπιασα το χέρι του και τον κράτησα πίσω.


«Είναι εντάξει. Απλώς άστο.» Δεν ήθελα να ξεκινήσω ένα καυγά. Δεν θα ήταν πολύ καλός, αυτό είναι σίγουρο.


Ήμασταν έξω από την ιδιοκτησία του σχολείου. Θέλαμε να πάμε σπίτι αλλά έπρεπε να τηρήσουμε την υπόσχεση μας στους γονείς μου. Τους υποσχεθήκαμε ότι θα πηγαίναμε καθημερινά μετά το σχολείο και θα κάναμε εκεί τις ασκήσεις για το σπίτι. Αυτός ήταν ένας από τους όρους για να μείνω με τον Τζέικομπ. Πιστεύω ότι ήταν πολύ δίκαιοι κανόνες όμως.


Τρέξαμε κατευθείαν στην Αλάσκα. Δεν είπα ούτε λέξη σε όλη μας τη διαδρομή μέχρι εκεί. Μας πήρε σχεδόν τρεις ώρες μέχρι να τρέξουμε ως εκεί. Ήθελα απλώς να τρέξω μέσα στο δωμάτιο μου και να συρθώ κάτω από το κρεβάτι μου. Τι άσχημη πρώτη μέρα στο σχολείο.

 

Κεφάλαιο 3: Δίκαιος Ιδιοκτήτης

Δεν το ήξερα ότι η πρώτη μου μέρα στο σχολείο θα ήταν η χειρότερη. Δεν είναι καθόλου όπως το είχα φανταστεί. Πίστευα ότι θα πήγαινα σε όλες μου τις τάξεις και θα λάτρευα το κάθε λεπτό που άκουγα και μάθαινα. Ο Τζέικομπ δεν σκέφτηκε τίποτα από όλα αυτά. Μου είπε απλώς να το αγνοήσω και ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Δεν συμφωνώ μαζί του. Δεν μπορώ απλώς να το αγνοήσω. Ποτέ στη ζωή μου δεν μου έχουν φερθεί με τέτοιο τρόπο. Δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν άνθρωποι σαν αυτές.


Δεν ήξερα αν έπρεπε να ήμουν λυπημένη ή θυμωμένη. Δεν ήμουν στ’ αλήθεια θυμωμένη ποτέ μου. Δεν κρατάω κακία συνήθως. Δεν θέλω να αρχίσω τώρα. Πιθανότατα συμπεριφέρθηκαν έτσι επειδή δεν με ήξεραν. Ίσως θα πρέπει να συστηθώ την επόμενη φορά. Όπως και να έχει, δεν έπρεπε να δράσουν έτσι.


Είχαμε φτάσει σχεδόν στο σπίτι των γονιών μου. Μπορούσα σχεδόν να το δω από μακριά τώρα. Καθώς φτάναμε πιο κοντά μπορούσα να δω κάποιον μέσα. Έφτασα στην μπροστινή πλευρά του σπιτιού και είδα τον μπαμπά μου να στέκεται έξω. Δεν σταμάτησα να τρέχω.


«Ρενεσμί, περίμενε!» είπε ο μπαμπάς μου καθώς με άρπαξε γύρω από τη μέση μου. Δεν με άφηνε.


Τα πόδια μου βρίσκονταν στον αέρα τώρα και προσπαθούσα να ελευθερωθώ από το κράτημα του. Άρχισα να κλαίω. Δεν μπορούσα να ελέγξω τα δάκρυα μου σήμερα. Κάτι ήταν λάθος μαζί μου. Δεν μου άρεσε.


«Άφησε με, μπαμπά! Σε παρακαλώ! Θέλω απλώς να μείνω μόνη μου τώρα!» Όσο σκληρά και αν προσπάθησα δεν μπορούσα να ελευθερωθώ από το κράτημα του. Συνέχισα να κλαίω.


«Γλυκιά μου, σε παρακαλώ μίλα μου. Ξέρω τι έγινε.» Με άφησε κάτω αλλά ακόμα κρατούσε και τα δύο μου χέρια.


Κοιτούσε μέσα στα μάτια μου. Εγώ όμως κοιτούσα αλλού. Ήξερα ότι τα μάτια μου ήταν υγρά και κόκκινα και δεν ήθελα να με δει έτσι επειδή ήξερα ότι θα τον πλήγωνε. Δεν ήθελα ούτε καν τον Τζέικομπ να με δει. Κοιτούσα επίσης και από την αντίθετη μεριά του Τζέικομπ. Στεκόταν εκεί δίπλα μας. Δεν ήξερε τι να κάνει.


«Θα τις κάνω να πληρώσουν. Κανένας δεν πειράζει τη Νέσσι έτσι. Ρενεσμί πες μου τι θες να κάνω και θα το κάνω.» Ο Τζέικομπ ήταν εξοργισμένος μαζί τους.


«Μπαμπά. Σε. Παρακαλώ. Απλά. Άσε. Με.» Είπα την κάθε λέξη αργά.


Άφησε τα χέρια μου και εγώ έτρεξα μέσα στο σπίτι και στο δωμάτιο μου. Μπορούσα να ακούσω τον μπαμπά και τον Τζέικομπ κάτω στο καθιστικό. Έθαψα το πρόσωπο μου μέσα στο μαξιλάρι και άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο. Τσίριξα όσο πιο δυνατά μπορούσα.


Μπορούσα να ακούσω τον Τζέικομπ και τον μπαμπά μου να μιλάνε κάτω. Προσπάθησα να κρατήσω τα δάκρυα μου για να τους ακούσω. Έκανε το στήθος μου να πονάει αλλά ήθελα να ακούσω τι έλεγαν. Προφανώς μιλούσαν για εμένα.


«Που είναι η Μπέλλα;» Άκουσα τον Τζέικομπ να ρωτάει.


«Πήγε για κυνήγι με την Άλις και τη Ρόζαλι. Θα πρέπει να επιστρέψουν σύντομα.»


«Υποθέτω ότι τα ξέρεις όλα, έτσι δεν είναι;»


«Ναι.»


«Ξέρεις από την επιθυμία να θέλει το αίμα των συμμαθητών της μέχρι εκείνες τις μοχθηρές κοπέλες στην τάξη;»


«Ναι. Ξέρω τα πάντα. Το ήξερα από τη στιγμή που γινόταν. Μπορώ να διαβάζω το μυαλό της Ρενεσμί συνεχώς. Η απόσταση δεν έχει σημασία όσο αφορά εκείνη. Όσο αφορά εσένα όμως, πρέπει να είμαστε σε κοντινή απόσταση. Αλλά υποθέτω ότι αφού είναι κόρη μου μπορώ να διαβάσω το μυαλό της ολοκάθαρα, ακόμα και όταν είστε στο Φορκς. Ήμουν έτοιμος να έρθω στο Φορκς αλλά μετά είδα ότι είχες τον έλεγχο.»


«Όου.» Ο Τζέικομπ σταμάτησε.


«Ναι. Είναι τόσο παράξενο. Δεν έλαβα ποτέ υπόψη μου το γεγονός ότι θα λαχταρούσε ανθρώπινο αίμα τόσο άσχημα. Το λάθος είναι δικό μου και θα έπρεπε να έδινα περισσότερη σημασία.»


«Όχι. Ήταν επειδή δεν είχε φάει. Αυτός είναι ο μόνος λόγος. Μετά που κυνήγησε ήταν καλά. Πρέπει απλώς να σιγουρευτούμε ότι θα τρώει πριν πάει στην τάξη.»


Άκουσα την πόρτα να ανοίγει και ήταν η μαμά μου. Άκουσα τον Έντουαρντ και τον Τζέικομπ να της εξηγούν τα πάντα και πριν μπορέσω να στηρίξω καν τον εαυτό μου βρισκόταν στο δωμάτιο μου και καθόταν στο κρεβάτι μου. Δεν είχα κλειδαριά στην πόρτα μου. Δεν υπήρχε σκοπός. Οι πόρτες των φυσιολογικών εφήβων έχουν κλειδαριές, επειδή εάν δεν θέλουν τους γονείς τους να ενοχλούν, απλά θα κλειδώσουν. Εάν εγώ κλείδωνα την πόρτα μου, οι γονείς μου απλώς θα την έσπαγαν. Χωρίς καθόλου προσπάθεια θα μπορούσα να προσθέσω. Κατά κάποιο τρόπο δεν το ήθελα όμως. Ξέρω ότι πάντα μπορούσα να γυρίσω στους γονείς μου για βοήθεια. Αλλά τώρα το μόνο που χρειαζόμουν ήταν λίγο χρόνο με ησυχία. Ο ήσυχος μου χρόνος είχε τελειώσει μόλις η μαμά μου μπήκε μέσα από την πόρτα.


Ο μπαμπάς και ο Τζέικομπ στέκονταν στην πόρτα. Παρακολουθούσαν απλώς. Υποθέτω ότι δεν ήθελαν να μπουν μέσα. Πίστευαν ότι η μαμά μου μπορούσε να το ελέγξει αυτό.


Βρέθηκε και πάλι στη μανιώδη της κατάσταση, ρωτώντας όσες περισσότερες ερωτήσεις μπορούσε με μια ανάσα. Η μαμά μου ανησυχούσε πάντα τόσο πολύ για μένα. Δεν χρειαζόταν αλλά υποθέτω είναι ένα μητρικό πράγμα και την αγαπώ για αυτό.


Της εξήγησα ό,τι έγινε. Εξήγησα πόσο διψασμένη ήμουν. Της είπα πως έτρεξα μέσα στο δάσος για να ξεφύγω και πως ήταν ο Τζέικομπ εκεί για να με ησυχάσει. Μετά της εξήγησα για τις κακόβουλες κοπέλες μέσα στην τάξη μου.


«Ρενεσμί, δεν θέλω να ανησυχείς για αυτές τις κοπέλες. Απλώς σε ζηλεύουν.» Μου έκλεισε το μάτι.


Το σκέφτηκα, και ξέρεις κάτι; Δεν θα το αφήσω να με ενοχλεί! Η μαμά μου είχε απόλυτο δίκαιο. Απλώς επειδή η μία από εκείνες τις κοπέλες ήταν κακιά μαζί μου, δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαι λυπημένη για αυτό. Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα στη ζωή, πολύ σημαντικότερα από ότι αυτές οι κοπέλες. Δεν θα χαραμίσω καν το χρόνο μου για αυτές. Ήμουν ακόμα λίγο φρικαρισμένη από όλο εκείνο το ‘όντας-εξαιρετικά-διψασμένη’ περιστατικό. Θα είμαι περισσότερο προσεχτική την επόμενη φορά.


«Ευχαριστώ μαμά. Έχεις δίκαιο. Δεν θα πρέπει να ανησυχώ για αυτές.» Συμφώνησα μαζί της.


«Εντάξει, αυτό είναι καλό. Υπάρχει κάτι άλλο που χρειάζεσαι; Έχεις καθόλου μαθήματα; Επειδή ξέρεις ότι ο μπαμπάς σου θα μπορούσε να σε βοηθήσει με αυτά.» Κοίταξε τον μπαμπά μου και άρχισε να γελάει. Στη μαμά μου δεν άρεσαν και τόσο πολύ τα μαθήματα. Υποθέτω ότι κάποια πράγματα από τον ανθρώπινο της εαυτό παρέμειναν.


«Δεν έχω καθόλου μαθήματα. Πήραμε ένα νέο βιβλίο σήμερα.» Έψαξα μέσα στην τσάντα μου και έβγαλα έξω τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Το έδειξα σε όλους. Ενώ τους το έδειχνα μια σελίδα έπεσε.


«Ουπς», είπα.


«Αυτό είναι για να το διαβάσετε ή για να το βασανίσετε;» είπε ο μπαμπάς μου με το ένα του φρύδι σηκωμένο.


Άρχισα να γελώ. Όλοι οι άλλοι με ακολούθησαν.


«Εντάξει, λοιπόν θα αφήσουμε εσάς τους δύο ώστε να αρχίσετε το διάβασμα. Εκπλήσσομαι που δεν έχεις ήδη διαβάσει τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα.» είπε η μαμά μου.


Περπάτησε προς την πόρτα καθώς ο μπαμπάς μου μετακινήθηκε στο πλάι σαν ένας τζέντλεμαν και την άφησε να περάσει. Μου χαμογέλασε και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Μπορούσα να ακούσω τους γονείς μου στο διάδρομο.


«Και βλέπεις- αυτός είναι ο τρόπος που γίνεται.» Η μαμά μου γελούσε καθώς τους άκουσα να κατεβαίνουν τις σκάλες.


Ο Τζέικομπ σύρθηκε πάνω στο κρεβάτι μαζί μου και ξάπλωσε πάνω στο μαξιλάρι.


«Εντάξει, είμαι έτοιμος να διαβάσω», είπε ο Τζέικομπ καθώς έβαλε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του και σταύρωσε τα πόδια του.


«Ναι, εννοείς ότι είναι ώρα για εμένα να διαβάσω-σε εσένα», τον διόρθωσα.


«Μμμ χμμ.» Έκλεισε τα μάτια του και με περίμενε να αρχίσω.


«ΣΑΜΨΩΝ:Γρηγόρη, μα την πίστιν μου ούτ' εγώ τρώγω άχυρα, ούτε συ!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Όχι βέβαια! μήπως είμεθα γαϊδούρια;

ΣΑΜΨΩΝ: Θέλω να ειπώ, αν μας θυμώσουν να πηδήσωμεν κατ'επάνω των.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Κύτταξε όμως να μη πηδάς πολλά παλούκια.

ΣΑΜΨΩΝ: Δεν αργώ να κτυπήσω, αν πάρω φωτιάν!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Αλλ' αργείς να πάρης φωτιάν, διά να κτυπήσης.

ΣΑΜΨΩΝ: Κι' ένα σκυλί από το σπίτι του Μοντέκη με φέρνει άνω κάτω!» διάβασα.


«Μιλάνε για σκυλιά;» ρώτησε ο Τζέικομπ καθώς το κεφάλι του έπεσε στο πλάι. Άρχισε να ροχαλίζει.


Τον αγνόησα και συνέχισα να διαβάζω. Ίσως θα υπνωτιστεί και το αναίσθητο του μυαλό θα θυμάται ό,τι ακούσει. Το αμφιβάλλω κάπως, αλλά δεν πειράζει να δοκιμάσεις. Διάβασα για περίπου δύο ώρες. Διάβασα πολύ-πολύ αργά ώστε ο Τζέικομπ να μπορέσει να καταλάβει. Και έτσι δεη&τελείωσα το βιβλίο σε μια νύχτα.


Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη να το διαβάσω. Συμφώνησα με αυτό που είπε πριν η μαμά μου. Το ότι ήταν έκπληκτη που δεν είχα διαβάσει ποτέ πριν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Ήταν τόσο συνηθισμένο βιβλίο και δεν το σκέφτηκα ποτέ μου καν. Ίσως ήταν επειδή διάβαζα πολύ μεγαλύτερη λογοτεχνία. Κανονικά διάβαζα βιβλία που δεν ήταν καν για την ηλικία μου.


Δεν με πείραζε καθόλου αυτό. Θα διάβαζα στον Τζέικομπ καθημερινά μετά το σχολείο ακριβώς εδώ στο κρεβάτι μου ενώ κοιμόταν.


Άρχισα να σκέφτομαι εκείνες τις κοπέλες και πάλι. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει αύριο. Αυτό θα είναι ενδιαφέρον. Δεν θα αφήσω τις λέξεις τους να με αγγίξουν αυτή τη φορά. Δεν μπορούν να με πληγώσουν. Έμαθα να τις αγνοώ πνευματικά. Ξέρω ότι δεν μπορούν να με πληγώσουν σωματικά. Εξάλλου είμαι μισή βρικόλακας. Μπορούσα να τις αναμετρηθώ οποιαδήποτε μέρα – παρόλο που δεν θα το ήθελα ποτέ.


Ο μπαμπάς μου ήρθε πάνω στο δωμάτιο μου και άνοιξε την πόρτα.


«Ρενεσμί, γλυκιά μου, όσο και να μας άρεσε να έμενες εδώ, νομίζω ότι είναι η στιγμή για εσένα και τον Τζέικομπ να κατευθυνθείτε σπίτι», είπε ο μπαμπάς. Φαινόταν να είναι σε πολύ καλή διάθεση. Εκείνος και η μαμά λάτρευαν τον χρόνο που είχαν μαζί τώρα. Δεν είχαν να ανησυχούν για κανένα να καταστρέφει την οικογένεια τους.


Συμφώνησα μαζί του καθώς σηκώθηκα πάνω και έβαλα τα πράγματα μου πίσω στην τσάντα μου. Ο μπαμπάς μου πήγε κάτω. Πήδηξα πάνω στον Τζέικομπ. Ήξερα ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να τον ξυπνήσω.


«Σήκω πάνω! Είναι ώρα να πάμε σπίτι!» Έφυγα από πάνω του για να τον αφήσω να σηκωθεί πάνω.


Αποχαιρετήσαμε τους γονείς μου που κάθονταν μπροστά στο τζάκι μιλώντας. Ήμασταν στο δρόμο για το σπίτι του Τζέικομπ.


Φτάσαμε πίσω στο σπίτι στην ώρα που προβλέψαμε.


Είδαμε τα φώτα αναμμένα. Αποφασίσαμε να σταματήσουμε από το σπίτι του Σαμ για λίγο μόνο για να πούμε ένα γεια. Δεν θα μέναμε για πολύ γιατί είχαμε σχολείο την επόμενη μέρα.


Μπήκαμε μέσα και είδαμε την Έμιλι, τον Σαμ, την Κλερ και τον Σεθ εκεί. Είπαμε γεια ο ένας στον άλλο.


Ο Σεθ ήρθε κοντά μου και μου έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά. Μας αγαπούσε εμάς τους βρικόλακες. Ρώτησε πως πάει η οικογένεια και μου είπε να τους πω ότι είπε γεια. Του λείψαμε τώρα που ήμασταν εκεί πάνω. Του είπα να μας επισκεφτεί κάποια μέρα. Δεν θα με πείραζε να τον έπαιρνα. Ούτε νομίζω ότι αυτόν θα τον πείραζε το τρέξιμο. Έτσι ήταν κανονισμένο. Ο Σεθ θα ερχόταν μαζί μας στην Αλάσκα μια μέρα.


Η Κλερ και ο Κουίλ κάθονταν στο τραπέζι μαζί με το Σαμ. Η Έμιλι έπλενε τα πιάτα. Μάλλον μόλις είχαν τελειώσει να τρώνε.


Η Έμιλι και ο Σαμ φαίνονταν το ίδιο. Η εμφάνιση του Σαμ ήταν κατανοητή. Η Έμιλι φαινόταν απλώς περισσότερο ώριμη. Προσπαθεί πολλά πράγματα για να μειώσει την εμφάνιση της ουλής της στο πρόσωπο. Έχει δουλέψει τις άκριες, αλλά η ουλή θα μείνει εκεί για πάντα. Κανένας δεν την προσέχει πια. Όλοι ξέρουν ότι είναι εκεί αλλά την αγνοούμε. Την αγαπάμε για αυτό που είναι εσωτερικά –όχι για αυτό που είναι εξωτερικά.


Η Κλερ ήταν γύρω στα είκοσι της τώρα. Ήταν πανέμορφη. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και ήταν πολύ λεπτοκαμωμένη. Έμοιαζε ότι μπορούσε να γίνει μοντέλο. Επίσης, είχε και ένα πανέμορφο χαμόγελο. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήταν στ’ αλήθεια χαρούμενη. Εκείνη και ο Κουίλ θα παντρεύονταν. Προσπαθούσαν να βρουν ποια μέρα τους άρεσε περισσότερο.


«Πως ήταν η πρώτη σου μέρα στο σχολείο;» με ρώτησε η Έμιλι καθώς κάθισα στο τραπέζι μαζί τους.


«Ήταν αρκετά καλή και απαίσια την ίδια στιγμή», απάντησα.


«Ωχ, όχι. Τι έγινε;» Η Έμιλι ήταν ανήσυχη. Είχαμε έρθει πολύ κοντά με τα χρόνια. Ήταν σαν αδερφή για εμένα.


Δεν ήθελα να ξέρουν όλοι έτσι σηκώθηκα πάνω και έβαλα το χέρι μου πάνω στο μάγουλο της. Της έδειξα τη δίψα μου και της έδειξα και εκείνα τα κορίτσια.


«Ω, γουάου. Σοβαρά. Αυτό είναι κάτι. Τις ξέρω αυτές τις κοπέλες! Της έχω δει εδώ γύρω κάποιες φορές. Φαίνονται πάντα ότι δεν έχουν το καλό στο μυαλό τους. Εάν σου προκαλέσουν κάποιο πρόβλημα, ειδοποίησε με. Θα έρθω εκεί και θα τις τακτοποιήσω. Δεν με νοιάζει πόσο νέες είναι. Εάν νομίζουν ότι θα σου μιλάνε έτσι και θα ξεφύγουν; Δεν το νομίζω!»


Η Έμιλι ανέβασε τη φωνή της. Ο Κουίλ και η Κλερ ήταν στον κόσμο τους τώρα, βρίσκοντας τις λεπτομέρειες για το γάμο τους. Δεν νομίζω ότι έδιναν καν προσοχή στο τι λέγαμε. Η Κλερ μιλούσε για τις διαφορετικές συνθέσεις λουλουδιών που ήθελε και πως θα τοποθετούνταν. Ήθελε τα πάντα να είναι τέλεια. Κοίταζα τον Κουίλ και τον είδα να σχηματίζει κάτι με το στόμα του στον Τζέικομπ.


«Βοήθησε με.»


Ο Τζέικομπ άρχισε να γελάει.


«Υπάρχει κάτι αστείο εδώ Τζέικομπ;» ρώτησε η Έμιλι. Νόμισε ότι ο Τζέικομπ γελούσε μαζί της.


«Όχι, όχι. Δεν γελούσα μαζί σου.» Ο Τζέικομπ σήκωσε πάνω τα χέρια του.


Ξαφνικά άκουσα μια φωνούλα να έρχεται προς εμάς από το άλλο δωμάτιο.


«Μανούλα, τι είναι όλη αυτή η φασαρία;» Ήταν η Μπριάνα.


Η Μπριάνα ήταν το παιδί της Έμιλι και του Σαμ. Έκαναν ένα και πίστευαν ότι ήταν αρκετό. Ήταν περισσότερο από χαρούμενοι που είχαν μόνο ένα παιδί. Ήταν μια χαρούμενη οικογένεια. Έμοιαζε τόσο πολύ στην Έμιλι- εκτός από την ουλή- αλλά είχε τα δυνατά μάτια του Σαμ. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι. Νομίζω ήταν γύρω στα 5.


Η Έμιλι κοίταξε τον Τζέικομπ.


«Κοίταξε τι έκανες. Ξύπνησες την Μπρι.» Γύρισε προς την Μπριάνα. «Έλα εδώ γλυκιά μου. Ας σε βάλουμε πίσω στο κρεβάτι.» Πήγε κοντά στην Μπριάνα, την πήρε πάνω της και την πήρε στο δωμάτιο της.


«Νομίζω ότι αυτό είναι το σύνθημα μου για να φύγω. Έλα Ρενεσμί. Θα επισκεφτούμε ξανά κάποια άλλη φορά.» είπε ο Τζέικομπ.


Συμφώνησα μαζί του και σηκώθηκα από τη θέση μου. Μας αποχαιρέτησαν και φύγαμε για το σπίτι του Τζέικομπ. Μόλις φτάσαμε στο σπίτι του όλα τα φώτα ήταν σβηστά. Μάλλον ο Μπίλι πήγε για ύπνο. Μπήκαμε μέσα και είδαμε ότι κοιμήθηκε στον καναπέ. Η αναπηρική του καρέκλα ήταν εκεί στο τέλος του καναπέ.


«Έι! Πήρε το κρεβάτι μου.» είπε ο Τζέικομπ ενώ έβαλε τα χέρια του πάνω στη μέση του.


«Σσς. Είσαι τόσο μωρό. Πήγαινε κοιμήσου στο δωμάτιο του», είπα ενώ έβαλα τα δάκτυλα μου πάνω στα χείλη του, δείχνοντας του να είναι ήσυχος. Δεν ήθελα να ξυπνήσω τον Μπίλι. Θα σεβόμουν το σπίτι του.


Άρχισα να περπατώ προς το δωμάτιο του Τζέικομπ.


«Νέσσι, περίμενε ένα δευτερόλεπτο!», είπε ο Τζέικομπ καθώς έτρεξε μέσα στο δωμάτιο του πριν από εμένα. Δεν ήξερα τι συνέβαινε, αλλά τον ακολούθησα.


Πήγε κοντά σε ένα κουτί που ήταν πάνω στο κομοδίνο του. Έπιασε κάτι από μέσα του και το κράτησε στο χέρι του. Δεν μπορούσα να δω τι ήταν όμως.


Ο Τζέικομπ ήρθε κοντά μου και μου είπε να κρατήσω τα μαλλιά μου. Ήμουν μπερδεμένη αλλά το έκανα ούτος ή άλλως. Πήγε πίσω μου και ξεκούμπωσε το περιδέραιο που φορούσα. Τον ρώτησα τι έκανε αλλά με αγνόησε. Κούνησε την αλυσίδα καθώς άκουσα κάτι να γλιστράει πάνω της. Έπιασε τα μαλλιά μου από τα χέρια μου και τα έβαλε απαλά πίσω στην πλάτη μου. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Κοίταξε στο στήθος μου και κράτησε στα δάκτυλα του αυτό που είχε βάλει πάνω στο περιδέραιο μου.


Κοίταξα κάτω για να δω τι ήταν. Δίπλα στο μενταγιόν που μου είχε αγοράσει η μαμά μου όταν ήμουν μωρό, ήταν ένα μικρός ξύλινος σκαλισμένος λύκος. Ήταν πανέμορφος.


«Τώρα αυτό ανήκει σε εσένα

 

Κεφάλαιο 4: Τρομακτικό

Το επόμενο πρωινό ξύπνησα ξαπλωμένη δίπλα στον Τζέικομπ. Μετά που μου έδωσε την φιγούρα πήγε στο δωμάτιο του Μπίλι για να κοιμηθεί. Όση ώρα ήταν πάνω στο κρεβάτι του Μπίλι, τον άκουγα να στριφογυρίζει πάνω του. Μάλλον δεν ήταν άνετα εκεί. Στο μέσο της νύχτας ήρθε ήσυχα μέσα στο δωμάτιο μου. Παρίστανα την κοιμισμένη. Σήκωσε τα καλύμματα και ξάπλωσε δίπλα μου. Ήρθε όσο πιο κοντά μου μπορούσε χωρίς να με αγγίξει. Υποθέτω ότι δεν ήθελε να με ξυπνήσει – που να ήξερε όμως.


Για ακόμα μια φορά έπρεπε να τον ταρακουνήσω με όλη μου τη δύναμη για να τον ξυπνήσω. Την πρώτη μέρα του σχολείου έπρεπε να τον ξυπνήσω. Τώρα είναι η δεύτερη μέρα και πρέπει να τον ξυπνήσω και πάλι. Δεν βιαζόμουν όμως. Είχαμε αρκετό χρόνο για να ετοιμαστούμε. Ο Τζέικομπ γύρισε από την άλλη και τον άφησα να κοιμηθεί για ακόμα λίγα λεπτά. Ήθελα να κάνω ένα γρήγορο ντους πριν το σχολείο.


Η μαμά μου, μου είπε ότι κάθε φορά που ήταν αγχωμένη έκανε ένα ντους, το οποίο χαλάρωνε τους μύες της. Δεν είχα αγχωθεί ποτέ μου μέχρι τώρα. Το να σκέφτομαι το σχολείο με άγχωνε. Δεν ήμουν αγχωμένη για τον φόρτο εργασίας ή τις εργασίες ή τα διαγωνίσματα. Ήμουν αγχωμένη για εκείνα τα κορίτσια. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει σήμερα. Ελπίζω ότι αυτό το ντους θα με βοηθήσει λίγο.


Μπήκα μέσα στο μπάνιο και έκλεισα την πόρτα. Άνοιξα το νερό και το άφησα να τρέχει λίγο. Έβγαλα όλα μου τα ρούχα και μετά μπήκα μέσα.


«Άουτς!» Φώναξα κατά λάθος όταν το νερό άγγιξε τα πόδια μου. Ήταν υπερβολικά ζεστό. Δεν το κατάλαβα καν.


Βγήκα έξω από το ντους και πήγα γύρω από την κουρτίνα ώστε να κλείσω το ζεστό νερό. Δεν μπορούσα να μπω μέσα στο ντους, γιατί θα με έκαιγε.


«Συνέβη κάτι;» Άκουσα τον Τζέικομπ να ρωτάει έξω από την πόρτα.


Πριν μπορέσω καν να του απαντήσω είδα το χερούλι τις πόρτας να γυρίζει και την πόρτα να ανοίγει λίγο. Ωχ, όχι! Ο Τζέικομπ θα έμπαινε μέσα και θα με έβλεπε χωρίς ρούχα πάνω μου! Πήγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στην πόρτα και την βρόντηξα με δύναμη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.


«Απλά κάηκα από το νερό. Είμαι καλά.» Κατάφερα να πω.


Παραλίγο. Ακόμα μερικά δευτερόλεπτα και ο Τζέικομπ θα έμπαινε μέσα και θα με έβλεπε γυμνή. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν το έκανε. Θα ένιωθα τόσο άβολα. Είμαι το μόνο άτομο που με έχει δει γυμνή και σκοπεύω να το κρατήσω έτσι.


Να ακόμα ένα πράγμα που έβαλα στο χαλαρωτικό μου ντους. Έβαλα το χέρι μου προσεχτικά κάτω από το νερό πριν μπω μέσα την δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην τέλεια θερμοκρασία. Στάθηκα εκεί με το κεφάλι μου κάτω, αφήνοντας το νερό να κάνει μασάζ στην πλάτη και στον λαιμό μου. Μάλλον στ’ αλήθεια ένιωθες καλά. Έπλυνα τα μαλλιά και το κορμί μου. Αποφάσισα ότι είχα αρκετό χρόνο για να σταθώ απλώς ξανά εκεί. Ήταν ο τέλειος τρόπος για να τελειώσεις ένα ντους.


«Ρενεσμί τελείωνε. Θα αργήσουμε!» φώναξε ο Τζέικομπ καθώς χτύπησε την πόρτα.


Ω, να πάρει. Δεν είχα καταλάβει πόση ώρα πέρασε. Έκλεισα το νερό και βγήκα έξω από το ντους. Έδεσα μια πετσέτα γύρω μου. Τα μαλλιά μου έσταζαν νερό. Έστυψα όσο πιο πολύ μπορούσα μέσα στο ντους. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα ξανά στο δωμάτιο του Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ στεκόταν εκεί απλά βλέποντας με.


«Εντάξει. Βγες έξω. Άσε με να αλλάξω.» είπα προσπαθώντας να τον βγάλω από το δωμάτιο.


Δεν κουνήθηκε. Έβλεπε απλώς εμένα. Βλέπαμε ο ένας τον άλλο βαθιά στα μάτια. Ο Τζέικομπ πετάρισε τα βλέφαρα του, επέστρεψε στην πραγματικότητα και βγήκε από το δωμάτιο.


«Βιάσου. Έχεις πέντε λεπτά.», είπε καθώς έκλεισε την πόρτα.


Χριστέ μου, ποιο ήταν το πρόβλημα του; Ήταν σε πολύ κακή διάθεση αυτό το πρωινό. Πρώτα δεν ήθελε να σηκωθεί και τώρα μου έλεγε να βιαστώ. Είναι ένα παράξενο αγόρι.


Ντύθηκα και στέγνωσα τα μαλλιά μου με την πετσέτα. Στέγνωσαν λίγο και αμέσως μετατράπηκαν σε ένα μάτσο μπούκλες.


Έπιασα την τσάντα μου και πήγα στην κουζίνα. Ο Μπίλι ήταν εκεί φτιάχνοντας πρωινό. Κύλησε το καροτσάκι του προς το τραπέζι και έβαλε το πρωινό μου πάνω στο τραπέζι. Μου έκανε φρυγανιές με βούτυρο. Μάλλον ο Τζέικομπ του είπε για το μικρό μου περιστατικό χθες. Νομίζω αύριο θα ξυπνήσω πιο γρήγορα και θα φτιάξω πρωινό για τους τρεις μας. Αποχαιρέτησα τον Μπίλι και έφτασα τον Τζέικομπ που με περίμενε έξω. Τρέξαμε για το σχολείο μαζί. Ο Τζέικομπ με κοιτούσε επίμονα. Του έριξα ένα ψεύτικο χαμόγελο. Προσπάθησα να μην δείξω την νευρικότητα μου πάλι.


Έπιασε το χέρι μου και το φίλησε. Του χαμογέλασα αλλά αυτή την φορά το εννοούσα.


Φτάσαμε στο σχολείο και πήγαμε αμέσως στην τάξη των αγγλικών. Υπήρχαν κάποιες ελεύθερες θέσεις στο πίσω μέρος έτσι ο Τζέικομπ και εγώ τις πήραμε. Δεν με ένοιαζε να καθίσω μπροστά αλλά ο Τζέικομπ επέμενε να καθίσουμε πίσω. Εγώ απλώς ακολούθησα αυτό που είπε.


Η τάξη γέμισε και το κουδούνι κτύπησε. Ο κύριος Γουντ έκλεισε την πόρτα και άρχισε να διδάσκει. Έδινα προσοχή σε όλα όσα έλεγε. Ο Τζέικομπ από την άλλη, δεν το έκανε. Τον έπιανα να  σκέφτεται άλλα πράγματα και να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Τον πίεσα να δώσει προσοχή μερικές φορές. Του έδωσα ακόμα και ένα κομμάτι χαρτί για να γράφει σημειώσεις. Εκτίμησε την προσπάθεια που έκανα για αυτόν.


Δεύτερο μας μάθημα ήταν η Τέχνη. Την χάσαμε την πρώτη μέρα λόγω της αναποδιάς μου. Ο δάσκαλος μας ονομαζόταν κύριος Τσιπόγα. Έμοιαζε πολύ μυστηριώδης αλλά παράλληλα και γλυκός. Φαινόταν ότι είχε πολλή σοφία και μυστικά μέσα στο κεφάλι του.


Μου άρεσε το μάθημα της τέχνης. Ζωγραφίσαμε ό,τι θέλαμε. Δεν ήμουν πολύ καλή, αλλά προσπάθησα ούτος ή άλλως. Άρχισα να ζωγραφίζω την αγαπημένη μου παραλία. Την χρωμάτισα με παστέλ. Νομίζω ότι έμοιαζε πολύ ωραία. Αυτή ήταν η εργασία μας για την μέρα. Μπορούσαμε να ζωγραφίσουμε ό,τι θέλουμε, με ό,τι εργαλείο ζωγραφικής θέλαμε.


Κοίταξα την ζωγραφιά του Τζέικομπ και είδα ότι ζωγράφιζε ένα λύκο με ένα κομμάτι κάρβουνο. Το μουντζούρωνε με τα δάκτυλα του. Νομίζω ότι ζωγράφιζε τον εαυτό του.


«Γουάου Τζέικ. Είναι πολύ όμορφο. Δεν ήξερα ότι μπορούσες να ζωγραφίζεις.», είπα με θαυμασμό.


«Λοιπόν, μαθαίνεις κάτι καινούργιο για μένα κάθε μέρα. Με έμαθε ο μπαμπάς μου.» Χαμογέλασε υπεροπτικά.


Ακόμα και ο δάσκαλος πρόσεξε το σχέδιο του. Σταμάτησε την τάξη και το έδειξε σε όλους. Ήταν τόσο περήφανος. Ένιωσα τόση χαρά για τον Τζέικομπ αυτή τη στιγμή. Το να τον βλέπω χαρούμενο με έκανε και εμένα χαρούμενη.


Το κουδούνι κτύπησε και ήταν ώρα για μεσημεριανό τώρα. Η τάξη αυτή πέρασε ήρεμα. Άρχιζε να μου αρέσει το σχολείο και πάλι. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα ότι έβρεχε. Το μισούσα όταν έβρεχε. Αλλά προφανώς δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσα να κάνω.


Πήγαμε στην καφετέρια και καθίσαμε. Ήταν ένα αρκετά μικρό δωμάτιο. Ο Τζέικομπ σηκώθηκε για να μας φέρει λίγο φαγητό. Κάθισα εκεί μόνη μου για να μας κρατήσω το τραπέζι. Ήξερα ότι μόλις σηκωνόμουν πάνω  κάποιος θα έπαιρνε τις θέσεις μας. Ο Τζέικομπ έβαλε την τσάντα μου πάνω στη θέση του και πήγε να σταθεί στη σειρά.


Κοίταζα γύρω μου. Κάποια άτομα μας κοίταζαν συνεχώς. Ένιωσα σε πολύ δύσκολη θέση όταν έφυγε ο Τζέικομπ. Ήρθε πίσω με τρία κομμάτια από πίτσα και δύο κόκα κόλες. Περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να μας κοιτάζουν τώρα. Μπορούσα να νιώσω το βλέμμα τους στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Τα δύο από τα κομμάτια ήταν για τον Τζέικομπ και το ένα για εμένα, φυσικά.


«Γιατί μας κοιτάνε όλοι; Έχουμε κάτι παράξενο;» τον ρώτησα καθώς έσκυψα λίγο το κεφάλι μου.


«Δεν ξέρω. Τι μας νοιάζει; Άσε τους να κοιτάνε.», είπε ο Τζέικομπ καθώς έγνεψε σε όλη την καφετέρια.


Θεέ μου. Δεν το πιστεύω ότι το έκανε αυτό. Κάλυψα το πρόσωπο μου με το χέρι μου. Ο Τζέικομπ δεν ντρεπόταν καθόλου όμως. Παρ’ όλα αυτά δούλεψε. Μετακίνησα το χέρι μου και κοίταξα γύρω μου. Όλοι τους σταμάτησαν να κοιτάζουν. Υποθέτω ότι ο Τζέικομπ τους φόβισε. Τώρα καθόταν απλά εκεί τρώγοντας πίτσα και γελώντας. Ήταν ένα μεγάλο αστείο για αυτόν. Εύχομαι να είχα και εγώ τέτοια στάση. Πανικοβάλλομαι υπερβολικά πολύ. Θα χαλαρώσω όπως είναι ο Τζέικομπ. Κάθισα πίσω και απόλαυσα το κομμάτι που μου έφερε.


Χτύπησε το κουδούνι και ήταν ώρα για το μάθημα της επιστήμης. Άρχισα να έχω νευρικότητα, αλλά το αγνόησα. Ο Τζέικομπ και εγώ μπήκαμε μέσα χέρι-χέρι. Πήγαμε στο τραπέζι μας και καθίσαμε. Ήταν το ίδιο με χθες. Καθίσαμε τελείως πίσω.


Η καθηγήτρια μας μπήκε μέσα και πήρε παρουσίες. Τα κορίτσια δεν είχαν έρθει σήμερα. Ήμουν τόσο ευγνώμον για αυτό. Θα κάναμε ένα πείραμα με υγρά σήμερα. Η κυρία Κούπερ ξέχασε τα φιαλίδια στο άλλο δωμάτιο και πήγε να τα πάρει.


Ένα από τα αγόρια στην τάξη των αγγλικών μας ήταν και σε αυτή την τάξη. Ήρθε κοντά μας και άρχισε να μιλάει. Ήταν πολύ καλός. Μας συστήθηκε. Το όνομα του ήταν Ράιαν. Θυμάμαι ότι ήταν αυτός που έκανε την δίψα μου μανιασμένη. Μύριζε τόσο ωραία για μένα. Το αίμα έτρεχε μέσα στις φλέβες του τόσο απαλά. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Ο Τζέικομπ με επανέφερε πίσω όταν εκείνες οι κοπέλες μπήκαν μέσα στο δωμάτιο.


Γκρίνιαξα από μέσα μου και κάθισα πίσω στη θέση μου. Η καθηγήτρια ήρθε πίσω με τα φιαλίδια και άρχισε να τα μοιράζει. Ήταν γυάλινα και έτσι είπε σε όλους να είναι πολύ προσεχτικοί για να μην τα ρίξουν επειδή θα σπάσουν.  Έπρεπε να είχαμε δύο συνεργάτες ο καθένας άρα θα κάναμε ομάδα των τριών για αυτή την εργασία.


Άκουσα τις κοπέλες να σκέφτονται ποια θα το κάνει. Δεν ήξερα τι θα έκαναν επειδή δεν είχα ακούσει το πρώτο μέρος. Ξαφνικά μια από τις κοπέλες σηκώθηκε πάνω και ήρθε να μιλήσει στον Τζέικομπ.


«Γεια, με λένε Άντζελα. Αναρωτιόμουν αν ήθελες να έρθεις και να είσαι στην ομάδα μας.» Πετάριζε τα βλέφαρα της. Ίου.


«Όχι. Όχι στα αλήθεια. Έχω ήδη μια ομάδα.» Γύρισε την καρέκλα του ώστε να βλέπει εμάς τώρα. Εκείνη έκανε ένα αηδιασμένο ήχο και απομακρύνθηκε. Προσπάθησα να κρατήσω το χαμόγελο μου αλλά δεν μπορούσα. Ο Ράιαν με είδε να χαμογελώ και μου χαμογέλασε. Ήταν ένα γλυκό αγόρι.


Η καθηγήτρια μας έδωσε οδηγίες και αρχίσαμε την δουλειά. Εκείνα τα κορίτσια συνέχισαν να κοιτάζουν προς εμάς και να μου ρίχνουν άγριες ματιές. Τις αγνόησα όπως είπα ότι θα έκανα. Πέρασε μισή ώρα και δεν το άφησα να με επηρεάσει.


Ο Ράιαν καταλάβαινε ότι μου έσπαζαν τα νεύρα πριν. Άρχισε να μιλάει για αυτές. Μου είπε ότι τα ονόματα τους ήταν Άντζελα, Μέγκαν και Ναταλί.


Ξαφνικά άρχισαν να πετούν πράγματα στον Τζέικομπ για να αποσπάσουν την προσοχή του. Νομίζω ότι ήταν μικρά κομμάτια από χαρτί.


«Πστ. Τζέικομπ. Έι Τζέικομπ.» είπε η Άντζελα.


Ο Τζέικομπ τις αγνόησε.


«Είσαι καυτός!» είπε η Μέγκαν.


Κρατούσα το φιαλίδιο στο χέρι μου και ο κτύπος της καρδιάς μου έγινε πιο γρήγορος. Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ μου ζήλια. Δεν ήταν επειδή εκείνες οι κοπέλες με μισούσαν. Λοιπόν, λίγο και για αυτό. Τους άρεσε ο Τζέικομπ και εγώ ήμουν στο δρόμο τους. Προσπαθούσαν να ξεφορτωθούν τον ανταγωνισμό. Δεν το νομίζω. Δεν θα έχουν  ποτέ τους τον Τζέικομπ. Είναι δικός μου και αυτό ποτέ δεν θα αλλάξει.


Ένιωσα τόσο θυμωμένη. Οι μύες μου σφίχτηκαν και δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Κρατούσα το φιαλίδιο στο χέρι μου και κατά λάθος το έσφιξα υπερβολικά. Το φιαλίδιο ανατινάχθηκε μέσα στο χέρι μου. Γυαλί πετάχτηκε παντού. Έκοψα τον εαυτό μου πολύ βαθιά. Άρχισα να αιμορραγώ πολύ. Δεν ένιωσα τίποτα. Το μόνο που ένιωσα ήταν θυμός προς τα κορίτσια.


«Ρενεσμί αιμορραγείς!» Ο Ράιαν πετάχτηκε πάνω και προσπάθησε να με βοηθήσει.


Τα κορίτσια γελούσαν και με αποκαλούσαν χαμένη.


Ο Τζέικομπ ξέσπασε. Χτύπησε το χέρι του πάνω στο θρανίο σχεδόν σπάζοντας το και άρχισε να γρυλίζει στα κορίτσια. Σταμάτησαν αμέσως να γελάνε και φοβήθηκαν πάρα πολύ. Η έκφραση στο πρόσωπο τους το έκανε σχεδόν να αξίζει που κόπηκα τόσο βαθιά. Ο Ράιαν με τραβούσε να πάω στις τουαλέτες για να καθαρίσω στο χέρι μου. Έπιασα την φανέλα του Τζέικομπ με το ελεύθερο μου χέρι και τον  τράβηξα μαζί μου.


Ο Ράιαν ήρθε μαζί μου μέσα στις τουαλέτες για να με βοηθήσει να καθαρίσω το χέρι μου. Δεν υπήρχαν άλλα κορίτσια μέσα. Ήμουν ευγνώμον για αυτό. Ο Ράιαν έφυγε και πήγε στο γραφείο για να μου φέρει επιδέσμους για το χέρι μου. Ενόσω ήμουν στις τουαλέτες άνοιξα το νερό και έβαλα το χέρι μου από κάτω του. Με τσιμπούσε λίγο καθώς το νερό άγγιζε την ανοιχτή πληγή. Δεν με ένοιαζε ο πόνος όμως. Έβλεπα το αίμα καθώς έβγαινε από την πληγή. Έβλεπα το κόψιμο να κλείνει αργά. Δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την ανάρρωση ενός λυκάνθρωπου αλλά ακόμα έκλεινε γρηγορότερα από έναν  φυσιολογικό άνθρωπο. Έπρεπε να το δέσω πριν έρθει ο Ράιαν και το δει να γιατρεύεται ήδη. Ο Ράιαν ήρθε πίσω ακριβώς στην ώρα του και προσφέρθηκε να μου δέσει το χέρι μου. Είπα ότι μπορούσα να το κάνω μόνη μου. Τον ευχαρίστησα για τον επίδεσμο καθώς έδενα το χέρι μου μαζί του. Ο Τζέικομπ περίμενε έξω με τις τσάντες μου. Ο Ράιαν επέστρεψε στην τάξη ενώ εγώ και ο Τζέικομπ φύγαμε. Δεν θέλαμε να πάμε πίσω.


Μόλις βγήκαμε έξω από το σχολείο κτύπησε το κουδούνι. Τρέξαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε πριν έρθουν τα άλλα παιδιά έξω.


Ήθελα να πάω στο σπίτι του παππού Τσάρλι σήμερα. Απλά ένιωσα ότι ήθελα να τον δω. Δεν μας πήρε πολύ χρόνο για να φτάσουμε εκεί. Μπήκαμε μόνοι μας μέσα. Ο Τσάρλι μόλις είχε επιστρέψει από την δουλειά. Πάντα του έλεγα ότι ήταν πολύ μεγάλος για να δουλεύει και ότι πρέπει να αφυπηρετήσει. Η μαμά είπε ότι θα του έκανε ένα πάρτι αφυπηρέτησης μια από αυτές τις μέρες. Νομίζω ότι κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα το κάνουμε. Εκείνη και η Άλις το οργάνωναν ήδη.


Ο Τσάρλι μου είπε να καλέσω την μαμά μου και να της πω ότι θα αργούσαμε να πάμε. Πιθανότατα το ήξερε ήδη επειδή ο μπαμπάς μου διάβαζε το μυαλό μου. Αλλά δεν θα πείραζε να τηλεφωνήσω ούτος ή άλλως. Είπε ότι ήταν εντάξει και με ευχαρίστησε που τηλεφώνησα. Της είπα ότι θα την δω σύντομα.


Καθίσαμε κάτω στο τραπέζι της κουζίνας. Ο παππούς είχε ένα άσχημο βήχα αλλά υποσχέθηκε ότι δεν ήταν τίποτα και ότι θα έφευγε σύντομα. Τον εμπιστεύτηκα όταν το είπε αυτό. Μιλήσαμε για περίπου μισή ώρα. Του είπα για το σχολείο και για το τι έπαθε το χέρι μου. Διψούσα. Το είπα δυνατά και ο παππούς προσφέρθηκε να μου φέρει κάτι. Είχα όμως ήδη σηκωθεί για να δω μέσα στο ψυγείο.


Μόλις ο παππούς σηκώθηκε για να μου φέρει ένα ποτό, αυτόματα έπιασε τον πάγκο της κουζίνας. Με το άλλο του χέρι έπιασε το στήθος του. Ο Τζέικομπ στάθηκε αμέσως δίπλα στον παππού. Άκουσα την καρδιά του παππού να χάνει κυριολεκτικά ένα κτύπο.


«Ρενες..», είπε ο παππούς, αδυνατώντας να τελειώσει την λέξη.


«Παππού; Είσαι καλά; Τι συμβαίνει;» Ήμουν σοκαρισμένη.


«Μπέλλα…», είπε ο παππούς καθώς χρησιμοποίησε τα τελευταία αποθέματα ενέργειας που είχε για να σταθεί ίσια.


Τα μάτια του γύρισαν στο πίσω μέρος του κεφαλιού του καθώς λιποθύμησε. Θα έπεφτε προς τα πίσω αλλά ο Τζέικομπ ήταν εκεί και τον έπιασε. Το στόμα μου ήταν ανοιχτό από το σοκ και τα μάτια μου άρχισαν  να υγραίνουν. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Τι κάνω; Δεν μπορούσα να κινηθώ.


«Πρέπει να καλέσουμε ασθενοφόρο!» φώναξα. Όλα άρχισαν να θολώνουν. Δεν μπορούσα να δω τίποτα.


Ο Τζέικομπ ήταν έτοιμος να πιάσει το τηλέφωνο.


«Ξέχασε το! θα τρέξουμε ως το νοσοκομείο! Πάμε!»

 

Κεφάλαιο 5: κηδεία

Ο Τζέικομπ έτρεξε πιο γρήγορα από εμένα. Εγώ ξέμενα πίσω. Δεν μπορούσα να τρέξω. Δεν είχα την ενέργεια. Μπορούσα να δω το άψυχο σώμα του Τσάρλι στα χέρια του Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ σκεφτόταν ένα και μόνο ένα πράγμα. ‘Να σώσω τον Τσάρλι’. Αγαπούσε τον Τσάρλι όσο τον αγαπούσαμε και εμείς. Ο Τσάρλι ήταν τόσο καλός άνθρωπος. Καθώς έτρεχα τα δάκρυα μου ακολουθούσαν από πίσω. Αγκομαχούσα, αναζητώντας αέρα καθώς τρέχαμε διακριτικά μέσα από το δάσος.


Δεν ξέρω πως θα το χειριζόμουν εάν πέθαινε ο Τσάρλι. Ακόμα χειρότερα – δεν ήξερα πως θα το χειριζόταν η μαμά μου. Εκείνη και ο Τσάρλι δεν ήταν τόσο κοντά μεγαλώνοντας, αφού έμενε με τη γιαγιά Ρενέ. Αλλά από τότε που μετακόμισε στο Φορκς, εκείνη και ο Τσάρλι είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι. Ακόμα και καθώς περνούσαν τα χρόνια, εκείνη και ο Τσάρλι ήταν πιο κοντά από ποτέ. Γύριζε σε αυτόν για τα προβλήματα της. Όποτε ο μπαμπάς μου νευρίαζε την μαμά μου εκείνη πήγαινε στον παππού Τσάρλι και εκείνος της έλεγε τα σωστά πράγματα για να την ηρεμήσει. Η μαμά μου πάντα αντιδρούσε υπερβολικά.


Έπρεπε να βγούμε από το δάσος και να μπούμε στους δρόμους. Δεν μπορούσαμε να τρέχουμε άλλο έτσι απλώς περπατούσαμε πολύ γρήγορα. Στο ανθρώπινο μάτι όμως, έμοιαζε με τρέξιμο. Μπουκάραμε μέσα στο νοσοκομείο από τις πόρτες. Ο Τζέικομπ τις έσπασε σχεδόν, χωρίς να το καταλάβει. Δεν τον ένοιαζε.


«Χρειαζόμαστε βοήθεια! Κάποιος να μας βοηθήσει! Νομίζω ότι έπαθε καρδιακή προσβολή!» Ο Τζέικομπ φώναζε κοιτώντας γύρω του για κάποιον.


«Έλα. Βάλε τον εδώ!» Ένας γιατρός έτρεξε κοντά μας και μας είπε να τον βάλουμε πάνω στο φορείο. Κοίταξε τον παππού. «Ωχ όχι, Τσάρλι.»


Μάλλον ήξερε τον παππού. Λοιπόν, δεν εκπλησσόμουν. Ο Τσάρλι ήταν αρκετά γνωστός σε αυτές τις περιοχές. Κρατούσε τα πάντα ασφαλή για όλους, ώστε να ζουν σε μια ήρεμη πόλη. Έκανε τους καθημερινούς του γύρους γύρω από την πόλη βοηθώντας ανθρώπους με ό,τι χρειάζονταν.


Ο γιατρός κοίταξε γύρω του για κάποιον. Μετά φώναξε.


«Νοσοκόμα! Ετοίμασε το χειρουργείο!» Ο γιατρός βιαζόταν. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο.


Όλα αυτά συνέβαιναν τόσο γρήγορα. Είδα μια νοσοκόμα να τρέχει μέσα από τις μεγάλες πόρτες στο τέλος του διαδρόμου. Ο γιατρός έσπρωξε τον παππού προς αυτές τις πόρτες. Ο Τζέικομπ και εγώ προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε.


«Συγνώμη αλλά δεν μπορείτε να πάτε μέσα. Θα πρέπει να περιμένετε στο χώρο αναμονής.», μας είπε.


«Όχι! Δεν μπορώ! Είναι ο παππούς μου! Πρέπει να σιγουρευτώ ότι είναι καλά!» Τα δάκρυα δεν σταμάτησαν να κυλούν από το πρόσωπο μου.


«Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε τώρα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να περιμένουμε να τελειώσει η εγχείρηση. Έλα εδώ. Πάμε να καθίσουμε.» Ο Τζέικομπ έπιασε τα χέρια μου και άρχισε να με τραβάει για να καθίσουμε κάτω. Ο Τζέικομπ κάθισε κάτω πρώτος και εγώ κουλουριάστηκα σαν μπάλα και κάθισα πάνω στα πόδια του. Το πρόσωπο μου ήταν πάνω στο στήθος του. Εκείνος με κουνούσε μπροστά-πίσω απαλά και παράλληλα μου ψιθύριζε ‘Σσς’. Προσπαθούσε να με ηρεμίσει.  Δούλεψε λίγο. Αποκοιμήθηκα για δύο περίπου ώρες.


***


Ξύπνησα από τον ήχο της μαμάς μου. Ήταν θολό και μακρινό. Μήπως κοιμόμουν ακόμα; Όλα φαίνονταν αμυδρά. Τα μάτια μου δεν είχαν στεγνώσει ακόμα από το κλάμα που έριξα πριν. Σκούπισα τα μάτια μου προσπαθώντας να κάνω τα πράγματα καθαρότερα. Άνοιξα τα μάτια μου πλατιά αυτή την φορά και είδα ότι η μαμά και ο μπαμπάς μου ήταν εδώ. Υποθέτω ότι ο Τζέικομπ με μετακίνησε επειδή τώρα ξάπλωνα πάνω στα πόδια της μαμάς μου. Σιγοτραγουδούσε το νανούρισμα μου και χάιδευε τα μαλλιά μου. Ένιωθα ωραία.


Ανακάθισα και είδα τον μπαμπά μου και τον Τζέικομπ στην γωνιά να μιλάνε μεταξύ τους. Μιλούσαν τόσο σιγά που δεν μπορούσα καν να τους ακούσω. Κοίταξα την μαμά μου και φαινόταν σαν να την έχουν σκίσει εσωτερικά. Δεν μπορούσε καν να σιγοτραγουδήσει σωστά το νανούρισμα μου. Ήταν διασπασμένο. Φαινόταν ότι πονούσε πολύ.


«Ω, μαμά!» Τύλιξα τα χέρια μου γύρω της και άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Άρχισα να γίνομαι ανυπόμονη περιμένοντας τον γιατρό.


Εκείνη ακριβώς την στιγμή οι μεγάλες πόρτες άνοιξαν. Ήταν ο γιατρός. Μόλις είχε τελειώσει την εγχείρηση. Κοίταξα το ρολόι και κατάλαβα ότι του είχε πάρει 4 ώρες. Οι γονείς μου πρέπει να είχαν φτάσει εδώ πριν 2 ώρες. Κανονικά παίρνει περίπου 2 ώρες να τρέξεις από την Αλάσκα μέχρι εδώ. Μάλλον μόλις ο μπαμπάς είδε μέσα στο μυαλό μου τον Τσάρλι να λιποθυμάει, έφυγαν αμέσως.


Ρώτησα την μαμά μου που ήταν οι υπόλοιποι. Μου είπε ότι έμειναν σπίτι. Θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο να έρθουν όλοι πίσω. θα έπρεπε να τους κρατούμε ενημερωμένους για τον Τσάρλι όμως. Όλοι τους είχαν τον Τσάρλι στις προσευχές τους.


Ο γιατρός είπε ότι η εγχείρηση είχε πετύχει αλλά δεν ήξερε εάν ο Τσάρλι θα έβγαζε τη νύχτα. Μόλις το είπε αυτό δεν ήθελα να ακούσω άλλο. Αγκάλιασα την μαμά μου και έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. Ακόμα έπρεπε να ακούω όμως. Ήταν τόσο δελεαστικό. Ο γιατρός είπε επίσης ότι μπορούσαμε να πάμε μέσα στο δωμάτιο του και να τον δούμε.


Ο μπαμπάς ήρθε πίσω από εμένα και την μαμά μου και έβαλε τα χέρια του πάνω στους ώμους μας. Η μαμά μου και εγώ μπήκαμε μέσα πρώτες.


«Μπαμπά!», είπε η μαμά μου καθώς έτρεξε στο πλάι του. Πετάρισα τα βλέφαρα μου και ήταν εκεί.


Καθόταν δίπλα στον παππού. Κρατούσε το χέρι του. Ο παππούς ήταν τόσο άσπρος. Είχε σωλήνες στην μύτη του και καλώδια κολλημένα πάνω στο στήθος του και στα χέρια του. Δεν μου άρεσε να τον βλέπω έτσι. Περιμέναμε μέχρι να ξυπνήσει. Η μαμά μου δεν μετακινήθηκε ούτε εκατοστό από την στιγμή που κάθισε κάτω. Δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του ούτε στιγμή.


Ο μπαμπάς συνεχώς έβγαινε από το δωμάτιο για να μιλήσει στον Κάρλαϊλ από το τηλέφωνο με τον Τζέικομπ στο πλευρό του.


«Μπ-Μπ-Μπέλλα;» Ο Τσάρλι ξύπνησε!


«Μπαμπά! Ξύπνησες! Σε ευχαριστώ Θεέ μου! Ανησύχησα τόσο πολύ! Πως νιώθεις; Χρειάζεσαι κάτι;» Η μαμά μου είχε αρχίσει να φρικάρει.


«Μπέλλα», ψιθύρισε ο μπαμπάς της. Χαμογέλασε λίγο, ενώ ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο του. Δεν είχε καν την ενέργεια να κινήσει το κεφάλι του.


Ξαφνικά τα μηχανήματα πίσω του άρχισαν να χτυπάνε. Έκαναν παράξενους θορύβους. Κόκκινα φωτάκια άναβαν. Τρελαίνονταν. Τι συνέβαινε; Ο παππούς έκλεισε τα μάτια του και το κεφάλι του έπεσε στο πλάι.


«Μπαμπά! Μπαμπά! Μπαμπά!» Η μαμά ούρλιαζε. Πιθανότατα όλο το νοσοκομείο είχε ακούσει. Κουνούσε μανιασμένα το χέρι του παππού.


Όλοι μας ουρλιάζαμε. Έτρεξα κοντά στο πλευρό του παππού και της μαμάς. Τι έγινε; 3 νοσοκόμες έτρεξαν μέσα στο δωμάτιο και μας είπαν να φύγουμε. Μια από αυτές έπιασε τον απινιδωτή ενώ μια άλλη άνοιξε την φανέλα του παππού. Ο μπαμπάς έπρεπε να πιάσει εμένα και την μαμά και να μας τραβήξει έξω από το δωμάτιο. Δεν μπορούσα να πιστέψω τι συνέβαινε. Δεν το ένιωθα αληθινό. Όλοι έβλεπαν την μαμά να φρικάρει. Τελικά ο μπαμπάς κατάφερε να ηρεμίσει την μαμά και να την κάνει να σκεφτεί λογικά.


Η μαμά και εγώ περιμέναμε έξω μέχρι να μας πουν ότι ήταν εντάξει να πάμε μέσα ξανά. Η μαμά είπε ότι δεν ήθελε να πάει μέσα μέχρι ο παππούς να ξυπνήσει εντελώς. Δεν ήθελε να ξαναπεράσει αυτό που πέρασε.


Ο μπαμπάς και ο Τζέικομπ συνεχώς έμπαιναν και έβγαιναν από το δωμάτιο. Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Κάποια στιγμή είδα τον μπαμπά να δίνει το τηλέφωνο στον γιατρό. Ο γιατρός έγνεψε με το κεφάλι του στον μπαμπά και απομακρύνθηκε. Δεν τον είδα ξανά πίσω μετά από αυτό. Ο Έντουαρντ είπε σε εμένα και την μαμά να πάμε σπίτι και να χαλαρώσουμε. Θα μας τηλεφωνούσε αμέσως όταν ο παππούς θα ξυπνούσε. Η μαμά μου συμφώνησε μαζί του και φύγαμε. Πήγαμε στο σπίτι του παππού.


Μόλις φτάσαμε εκεί η μαμά πήγε και κάθισε στην καρέκλα του παππού. Με ρώτησε τί ακριβώς έγινε. Της είπα πως ο παππούς σηκώθηκε για να μου φέρει ένα ποτό και μετά λιποθύμησε αμέσως. Η μαμά φάνηκε τόσο λυπημένη όταν της το είπα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Έβρεχε έξω. Άρχισε από το πουθενά. Όταν τρέχαμε εδώ ήταν τελείως στεγνά. Πάντα μπορείς να βασιστείς στο Φορκς για απρόοπτες βροχοπτώσεις που έρχονται από το πουθενά.


Η μαμά τηλεφώνησε στην γιαγιά Ρενέ και της είπε τι έγινε. Η γιαγιά είπε ότι ήταν στο δρόμο για να έρθει να τον δει.


Είχε νυχτώσει τώρα και ο μπαμπάς δεν είχε τηλεφωνήσει ακόμα. Η μαμά ήταν έτοιμη να τηλεφωνήσει αλλά τότε εμφανίστηκε ο Τζέικομπ. Ήμουν τόσο ανακουφισμένη που τον έβλεπα. Μου έλειψε πολύ κατ’ ακρίβεια. Ήταν μουσκεμένος από την βροχή. Τα μαλλιά του ήταν κομμένα κοντά τώρα. Εάν ήταν μακριά θα ήταν μπροστά στο πρόσωπο του τώρα. Τα ρούχα του έμοιαζαν λες και μόλις είχε πηδήξει μέσα σε μια πισίνα.


«Γουάου, βρέχει πολύ εκεί έξω.» Τίναξε το νερό από πάνω του και κάποιο από αυτό ήρθε πάνω μου.


Πήγαμε πάνω και καθίσαμε στο παλιό δωμάτιο της μαμάς. Η μαμά έδωσε στον Τζέικομπ στεγνά, καθαρά ρούχα. Μιλούσαμε απλώς και καθόμασταν. Θυμόμασταν αστείες στιγμές που περάσαμε με τον παππού και λέγαμε πόσο καλός άνθρωπος ήταν. Η μαμά τον αγαπούσε το περισσότερο. Μπορούσα να το καταλάβω από το πρόσωπο της ότι δεν θα ήξερε τι να κάνει εάν ο παππούς πέθαινε. Κατέληξα να κοιμηθώ πάνω στα πόδια της μαμάς και ο Τζέικομπ κοιμήθηκε στο πάτωμα. Η βροχή δεν είχε σταματήσει ακόμη.


Ο μπαμπάς τηλεφώνησε την επόμενη μέρα. Ήταν Σάββατο έτσι δεν χάναμε σχολείο. Μας είπε ότι ο παππούς δεν είχε ξυπνήσει ακόμη. Αρχίσαμε να ανησυχούμε τώρα. Σκεφτόμασταν ότι δεν θα ξυπνούσε ποτέ του. Περιμέναμε υπομονετικά στο σπίτι του ολόκληρη την μέρα.


Ήταν Κυριακή τώρα και η μαμά δεν άντεχε άλλο. Οι τρεις μας πήγαμε πίσω στο νοσοκομείο. Όλα ήταν τόσο πράσινα έξω. Ακόμα έβρεχε λίγο. Όχι τόσο όσο πριν όμως. Ήταν αδύνατο να δεις μέσα από την βροχή χθες την νύχτα. Τουλάχιστον αυτό είναι ανεκτό.


Μπήκαμε μέσα και ο μπαμπάς ήξερε ήδη ότι ερχόμασταν. Έμοιαζε διαφορετικός. Μπορούσα να δω πόνο στα μάτια του. Έμοιαζε εξουθενωμένος. Υπήρχαν σακούλες κάτω από τα μάτια του και η στάση του ήταν καμπουριασμένη. Δεν μπορούσε να κοιτάξει κανένα μας στα μάτια.


«Έντουαρντ, τι έγινε; Πού είναι ο Τσάρλι;» Η μαμά έβαλε τα χέρια της πάνω στο πρόσωπο του μπαμπά, ώστε να την κοιτάξει στα μάτια.


«Μπέλλα…» ψιθύρισε ο μπαμπάς.


Ο Τζέικομπ ήταν στο πλάι μου. Έσφιγγε σφιχτά το χέρι μου. Η μαμά εξέταζε το πρόσωπο του μπαμπά.


Ο μπαμπάς συνέχισε.


«Είναι νεκροί.»


«ΌΧΙ!!!!!» ούρλιαξε η μαμά μου. Καμπούριασε και έπιασε το στομάχι της. Γύρισα και αγκάλιασα τον Τζέικομπ. Έκλαιγα ανεξέλεγκτα. Έκλαιγα για εμένα και για την μαμά μου. Η καρδιά μου και η αναπνοή μου έγιναν πιο γρήγορες. Μπορούσα να νιώσω την θερμοκρασία στο πρόσωπο μου να γίνεται ανυπόφορη. Δεν μπορούσα να το κρατήσω. Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο πόνο. Αυτή η εβδομάδα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά δάκρυα.


Ο μπαμπάς κρατούσε την μαμά. Εκείνη ξέφυγε. Έτρεξε προς το δωμάτιο του παππού. Την ακολούθησα. Τον μετακίνησαν σε ένα διαφορετικό δωμάτιο. Αυτό δεν είχε σημασία όμως. Η μαμά μύρισε απλώς την  μυρωδιά μέχρι που βρήκε το καινούργιο δωμάτιο. Σταμάτησε στην πόρτα. Συνέχισα να περπατώ. Πήγα στο πλάι του κρεβατιού. Ο παππούς φαινόταν τόσο κρύος και χλωμός. Δεν κουνιόταν. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ μου έτσι. Ήταν πολύ ανατριχιαστικό. Δεν είχε σωληνάκια στην μύτη του και δεν υπήρχαν καλώδια ενωμένα με τα χέρια του. Τα έβγαλαν όλα.


Είδα την μαμά μου να ξαναβρίσκει τα λογικά της και να κοιτάζει τον μπαμπά μου.


«Περίμενε, τι εννοείς είναι νεκροί;», ρώτησε η μαμά μου. Εισέπνευσε βαθιά και έκλεισε τα μάτια της.


Ο μπαμπάς δεν της απάντησε.


Ξαφνικά η μαμά άρχισε να γελάει υστερικά. Δεν την είχα ξανακούσει να γελάει με τέτοιο τρόπο. Νομίζω ότι τα έχει χάσει τελείως. Ο μπαμπάς μου είχε ακόμα ένα άδειο πρόσωπο. Έκλεισε την πόρτα καθώς η μαμά μου έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο. Συνέχισα να πηγαίνω προς τον παππού. Έπιασα το χέρι του. Ήταν κρύο, αλλά και κάπως ζεστό την ίδια στιγμή. Μάλλον επειδή μόλις είχε πεθάνει δεν είχε παγώσει τελείως ακόμα. Σιωπηλά δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο μου. Κάθισα κάτω στην καρέκλα που καθόταν η μαμά μου την πρώτη μέρα που ήρθαμε.


«Μπαμπάκα!» φώναξε η μαμά με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της. Πετάχτηκε κοντά στο κρεβάτι.


Μόλις το φώναξε αυτό, ο παππούς άνοιξε απότομα τα μάτια του! Τι; Νόμιζα ότι ήταν νεκρός! Τι συνέβαινε;


«Καλωσόρισες στον κόσμο μας μπαμπάκα. Δεν θα υπάρξει άλλο κρύψιμο στις σκιές για σένα.» είπε η μαμά.


Συνέχισε.


«Έντουαρντ γιατί δεν μου είπες ότι θα άλλαζες τον μπαμπά μου;» ρώτησε η μαμά.


Υποθέτω ότι ο μπαμπάς πλήρωσε τους γιατρούς για να μην επέμβουν. Πήρε τον παππού σε ένα απομονωμένο δωμάτιο και τον δάγκωσε. Έπρεπε να σιγουρευτεί ότι τον μετακίνησε σε ένα ηχομονωμένο δωμάτιο σε περίπτωση που ούρλιαζε από πόνο από το δηλητήριο. Όλα βγάζουν νόημα τώρα.


«Λοιπόν, ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Δεν άντεχα να σε βλέπω να ζεις χωρίς πατέρα. Θα με πλήγωνε όσο θα σε πλήγωνε εσένα.» Ο μπαμπάς ακόμα έμοιαζε ότι πονούσε.


Ήμουν τόσο μπερδεμένη με όλα αυτά. Μπορούσε να σταματήσει την υποκριτική τώρα. Το καταλάβαμε. Ο παππούς είναι ζωντανός. Λοιπόν, ξέρετε τι εννοώ. Γιατί ήταν ακόμη λυπημένος ο μπαμπάς;


«Μπέλλα. Υπάρχει κάτι που πρέπει να σου πω.»


«Ναι και υπάρχει κάτι που θέλω να σε ρωτήσω. Γιατί μου είπες ότι είναι νεκροί; Πρώτον, ο μπαμπάς μου είναι ένα άτομο και δεν είναι καν νεκρός.» Η μαμά είχε το πιο μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο της.


«Δεν μιλούσα για τον Τσάρλι, για αυτό.» Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δεν άλλαξαν από την στιγμή που φτάσαμε εδώ. Ακόμη έμοιαζε λες και βασανιζόταν εσωτερικά. Η μαμά ξαναμπήκε σε αυτή την διάθεση. Περπάτησε προς τον μπαμπά και έγειρε το κεφάλι της.


«Έντουαρντ. Τώρα πες μου τι συμβαίνει.»


«Είναι νεκροί», απάντησε ο μπαμπάς.


«Ποιος είναι νεκρός; Σταμάτα να παίζεις παιχνίδια μαζί μου Έντουαρντ!» Η μαμά άρχιζε να νιώθει απογοητευμένη και θυμωμένη. Ήταν έτοιμη να βγάλει τα μαλλιά της.


Ο μπαμπάς έσκυψε το κεφάλι του, εξέπνευσε και μίλησε.


«Η Ρενέ, ο Φιλ και ο Τζοσούα», απάντησε ο μπαμπάς.


Η αναπνοή όλων μας κόπηκε. Το  πιγούνι της μαμάς και εμένα έπεσε καθώς καλύψαμε τα στόματα μας. Αυτό είναι απίστευτο. Πως μπορεί να συμβαίνει; Μόλις χθες τους είχαμε μιλήσει!


«Στο δρόμο τους για εδώ οι δρόμοι ήταν σε άσχημη κατάσταση. Συγκρούστηκαν μετωπικά με ένα μεθυσμένο οδηγό. Όλοι τους πέθαναν αμέσως.» Ο μπαμπάς απάντησε την αμίλητη ερώτηση του πώς έγινε.


«Λυπάμαι τόσο πολύ Μπέλλα.» Ο Τζέικομπ είπε κάτι για πρώτη φορά. Νομίζω ότι και αυτός το ήξερε από την αρχή.


Η μαμά κάθισε πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου και κανένας δεν είπε τίποτα για ώρες.


***


Βγήκα έξω από την πόρτα πιασμένη χέρι-χέρι με τον Τζέικομπ. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και κρύος. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν μπροστά μας στην ίδια στάση. Πήγαμε όλοι στο κοιμητήριο. Κανένας δεν είπε λέξη από την στιγμή που το μάθαμε. Βρήκαμε τον χώρο. Ήταν θαμμένοι έξω δίπλα στην λίμνη. Ήταν ένας πανέμορφος τόπος, παρότι ο καιρός ήταν απαίσιος.


Υπήρχαν τρία μεγάλα φέρετρα και ένα μικρό. Δεν άντεχα να το κοιτάξω αυτό. Με πλήγωνε από μέσα. Είχα το αίσθημα του καψίματος μέσα στο λαιμό μου. Αλλά αυτό το κάψιμο δεν ήταν επειδή ήμουν διψασμένη. Ήταν επειδή προσπαθούσα να κρατήσω μέσα τα δάκρυα μου. Το στήθος μου με έκαιγε και τα μάτια μου με πονούσαν.


Η τελετή συνέχισε. Η μαμά φορούσε μαύρα, με ένα από εκείνα τα μαύρα καπέλα που καλύπτουν το πρόσωπο σου. Δεν ήθελε να δει κανείς ότι δεν μπορούσε να κλάψει. Όλοι ήταν εκεί. Σχεδόν όλη η πόλη ήταν εκεί. Όλοι λύκοι και οι Κουίλαγιουτ ήταν εκεί. Όλοι είπαν συλλυπητήρια. Μείναμε εκεί μέχρι το τέλος. Όταν όλοι οι υπόλοιποι έφυγαν είπαμε τα τελευταία μας αντίο.


Η μαμά έβαλε λουλούδια στο φέρετρο της Ρενέ, φίλησε το χέρι της και μετά το έβαλε πάνω στην επιτύμβια της πλάκα. Έβαλε λουλούδια στο φέρετρο του Φιλ, φίλησε το χέρι της και μετά το έβαλε πάνω στην επιτύμβια του πλάκα. Έκανε το ίδιο και για το μικρό φέρετρο του Τζοσούα.


Υπήρχε ακόμα μια επιτύμβια πλάκα εκεί. Ήταν του παππού. Η μαμά έκανε το ίδιο πράγμα που έκανε και για την Ρενέ, τον Φιλ και τον Τζοσούα. Υπήρχε ένα φέρετρο για τον παππού επειδή δεν μπορούσαμε να τον έχουμε γύρω από τον κόσμο της πόλης. Δεν μπορούσε να είναι αστυνομικός πια. Προσποιηθήκαμε ότι πέθανε στο νοσοκομείο από καρδιακή προσβολή. Τα μηχανήματα του νοσοκομείου δεν έδειχναν χτύπο της καρδιάς και μας είπαν ότι είναι νεκρός. Ο μπαμπάς τον παρακολουθούσε στενά όταν οι γιατροί ήταν εκεί. Ο παππούς δεν είχε την ίδια συγκράτηση που είχε η μαμά γύρω από το ανθρώπινο αίμα για πρώτη φορά.


Φύγαμε και πήγαμε πίσω στο σπίτι του Τσάρλι. Δεν θέλαμε να πάμε στο σπίτι των Κάλεν αφού έμεναν οι Ντενάλι πια εκεί. Δεν θέλαμε να επέμβουμε.


Η μαμά και εγώ μπήκαμε στο σπίτι πρώτες ενώ ο Τζέικομπ και ο μπαμπάς ακολούθησαν από πίσω. Σκύψαμε τα κεφάλια μας από λύπη. Την ίδια στιγμή κοιτάξαμε πάνω. Εκεί ήταν ο Τσάρλι- καθισμένος στην αγαπημένη του καρέκλα, χαμογελώντας και περιμένοντας μας να έρθουμε σπίτι.


 

Κεφάλαιο 6: Τυχερός Αριθμός

Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι ο μπαμπάς μου είναι ένας από εμάς τώρα. Αυτή είναι η μέρα που δεν σκέφτηκα ποτέ μου ότι θα έβλεπα. Θα πρέπει να βάλω αυτή την μέρα στην λίστα με τις ‘καλύτερες μέρες της ζωής μου μέχρι τώρα’. Θα είναι εκεί δίπλα στην γνωριμία μου με τον Έντουαρντ και το να έχω την Ρενεσμί. Τα πράγματα θα είναι πολύ ευκολότερα τώρα. Θα του πούμε για όλα τα γεγονότα που έχουν συμβεί ενόσω αυτός βρισκόταν στο σκοτάδι. Μπορώ επιτέλους να του εξηγήσω την ύπαρξη της Ρενεσμί. Ήξερε από την αρχή ότι η Ρενεσμί ήταν η κόρη μου. Το ήξερε από την στιγμή που την είδε. Το γνώριζα ότι ο Τσάρλι δεν θα πίστευε την ιστορία πως ήταν ανιψιά του Έντουαρντ. Μπορώ να εξηγήσω την γρήγορη της ανάπτυξη και πως ήταν δυνατόν να την έχω.


Ήμουν επίσης πολύ αναστατωμένη για την μαμά μου και την νέα της οικογένεια. Απλώς επειδή είμαι χαρούμενη που ο μπαμπάς μου είναι βρικόλακας, δεν σημαίνει ότι αυτό καλύπτει το γεγονός πως ακόμη πενθώ. Αγαπούσα την μητέρα μου. Ήταν περισσότερο από απλώς η μητέρα μου. Ήταν η καλύτερη μου φίλη. Με τα χρόνια χωριστήκαμε αλλά αυτό δεν μετρούσε. Την αγαπούσα όσο την αγαπούσα πάντα. Επίσης, ο Φιλ ήταν τόσο γλυκός. Το ήξερα από την στιγμή που μου τον γνώρισε, ότι ήταν τέλειος για αυτήν. Ήξερε πώς να την κάνει να χαμογελάει. Κάθε φορά που τον κοιτούσε, είχε την ανεξέλεγκτη επιθυμία να κοιτάξει αλλού. Και φυσικά δεν μπορώ να ξεχάσω τον Τζοσούα. Ήταν τόσο νέος. Ήταν ακόμη μωρό στον κόσμο. Δεν είχε καν τον χρόνο να απολαύσει αυτά που του είχε φυλάξει η ζωή. Πονούσε τόσο πολύ να σκέφτομαι ότι οι ζωές τους είχαν τελειώσει– έτσι απλά!


Για ένα παράξενο λόγο όμως χαίρομαι που πέθαναν όλοι μαζί. Έζησαν σαν μια μεγάλη χαρούμενη οικογένεια, και πέθαναν σαν μια μεγάλη χαρούμενη οικογένεια. Κανένας δεν έπρεπε να υποφέρει και κανένας δεν πέρασε από πόνο για τον άλλο. Ήταν όλοι στον παράδεισο μαζί τώρα παρακολουθώντας μας. Το να σκέφτομαι αυτό έκανε τον πόνο της απώλειας τους ευκολότερο να ελέγξω. Δεν ξέρω εάν κάποια μέρα θα τους συναντήσω εκεί πάνω. Έπεισα τον Έντουαρντ ότι έχουμε ψυχή έτσι ίσως μια μέρα όταν πεθάνουμε θα είναι μια μεγάλη επανένωση. Θα το αποδεχόμουν με χαρά αυτό.


Μας παρακολουθούν. Το σκέφτηκα αυτό. Αυτή την στιγμή θα ξέρουν τα πάντα. Μπορούν να μας δουν σαν βρικόλακες. Μπορούσαν να μας δουν να μην κοιμόμαστε και να τρώμε από ζώα. Αυτό είναι κάπως παράξενο όταν το σκέφτομαι αλλά ήξερα ότι στο τέλος με κάποιο τρόπο θα το μάθαιναν. Αλλά με αυτό τον τρόπο δεν μπορούν να το πουν σε κανένα.


Ο Έντουαρντ, ο Τσάρλι και εγώ ήρθαμε πίσω στην Αλάσκα χωρίς τον Τζέικομπ και την Ρενεσμί. Έπρεπε να πάνε σχολείο. Έπρεπε απλώς να περιμένουμε μέχρι μετά το σχολείο για να τους δούμε ξανά. Μπορούσα να το συνηθίσω αυτό. Δεν με πείραζε το γεγονός ότι πήγαν σχολείο στον καταυλισμό. Θα έρχονταν εδώ καθημερινά με νέες ιστορίες να πουν. Ελπίζω όταν έρθουν σήμερα, να έρθουν με κάτι θετικό να πουν. Δεν μου άρεσε η τελευταία φορά όπου η Ρενεσμί ήρθε σπίτι κλαμένη. Αυτό με αναστάτωσε πολύ. Το να βλέπω την κόρη μου αναστατωμένη με έκανε αναστατωμένη.


Ο Κάρλαϊλ, η Εσμί, η Ρόζαλι, η Πανδώρα και ο Ελαϊτζάχ είπαν αντίο καθώς πήγαν για κυνήγι. Ο Νικολάι, ο Ελαϊτζάχ και η Πανδώρα ήταν ακόμη νέοι στο να πίνουν αίμα ζώων. Ο Κάρλαϊλ ήθελε να μάθει τον Τσάρλι πώς να κυνηγάει. Είχε μείνει κατάπληκτος με τον Τσάρλι επειδή είχε την χειρότερη λαχτάρα για αίμα από οποιοδήποτε άλλον. Ήταν σχεδόν χειρότερος και από τον Τζάσπερ. Ο Κάρλαϊλ ήθελε να πάρει σημειώσεις και να δει πως προοδεύει από την αρχή. Δεν μπορούσε να το κάνει με εμένα αυτό έτσι σκέφτηκε ότι μπορούσε να το κάνει με τον Τσάρλι. Ήθελε απλώς να έχει κάποιου είδους γράψιμο για αυτό το γεγονός.


Ο Έντουαρντ και εγώ πήγαμε νωρίτερα για κυνήγι έτσι δεν είχαμε να το κάνουμε ξανά. Τους εμπιστευόμουν όλους με τον Τσάρλι. Θα τον πρόσεχαν. Η Άλις και ο Τζάσπερ έμειναν μαζί μας στο σπίτι μας καθώς καθίσαμε όλοι στο καθιστικό. Η Άλις αποφάσισε ότι ήθελε να κόψει τα μαλλιά του Τζάσπερ. Ήταν πολύ απρόοπτο. Αλλά και πάλι, η Άλις είναι η βασίλισσα των απρόοπτων πραγμάτων. Ο Τζάσπερ πάνω-κάτω δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχθεί. Τον κάθισε κάτω στον καναπέ και άρχισε να κόβει. Έμοιαζε με επαγγελματία με τον τρόπο που το έκανε. Είχε όλα τα εργαλεία που ένας επαγγελματίας θα είχε. Δεν ξέρω γιατί εκπλήσσομαι όμως. Αυτό είναι αναμενόμενο από την Άλις.


Ξαφνικά η Άλις σταμάτησε να κόβει και κοίταξε στο κενό. Είχε ακόμα ένα από εκείνα τα οράματα της. Ο Τζάσπερ γύρισε πίσω για να την κοιτάξει. Κοίταξα τον Έντουαρντ. Χαμογέλασε με ένα μισό-χαμόγελο με τα μάτια του κλειστά. Μπορούσα να το καταλάβω ότι διάβαζε εκείνο που έβλεπε η Άλις.


«Είσαι σίγουρη αυτή την φορά;» άνοιξε τα μάτια του και ρώτησε ο Έντουαρντ.


Η Άλις έμοιαζε ότι σκεφτόταν κάτι. Αναρωτιέμαι τι ήταν. Στράβισε ολόκληρο της το πρόσωπο.


«Περίμενε. Στην πραγματικότητα ο τελευταίος αριθμός είναι 45, όχι 54. Ναι, σίγουρα 45!» Η Άλις έμοιαζε σίγουρη για τον εαυτό της.


«Εντάξει. Ευχαριστώ.» ευχαρίστησε ο Έντουαρντ την Άλις, για ποιος ξέρει τι.


Δεν έκανα καν τον κόπο να ρωτήσω. Αυτοί οι δύο κάποιες φορές μιλούσαν για τα ποιο παράξενα πράγματα. Όταν μιλούσαν για διάφορα, στην τυχαία περίπτωση που θα ρωτούσα, στο τέλος το μετάνιωνα και που ρώτησα. Νομίζω ότι αυτή είναι μια από εκείνες τις φορές. Θα συνεχίσω να προσποιούμε ότι δεν το άκουσα καν.


Η Άλις τελείωσε με τα μαλλιά του Τζάσπερ. Φαίνονταν πολύ ωραία. Ήμουν εντυπωσιασμένη. Παρόλο που τα μαλλιά του Τζάσπερ ήταν ωραία, ακόμη μου άρεσαν περισσότερο τα μαλλιά του Έντουαρντ. Ήταν ωραία, μακριά και αναμαλλιασμένα. Λάτρευα να περνώ τα δάκτυλα μου από μέσα τους. Όταν κάναμε έρωτα, μου άρεσε πολύ να τα τραβάω. Όσο πιο δυνατά τραβούσα τα μαλλιά του, τόσο πιο δυνατά εκείνος- λοιπόν, ξέρετε. Άρχισα να δαγκώνω το κάτω μου χείλος και νομίζω ότι ο Έντουαρντ και η Άλις κατάλαβαν την διάθεση μου. Η Άλις έπιασε το χέρι μου και με τράβηξε να καθίσω μπροστά της.


«Σειρά σου Μπέλλα», είπε η Άλις με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Έσπρωξε τον Τζάσπερ στο πλάι καθώς κάθισα δίπλα του. Εκείνος κούνησε απλώς το κεφάλι του και γελούσε με εμένα. Νομίζω ότι γελούσε κάπως με τον εαυτό του την ίδια στιγμή. «Ξέρω ότι τα μαλλιά των βρικολάκων δεν μεγαλώνουν, αλλά χρειάζεσαι λίγη βελτίωση. Το να αλλάξεις το μαλλί σου κάθε εκατό ή τόσα χρόνια δεν θα πειράξει. Είμαι στην διάθεση να σου αλλάξω τα μαλλιά σου τώρα εντάξει;» Δεν με άφησε καν να απαντήσω. «Εντάξει, ας αρχίσουμε!»


«Μετά», σχημάτισα με τα χείλη μου στον Έντουαρντ. Η Άλις δεν το είδε.


Ψέκασε τα μαλλιά μου με νερό για να τα μουσκέψει και μετά άρχισε να κόβει.


Σχημάτισε σκάλες και τους έδωσε όγκο. Τα στέγνωσε και όταν χάθηκε μου έδωσε ένα καθρέφτη και μου έδειξε πως έμοιαζα. Ήταν φανταστικά. Έμοιαζα με διάσημη αστέρα. Κούνησα τα μαλλιά μου για να τα κάνω λίγο ανακατωμένα. Κοίταξα τον Έντουαρντ και είχε το ένα του φρύδι σηκωμένο προς εμένα. Δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μην χαμογελάσω.


«Σου αρέσουν;» ρώτησα τον Έντουαρντ καθώς του πόζαρα.


«Τι υπέροχη ιδέα Άλις! Δεν ξέρω γιατί δεν το σκέφτηκα. Το να πάτε μια βόλτα ακούγεται τέλεια για εσένα και τον Τζάσπερ.», είπε ο Έντουαρντ.


«Τι; Μα δεν το σκέφτηκαν καν αυτ…» Η Άλις δεν μπορούσε να τελειώσει καν την πρόταση της. Ο Έντουαρντ την έσπρωχνε ήδη έξω από την πόρτα. Δεν ήταν με την βία όμως.


«Ω, εντάξει! Θα πάω. Δεν χρειάζεται να με σπρώχνεις. Καταλαβαίνω. Πάμε Τζάσπερ.» Η Άλις έπιασε το χέρι του Τζάσπερ καθώς έφυγαν από το σπίτι. Τους είδα να τρέχουν μακριά. Δεν ήξερα που πήγαιναν.


Έτρεξα πάνω πριν ο Έντουαρντ να έχει αρκετή ώρα για γυρίσει πίσω του. Έβγαλα όλα μου τα ρούχα και έβαλα τα εσώρουχα που υποτίθεται ότι θα φορούσα χθες την νύχτα αλλά δεν έφτασα ποτέ κοντά τους. Μόλις το φόρεσα, ο Έντουαρντ ήταν ακριβώς εκεί, πίσω μου.


Με άρπαξε σφιχτά στα χέρια του καθώς εισέπνευσα βαθιά. Έκοψε την εισπνοή μου στην μέση. Άρχισε να με φιλάει παθιασμένα. Τα χείλη του ήταν δυνατά ενάντια στα δικά μου. Χωρίστηκαν ασυνείδητα. Η γλώσσα του άγγιξε τη δική μου. Δεν με εξέπληττε ποτέ το πόσο γλυκιά ήταν η γεύση του. Δεν μπορούσα ποτέ να πάρω αρκετό από αυτό.


Νομίζω ότι τώρα θα ήταν η καλύτερη στιγμή. Τράβηξα τα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του κοντά στην βάση του λαιμού του. Το κεφάλι του έγειρε προς τα πίσω. Χαμογέλασα καθώς γρύλισε. Με περίστρεψε από την άλλη και έσπρωξε και τους δύο μας πάνω στον τοίχο. Πριν χτυπήσουμε όμως τον τοίχο, έπρεπε να περάσουμε από το τραπέζι. Αυτό μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί. Η λάμπα έσπασε επίσης. Η πλάτη μου ήταν τώρα πιεσμένη στον τοίχο. Έπιασε τα πόδια μου και τα τύλιξε γύρω από την μέση του. Απομακρύνθηκε από τον τοίχο με εμένα ακόμη προσαρτημένη στο γοφό του. Δεν πήρε τα χείλη του από τα δικά μου ούτε στιγμή. Φιλούσε τα χείλη μου και κάτω στον λαιμό μου, μετά πάλι πάνω.


Με πέταξε πάνω στο κρεβάτι και ήρθε από πάνω μου.


«Δεν έχω καν αρχίσει. Αυτή είναι μόνο η αρχή.», ψιθύρισε ο Έντουαρντ στο αυτί μου. Έκανε την τρίχα μου στα χέρια και στο λαιμό να σηκωθεί. Ο ηλεκτρισμός μεταξύ μας δεν έχει και ούτε πρόκειται ποτέ να πεθάνει. Αλλά έλεγε την αλήθεια. Εκείνη ήταν μόνο η αρχή.


***


Λίγες ώρες μετά – δεν ξέρω ακριβώς πόσες- η Ρενεσμί και ο Τζέικομπ ήταν στο σπίτι μας.


«Μαμά, μπαμπά, ήρθαμε!», άκουσα από κάτω.


Σηκώθηκα γρήγορα και ντύθηκα. Φόρεσα ένα άνετο κασμιρένιο πουλόβερ και εφαρμοστό παντελόνι. Ο Έντουαρντ ήταν από πίσω μου. Έβαλε ένα μαύρο πόλο που έδειχνε από κάθε καμπύλη των μυών του μέχρι το ακριβές σχήμα του στήθους του. Φόρεσε τζιν όπως εμένα.


Ήρθε κοντά μου, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και με περίμενε να βγω πρώτη έξω από το δωμάτιο.


«Οι κυρίες προηγούνται», είπε ο Έντουαρντ. Πάντα τζέντλεμαν.


Έτρεξα κάτω. Δεν ήταν τρέξιμο στην πραγματικότητα. Ήταν ένα φυσιολογικό περπάτημα. Για ένα άνθρωπο θα ήταν τρέξιμο, αλλά για ένα βρικόλακα είναι περπάτημα. Μετακινούμασταν τόσο κομψά που ήταν λες και αιωρούμασταν. Πήγα κοντά στην Ρενεσμί και της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και χαμογέλασα στον Τζέικομπ.


«Πως ήταν η μέρα σου σήμερα γλυκιά μου;», ρώτησα.


«Καλή», απάντησε και κοίταξε μακριά.


«Ρενεσμί», είπε ο Έντουαρντ με ένα αποδοκιμαστικό τόνο. «Μην λες ψέματα στη μαμά σου.»


«Ω καλά, καλά. Όλα ήταν στ’ αλήθεια καλά στο σχολείο. Διαβάσαμε και κάναμε κάποιες εργασίες. Ήταν μετά που άρχισαν τα προβλήματα. Ήταν  εκείνα τα κορίτσια και πάλι. Συνέβη κάτι και κάπως τους υποσχέθηκα ότι θα ανταγωνιστώ σε μπραντρεφέρ με ένα από τα αγόρια τους αύριο. Θύμωσα τόσο πολύ και τους είπα κατά λάθος ότι ήμουν δυνατότερη από όλες τους μαζί και ότι έπρεπε να προσέχουν τι λένε σε εμένα. Νομίζουν ότι πάω έξω με τον Τζέικομπ μόνο σαν σωματοφύλακα. Έτσι τους το είπα αυτό και τώρα με προκάλεσαν να ανταγωνιστώ σε μπραντεφέρ αυτό τον τύπο αύριο. Δεν πάει στο σχολείο μας έτσι δεν ξέρω καν πως μοιάζει ή τι να περιμένω.» Η Ρενεσμί ζάρωσε το πρόσωπο της νομίζοντας ότι θα της φώναζα.


«Νομίζω ότι πρέπει απλώς να το κάνει και να δείξει σε εκείνες τις κοπέλες ποιο είναι το αφεντικό!», είπε ο Τζέικομπ. Φυσικά με την ακατανόητη αντίδραση.


«Τζέικομπ!», είπα. «Λοιπόν γλυκιά μου δεν νομίζω ότι αυτή είναι καλή ιδέα. Δεν μπορείς να δείξεις στους άλλους την δύναμη σου.», είπα ήρεμα. Το να θυμώνεις δεν έλυσε ποτέ τίποτα.


«Μα μαμά, σκέψου πόσο ωραίο θα είναι. Δεν θα υποψιαστούν τίποτα. Θα πω απλώς ότι με εκπαίδευσε ο Τζέικομπ ή κάτι τέτοιο.»


Κοίταξα τον Έντουαρντ. Δεν ήξερα τι να πω. Ξέρω ότι εκείνα τα κορίτσια την πλήγωσαν πολύ και θα ήταν καλύτερο για εκείνη να τους αποδείξει ότι έχουν λάθος. Αλλά με μπραντεφέρ; Δεν νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη ιδέα.


«Ξέρεις κάτι. Νομίζω ότι θα είναι εντάξει. Μόνο ένα μπραντεφέρ και να το αφήσει εκεί. Να προσποιηθείς ότι δυσκολεύεσαι πολύ όμως. Μην τους δείξεις όλη σου την δύναμη.», είπε ο Έντουαρντ. Μετά γύρισε προς τον Τζέικομπ.


«Και εσύ πρέπει να πιέζεις την Ρενεσμί να νικήσει. Να της λες συνεχώς ότι μπορεί να το κάνει. Κάνε το να μοιάζει ότι χρειάζεται όλη την στήριξη που μπορεί να έχει. Θύμιζε της την εκπαίδευση που έχετε κάνει και πώς να αντιδράει κάτω από πίεση. Κάνε τους παρατηρητές να νομίζουν ότι βάζεις πολλά σε αυτό. Μην τους αφήσεις να νομίσουν ότι όλα ήταν χάρη στην Ρενεσμί.» Ο Έντουαρντ ακουγόταν λες και ήξερε το τέλειο αποτέλεσμα.


«Ναι! Είναι τόσο τέλειο!» Ο Τζέικομπ κοιτούσε την Ρενεσμί. «Μπορούμε επιτέλους να κάνουμε εκείνες τις κοπέλες να σιωπήσουν. Ανυπομονώ να δω την έκφραση στο πρόσωπο τους. Θα είναι τόσο συναρπαστικό!» Ο Τζέικομπ είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.


Αυτό το παιδί λάτρευε οτιδήποτε είχε σχέση με θηριώδη δύναμη ή καυγά.


Θυμάμαι στην Ιταλία όταν ήμουν έτοιμοι να σκίσω τον Ναχουέλ σε κομμάτια. Τον  πέταξα πάνω στον τοίχο. Αλλά αυτό ήταν όταν νόμιζα πως κάτι κακό συνέβη στη Ρενεσμί. Ο Τζέικομπ πεταγόταν πάνω κάτω παθιασμένος όταν νικούσα τον Ναχουέλ. Για αυτόν ήταν ορμή. Τώρα ξέρω πως νιώθεις την ορμή ενός καυγά. Όταν πολεμούσα την Τζέιν το ένιωθα τόσο απατηλό. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ διασκεδαστικό. Αλλά επίσης την ίδια στιγμή φοβόμουν για την οικογένεια μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το αίσθημα.


Τώρα πια ήταν νύχτα και η Ρενεσμί και ο Τζέικομπ ήταν στο δωμάτιο της Ρενεσμί κάνοντας εργασίες. Μπορούσα να ακούσω όλα όσα λέγανε. Κάποιες φορές ξέφευγαν από το θέμα λίγο, αλλά τότε ξαναπήγαιναν πίσω. Ο Τζέικομπ παραπονιόταν, αλλά η Ρενεσμί τον πίεζε να κάνει τις εργασίες του. Πόσο καλό παιδί είναι. Είμαι τόσο περήφανη για αυτήν.


Ο Έντουαρντ και εγώ καθόμασταν στον καναπέ παρακολουθώντας τις ειδήσεις. Κανονικά δεν τις παρακολουθούσαμε αλλά αυτή τη νύχτα δεν υπήρχε τίποτα άλλο να δούμε. Δεν ήθελα να παρακολουθήσω τηλεόραση όμως. Ο Έντουαρντ άλλαζε τα κανάλια ενώ τον έβλεπα. Προφανέστατα ήξερε ότι τον κοίταζα. Δεν έκανε τίποτα, παρά να έχει ένα ‘ίσιο’ πρόσωπο και να με κοιτάζει με την άκρη του ματιού του. Άκουσα μια γυναικεία φωνή στην τηλεόραση.


«Έχουμε ένα νικητή για τα 35 εκατομμύρια δολάρια στο Τζάκποτ. Οι αριθμοί είναι: 03,14,25,26 και 45. Έτσι όποιος και να είσαι, μην ξεχάσεις να έρθεις για να διεκδικήσεις το βραβείο σου!»


«45;» ψιθύρισα στον εαυτό μου. Θυμόμουν τον αριθμό που του είπε η Άλις. Είδα τον Έντουαρντ να χαμογελάει στον εαυτό του.


«Με κοροϊδεύεις έτσι;» Κάθισα στα πόδια μου σοκαρισμένη.


«Όχι.» Ο Έντουαρντ άρχισε να γελάει. Δεν με κοίταξε ούτε μια φορά.


Άρχισα και εγώ να γελάω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω.


«Ποιο είναι το αστείο;» ρώτησε η Ρενεσμί. Ήρθε κάτω με τον Τζέικομπ.


«Τίποτα. Δεν είναι τίποτα.» Κούνησα το κεφάλι μου καθώς της το είπα. Δεν την ένοιαξε να ρωτήσει παρακάτω.


«Εντάξει, λοιπόν ο Τζέικομπ και εγώ θα πάμε σπίτι τώρα. Τελειώσαμε τις ασκήσεις μας και είναι αργά. Θα σας δούμε αύριο.», είπε η Ρενεσμί ενώ έδωσε στον Έντουαρντ και εμένα μια αγκαλιά και ένα φιλί.


Είπαμε αντίο στον Τζέικομπ και έφυγαν για το σπίτι. Είχαμε το σπίτι για τον εαυτό μας αυτή την νύχτα. Αυτό δεν ήταν φυσιολογικό. Κάποτε ήταν συναρπαστικό ενώ άλλες φορές ήταν μοναχικό. Μου έλειψε το να βλέπω την Ρενεσμί να κοιμάται. Τον τρόπο που κινούνταν τα μάτια της κάτω από τα βλέφαρα της και τον τρόπο που ψιθύριζε λέξεις στον ύπνο της.


Θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα να ονειρεύεται. Φοβήθηκα όταν κοιμήθηκε για πρώτη φορά, επειδή δεν ήξερα τι έκανε. Μετά όταν ο Έντουαρντ έπιασε το χέρι της και μου έδειξε τα όνειρα της ήμουν εκθαμβωμένη από αυτά. Ήταν τόσο γοητευτικό. Δεν δικαιούμαι να δω τα όνειρα της τώρα όμως. Ο Έντουαρντ είπε ότι ήταν προσωπικά. Αλλά μου έλειψε να την βλέπω να κοιμάται ούτως ή άλλως.


«Μπορούμε να πάμε μια βόλτα;» ρώτησα τον Έντουαρντ.


«Φυσικά και μπορούμε. Η ευχή σου διαταγή μου. Ξέρεις ότι θα έκανα τα πάντα για σένα. Τώρα αν θέλεις να πάμε βόλτα, τότε θα πάμε μια βόλτα.» Ο Έντουαρντ χαμογέλασε. Ήταν πανέμορφος. Δεν είχε ούτε μια ρυτίδα το πρόσωπο του. Λοιπόν ούτε εγώ είχα, αλλά και πάλι. Οποιοσδήποτε θα σκότωνε για αυτού του είδους το πρόσωπο.


Περπατήσαμε μέχρι την άκρη του νερού χέρι με χέρι. Έπρεπε όμως να φορέσουμε τα μεγάλα μας χειμερινά σακάκια επειδή υπήρχαν άνθρωποι γύρω. Δεν με ένοιαζε. Όσο μπορούσα να νιώσω το χέρι του Έντουαρντ πάνω στο δικό μου, όλα ήταν καλά.


Μπορούσα να δω μια μεγάλη φάλαινα από μακριά. Την έδειξα στον Έντουαρντ. Είχα μείνει εμβρόντητη από το θέαμα. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου μια φάλαινα. Ήταν πανέμορφη. Το νερό ήταν τόσο μπλε. Μπορούσα  να ακούσω την φάλαινα καθώς πήγαινε κάτω από το νερό. Ακουγόταν λες και καλούσε κάποιον. Νόμιζα ότι είχε χαθεί μέχρις ότου πήδηξε από το πουθενά στον αέρα και βούτηξε ξανά μέσα στο νερό.


«Γουάου! Έντουαρντ, το είδες αυτό; Το είδες; Δεν ήταν εκπληκτικό; Ήταν πανέμορφο.»


«Σου παίρνει ολότελα την αναπνοή. Δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την ομορφιά σου όμως.», απάντησε καθώς έτριψε την πλάτη μου.


Σταθήκαμε εκεί για λίγο και μετά συνεχίσαμε την βόλτα μας. Παρακολουθούσαμε ένα ψαρά να ψαρεύει στον πάγο. Ήταν τόσο εκπληκτικό να το βλέπεις. Δεν είχα ξαναδεί κανένα να κάνει κάτι τέτοιο ξανά. Δεν έχω καν ψαρέψει κανονικά. Σταθήκαμε εκεί για τουλάχιστον 2 ώρες παρακολουθώντας. Ο ψαράς φαινόταν ικανοποιημένος που μας είχε να παρακολουθούμε. Είχε το δικό του φαν κλαμπ. Έπιασε τόσα πολλά ψάρια.


Όταν έφυγε ο ψαράς, ο Έντουαρντ και εγώ πήγαμε κοντά στην τρύπα. Κοίταξα μέσα της και δεν μπορούσα να δω άλλα ψάρια να κολυμπάνε από κάτω. Ήταν αργά τώρα. Είχαν περάσει για τα καλά τα μεσάνυχτα. Ο Έντουαρντ και εγώ συνεχίσαμε να περπατάμε μέχρι που τελικά βρεθήκαμε πίσω στο σπίτι. Περπατήσαμε για περίπου 5-7 ώρες. Δεν κουραστήκαμε ή βαρεθήκαμε ούτε μια φορά.


Ήμασταν έτοιμοι να μπούμε μέσα στο σπίτι μας καθώς γύρισα προς τον Έντουαρντ.


«Έντουαρντ, νομίζεις ότι θα ήταν εντάξει εάν ήμουν εκεί να βλέπω την Ρενεσμί να ανταγωνίζεται σε μπραντεφέρ με αυτό το αγόρι; Δεν θέλω τίποτα να κλιμακωθεί. Ξέρω ότι ο Τζέικομπ θα είναι εκεί αλλά θέλω να σιγουρευτώ από μόνη ότι όλα θα είναι καλά. Μπορείς να διαβάσεις το μυαλό της και να δεις τι συμβαίνει αλλά εγώ δεν μπορώ να δω τίποτα. Νιώθω τόσο ανήμπορη εδώ. Σε παρακαλώ;» Διέπλεξα τα χέρια μου και τα κράτησα ψηλά στο πρόσωπο μου. Δεν πήρα τα μάτια μου από τον Έντουαρντ ούτε στιγμή.


«Εντάξει. Νομίζω ότι θα είναι λογικό. Ξέρω πως πιθανότατα νιώθεις. Ήταν ο ίδιος ακριβώς τρόπος που ένιωσα όταν σε πρωτογνώρισα και πήγες με τους φίλους σου χωρίς εμένα εκεί. Δεν μπορούσα να διαβάσω το μυαλό σου και δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Σε ακολούθησα όταν βγήκες έξω, έτσι υποθέτω ότι θα ήταν εντάξει να ακολουθήσεις την δική σου κόρη.»


«Σε ευχαριστώ!», είπα καθώς πήδηξα πάνω του για να του δώσω μια μεγάλη αγκαλιά.


Ο Έντουαρντ έβαλε το χέρι του γύρω μου καθώς μπήκαμε μέσα μαζί. Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι αύριο. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει.


 

Κεφάλαιο 7: Μπραντεφέρ

Σήμερα ήταν η μέρα. Θα πήγαινα πίσω στο Φορκς για να δω την μία και μοναδική μου κόρη να ανταγωνίζεται σε μπραντεφέρ ένα τυχαίο αγόρι. Δεν μπορούσε να το συμβάλει το μυαλό μου. Δεν μπορούσα να το φανταστώ. Ήταν τόσο γλυκιά και ευγενική. Το να την δω να προσπαθεί να πληγώσει κάποιον με οποιοδήποτε τρόπο ήταν απλά αδύνατον να γίνει. Ήξερα ότι δεν θα πάθαινε κάτι έτσι δεν ήμουν ανήσυχη-πάρα πολύ. Ακόμη και αν συνέβαινε κάτι, ήξερα ότι ο Τζέικομπ θα ήταν εκεί ούτως ή άλλως. Θα έμενα απλώς στη σκιά και θα τους παρακολουθούσα. Δεν ήθελα να γνωρίζουν ότι ήμουν εκεί.


Ήμουν έτοιμη να φύγω από το σπίτι. Αναρωτιόμουν τι θα έπρεπε να φορέσω. Δεν ήθελα να διαφέρω πολύ. Νομίζω ότι θα έπρεπε εναρμονιστώ με τους ανθρώπους εκεί. Επίσης, μοιάζω ότι είμαι μαθήτρια. Τεχνικά είμαι 18 χρονών. Στην πραγματικότητα όμως είμαι στην γη εδώ και 38 χρόνια. Δηλαδή θα έπρεπε να είμαι γεμάτη ρυτίδες τώρα έτσι; Ω και λοιπόν. Δεν έχει σημασία. Δεν είμαι και μου αρέσει έτσι. Είμαι αρκετά σίγουρη ότι όταν φτάσω εκεί όλο το σχολείο θα ξέρει για αυτό ήδη και περιμένουν απλώς να συμβεί.


Έπιασα τα ρούχα μου και τα φόρεσα. Φόρεσα ένα άσπρο μπλουζάκι με λαιμό σε σχήμα V με μία φούστα μέτριου μήκους. Οι σκάλες στα μαλλιά μου κολάκευαν τα κλειδοκόκαλα μου τέλεια. Τα καινούργια μου μαλλιά άρχισαν να μου αρέσουν πολύ. Στα αλήθεια μου άρεσαν. Ο Έντουαρντ πέρασε τα δάκτυλα του πάνω στον λαιμό μου και τον φίλησε απαλά.


«Έλα πίσω σε εμένα αγάπη μου», είπε όταν απομακρύνθηκα από κοντά του.


«Πάντα το έκανα και πάντα θα το κάνω.» Του έστειλα ένα φιλί και έφυγα.


Στο δρόμο για εκεί πρόσεξα ότι ο καιρός γινόταν πιο συννεφιασμένος όσο έφτανα πιο κοντά στο Φορκς. Ήμουν χαρούμενη διότι έτσι δεν χρειαζόταν να ανησυχώ μήπως με πιάσουν. Θα ήμουν υπερβολικά συγκεντρωμένη στο μπραντεφέρ που δεν θα καταλάβαινα καν ότι στεκόμουν στον ήλιο. Αυτό θα ήταν ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα από ότι η Ρενεσμί που αναμετριέται σε μπραντεφέρ.


Έφτασα στο σχολείο μόλις χτύπησε το τελευταίο κουδούνι. Όλοι στέκονταν ήδη έξω. Μπορούσα να μυρίσω τον ενθουσιασμό στον αέρα. Έβαζαν στοιχήματα για το τι θα γινόταν. Κάποια άτομα σκέφτηκαν ότι ήταν απλώς βάναυσο. Πώς μπορούσε ένα ώριμος άντρας να αγωνιστεί με ένα νέο ανυπεράσπιστο κορίτσι; Πόσα λίγο ήξεραν. Είναι αλήθεια όμως. Κανένας τους δεν γνωρίζει την δύναμη της Ρενεσμί, έτσι για το ανθρώπινο μάτι είναι σαν και αυτό το αγόρι είναι ένας μεγάλος νταής.


«Αναρωτιέμαι ποιός θα νικήσει. Κανένας δεν έχει ξαναδεί αυτόν τον άντρα. Είναι από έξω από την πόλη και κανένας δεν έχει ξανακούσει ποτέ για αυτόν.» Άκουγα ένα από τους μαθητές που περνούσε από δίπλα.


«Άκουσα ότι είναι μεγαλύτερος από αρκούδα!» Πρόσθεσε ο άλλος μαθητής.


Εντάξει λοιπόν αυτό το αγόρι ήταν  νέο και μεγάλο σαν αρκούδα. Άρχισα να αγχώνομαι. Κοίταζα γύρω για την Ρενεσμί. Είδα μια μεγάλη ομάδα ατόμων και τους ακολούθησα. Ήμουν αρκετά σίγουρη ότι θα τους έβρισκα εδώ. Ήταν περίπου ένα μέτρο από την πίσω μεριά του σχολείου. Κάθισα πάνω στον πάγκο βλέποντας τους. Ήμουν αρκετά μακριά ώστε να μην μπορούν να με δουν αλλά αρκετά κοντά ώστε να βλέπω τα πάντα ολοκάθαρα. Επίσης ήμουν καλυμμένη από κάποιους άλλους μαθητές. Μπορούσα να πω ότι ήμουν περίπου 3 μέτρα μακριά. Βάλε ή βγάλε λίγα εκατοστά.


Να την Ρενεσμί! Μόλις βγήκε έξω από το σχολείο με τον Τζέικομπ στα δεξιά της –ευτυχώς. Το άγχος μου άρχισε να με κυριεύει. Περπάτησα λίγο πιο κοντά. Δεν νομίζω ότι αυτή ήταν πολύ καλή ιδέα επειδή νομίζω ότι ο Τζέικομπ έπιασε την μυρωδιά μου. Γύρισε το κεφάλι του στην κατεύθυνση μου. Σούφρωσα τα χείλη μου και έβαλα τα δάκτυλα μου μπροστά τους. Του έγνεφα να μείνει ήσυχος και να μην πει ότι είμαι εδώ. Δεν ήθελα να ξέρει η Ρενεσμί ότι ήμουν εκεί. Έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι του και γύρισε πίσω στην Ρενεσμί. Ο Τζέικομπ είχε την αυστηρή, θυμωμένη και συγκεντρωμένη του έκφραση. Φαινόταν τρομαχτικός στο αμάθητο μάτι, αλλά για μένα ήταν άκακος.


Όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από έναν κύκλο. Η Ρενεσμί και ο Τζέικομπ ήταν στη δεξιά μεριά με ένα σωρό ανθρώπους να τους περιτριγυρίζουν ενώ τρεις άλλες κοπέλες ήταν στην αριστερή μεριά με ένα σωρό άτομα από πίσω τους. Μια από τις κοπέλες μίλησε.


«Χα! Δεν πίστευα ότι θα εμφανιζόσουν», είπε μια από τις κοπέλες. Νομίζω ότι το όνομα της ήταν Άντζελα. Άκουσα ένα από τους μαθητές να το λέει.


«Δεν απορρίπτω ποτέ μια πρόκληση. Που είναι ο ξάδερφος σου; Δείλιασε μήπως;», απάντησε η Ρενεσμί και άρχισε να γελάει. Ήταν τόσο σίγουρη. Ήξερε να συμπεριφέρεται- και πολύ μάλιστα. Δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ αυτόν τον τόνο με εμένα και καλύτερα να μην το κάνει.


Η Άντζελα γύρισε τα μαλλιά της με το δάκτυλο της. «Ναι καλά. Έρχεται τώρα.» Έβαλε τα χέρια της στους γοφούς της.


Μόλις το είπε αυτό, το πλήθος χωρίστηκε στην αριστερή μεριά και άφησαν κάποιον να περάσει. Ήταν τεράστιος. Είχε ένα υπεροπτικό χαμόγελο στο πρόσωπο του. Μου σηκώθηκε η τρίχα. Αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο νέο παιδί. Ο Τζέικομπ άρχισε να τρέμει. Το σώμα του ταρακουνιόταν. Ένα δυνατό γρύλισμα βγήκε από το στομάχι του. Ήταν τόσο δυνατό που είμαι αρκετά σίγουρη ότι όλοι το άκουσαν. Στην πραγματικότητα ήξερα ότι όλοι το άκουσαν επειδή μόλις το έκανε, όλοι έκαναν ένα βήμα πίσω. Εγώ από την άλλη, έκανα δύο βήματα μπροστά.


«Τζέικομπ, ηρέμισε. Μπορώ να το χειριστώ, θυμάσαι;» τον σκούντηξε η Ρενεσμί.


«Πάμε να φύγουμε από εδώ. Τώρα!» Ο Τζέικομπ τραβούσε το σακάκι της Ρενεσμί.


«Όχι! Τι; Δεν φεύγω. Τι έπαθες; Γιατί τρέμεις;», ρώτησε η Ρενεσμί. Δεν ήθελε καθόλου να φύγει. Ήταν έτοιμη για αυτό.


«Δεν αστειεύομαι. Δεν θα ανταγωνιστείς αυτό τον τύπο. Δεν θα καυγαδίσω για αυτό. Φεύγουμε!» Ο Τζέικομπ ήταν αυστηρός.


Φυσικά όμως η Ρενεσμί ήταν ξεροκέφαλη. Το πήρε και  από εμένα και τον Έντουαρντ. Αγνόησε απλώς τον Τζέικομπ και κοιτούσε αυτόν το νέο τύπο ευθεία στα μάτια.


«Είναι λυκάνθρωπος», ψιθύρισε ο Τζέικομπ στο αυτί της Ρενεσμί. Ήταν αρκετά ήσυχο ώστε να μην το ακούσει κανένας άλλος εκτός από την Ρενεσμί, εμένα και πιθανότατα αυτό τον τύπο αφού είναι λυκάνθρωπος.


Η Ρενεσμί τον κοίταξε σοκαρισμένη. Δεν το πίστευε. Την είδα να κλείνει τα μάτια της και να παίρνει μια βαθιά αναπνοή από την μύτη της και την βγάζει από το στόμα. «Έχεις δίκαιο», μουρμούρισε.


«Είσαι έτοιμη ή όχι; Μην μου πεις ότι δείλιασες τώρα που τον είδες.» είπε η Άντζελα.


«Όχι, είμαι έτοιμη. Ας το κάνουμε.», είπε η Ρενεσμί. Γύρισε προς τον Τζέικομπ. «Μπορώ να το χειριστώ. Ας δούμε τι θα συμβεί.»


Ο Τζέικομπ της γρύλισε αλλά αυτή τον αγνόησε. Το πλήθος άρχισε να έρχεται προς τον πάγκο που καθόμουν. Σηκώθηκα πάνω και απομακρύνθηκα. Κρύφτηκα πίσω από το πλήθος. Ακόμα μπορούσα να δω καθαρά. Ο Τζέικομπ γρύλιζε συνεχώς. Δεν σταμάτησε ποτέ. Υποθέτω ότι το πλήθος το συνήθισε και το κάλυψε. Οι φωνές το νικούσαν.


Το νέο αγόρι και η Ρενεσμί έβαλαν τους αγκώνες τους πάνω στο τραπέζι. Ήταν ένα παλιό ξύλινο τραπέζι που πιθανότατα κάθεται εκεί στο ίδιο σημείο για περισσότερο από 30 χρόνια. Έμοιαζε ότι ήταν έτοιμο να καταρρεύσει οποιαδήποτε στιγμή. Δεν νομίζω ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο μέρος για να βάλουν ένα λυκάνθρωπο και ένα μισό βρικόλακα για να αναμετρηθούν σε μπραντεφέρ, αλλά δεν είπα τίποτα- προφανέστατα.


Κάθισαν κάτω και έβαλαν τον ένα από τους αγκώνες τους στο τραπέζι. Είχαν τις παλάμες τους στον αέρα. Δεν είχαν πιάσει χέρια ακόμα. Αυτός ο τύπος έγειρε λίγο το κεφάλι του καθώς εισέπνευσε αργά. Στράβισε τα μάτια του στην Ρενεσμί. Ήξερε ότι ήταν βρικόλακας; Λοιπόν, μισός βρικόλακας. Εύχομαι να είχα εδώ τον Έντουαρντ. Θα μπορούσε να μου το πει. Χαμογέλασε απλώς καθώς η Άντζελα ήρθε στο τραπέζι. Η Ρενεσμί και αυτός ο τύπος έπιασαν χέρια. Η Άντζελα έβαλε τα χέρια της γύρω από τα δικά τους.


«Έτοιμοι; 1…2…3. Αρχίστε!» Άφησε τα χέρια τους και άρχισαν.


Το πλήθος άρχισε αυτόματα να φωνάζει εμψυχωτικά ακόμη δυνατότερα. Ο Τζέικομπ στεκόταν εκεί βλέποντας εκείνο τον τύπο. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω του ούτε στιγμή. Υπήρχε και αυτό το αγόρι που φώναζε ανεξέλεγκτα για την Ρενεσμί. Την κοίταζε συνεχώς λες και υπήρχε κάτι άλλο που αγνοούσα.


Αρχικά τα χέρια τους ήταν σταθερά στην μέση. Δεν προσπαθούσε κανένας από τους δύο τους. Η Ρενεσμί έβαλε περισσότερη ενέργεια. Μπορούσα να την ακούσω  μετά να γρυλίζει. Νικούσε. Το χέρι της έσπρωχνε το δικό του όλο και πιο χαμηλά. Δεν φάνηκε να του αρέσει αυτό. Εκείνος γρύλισε και έσπρωχνε πιο δυνατά. Το χέρι της Ρενεσμί άρχισε να μετακινείται αργά προς τα πάνω. Ωχ, όχι.


Το τραπέζι κάτω από τους αγκώνες τους κατέρρευσε. Έσπασε σε χίλια κομμάτια που πετάχτηκαν παντού. Όλοι κάλυψαν τα μάτια τους και απομακρύνθηκαν. Αυτό όμως δεν σταμάτησε την Ρενεσμί και αυτόν τον τύπο. Μετακινήθηκαν απλώς σε μια θέση και συνέχισαν.


«Γουάου!» Έλεγε μεταξύ του το πλήθος.


Η Ρενεσμί κοίταζε. Το χέρι της ήταν περίπου δύο εκατοστά μακριά από το τραπέζι. Ούρλιαζε με όλη την προσπάθεια που κατέβαλλε. Κατάλαβα ότι υπήρχε ακόμη ένας λόγος που φώναζε. Της πίεζε το χέρι! Δεν νομίζω ότι ο Τζέικομπ το κατάλαβε.


Έμοιαζε ότι ήταν πολύ συγκεντρωμένος στο να μην αλλάξει σε λυκάνθρωπο μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η Ρενεσμί συνέχισε να φωνάζει. Μπορούσα να δω το χέρι του να την σφίγγει όλο και δυνατότερα. Δεν μπορούσα να μείνω εκεί και τον αφήσω να το κάνει αυτό. Σκέφτηκα να πεταχτώ εκεί και να του σκίσω το κεφάλι. Νομίζω ότι αυτό όμως θα είναι υπερβολικό. Κανένας δεν πειράζει το μωρό μου. Το πήρε πολύ μακριά τώρα. Όλο αυτό το διάστημα έπαιζε μαζί της. Υπάρχει όμως ένα όριο.


«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!» φώναξα καθώς έτρεξα όσο πιο αργά μπορούσα εκεί. Εάν έτρεχα γρήγορα, η κατάσταση θα γινόταν περίεργη.


Δεν σταμάτησαν. Η Ρενεσμί με κοίταξε. «Μαμά;», είπε, αλλά αμέσως κοίταξε πίσω στο χέρι της το οποίο έφτανε πιο κοντά στο τραπέζι κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Το πρόσωπο της γινόταν κόκκινο από όλη την δύναμη που έβαζε.


«Μαμά;», ψιθύρισαν όλοι μέσα στο πλήθος. Φαίνονταν μπερδεμένοι. Υποθέτω αφού ήμουν νέα μαμά, τους φαινόταν παράξενο.


«Είπα σταματήστε!», επανέλαβα για τελευταία φορά καθώς έπιασα το χέρι αυτού του τύπου και το έσφιξα. Το έσφιξα δυνατά.


Ούρλιαξε από πόνο και πετάχτηκε πίσω. Η πλάτη του είχε καμπουριάσει και τα χέρια του άγγιζαν το έδαφος. Με κοίταζε με μίσος στα μάτια του. Ήταν έτοιμος να πεταχτεί πάνω μου. Γρύλισε δυνατά. Ο Τζέικομπ με έσπρωξε πίσω και στάθηκε μεταξύ εμένα και αυτού του τύπου. Ο Τζέικομπ γρύλιζε όσο δυνατά όσο γρύλιζε και αυτός. Σε αυτό το σημείο όλοι έτρεξαν μακριά.


Μόνο 5 άτομα έμειναν τώρα. Ήταν η Άντζελα, αυτός ο τύπος, ο Τζέικομπ, η Ρενεσμί και εγώ. Οι δύο φίλες της Άντζελας έτρεξαν μακριά φωνάζοντας. Η Άντζελα ήταν υπερβολικά παγωμένη από τρόμο για να κινηθεί, ή ακόμη περισσότερο, για να μιλήσει.


Μόλις έφυγαν όλοι από την περιοχή, ο Τζέικομπ και αυτός ο νέος τύπος πετάχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλο.


«Μάρκο σταμάτα! Τι κάνεις; Θα πληγωθεί κάποιος. Σταμάτα! Τι έχεις πάθει; Θα το πω στην μαμά!» φώναξε η Άντζελα ενώ έτρεξε μακριά.


Άρα αυτός ο λυκάνθρωπος είχε όνομα- Μάρκο. Δεν νομίζω ότι ήξερε πως ο Μάρκο ήταν λυκάνθρωπος. Αυτό θα ήταν ενδιαφέρον.


Ο Μάρκο ξάπλωνε στο πάτωμα. Ο Τζέικομπ έμοιαζε να είναι δυνατότερος του. Είχε ένα από τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του Μάρκο. Τον έπνιγε. Όσο και να μην με ένοιαζε να τον σκοτώσει ο Τζέικομπ έπρεπε να παρέμβω. Άρπαξα τον Τζέικομπ και τον τράβηξα μακριά από τον Μάρκο. Ήξερα ότι προφανώς ο Τζέικομπ θα προσπαθούσε να του επιτεθεί ξανά έτσι στάθηκα ‘σταθερά’ εκεί και δεν τον άφησα να περάσει.


«Άφησε με Μπέλλα! Άφησε με να τον σκοτώσω! Θα τον σκίσω σε κομματάκια που πείραξε την Ρενεσμί!» Προσπαθούσε να περάσει. Δεν τον άφησα όμως.


Ο Μάρκο σηκώθηκε πάνω και έτριβε το λαιμό του. Κοίταξα την Ρενεσμί. Κοιτούσε το χέρι της, τρίβοντας το.


«Πήγαινε να βοηθήσεις την Ρενεσμί. Θα κανονίσω εγώ αυτό τον τύπο- ή ό,τι είναι.», είπα στον Τζέικομπ. Κοίταξε προς το μέρος της και κατάλαβε ότι πονούσε. Του κόπηκε η αναπνοή και αμέσως βρέθηκε στο πλευρό της.


Πήγα κοντά σε αυτό τον τύπο και άρπαξα το αριστερό του χέρι. Το έστριψα πίσω από την πλάτη του ενώ αυτός ούρλιαξε. Έπεσε στα γόνατα του από τον πόνο. Στεκόμουν από πίσω του κρατώντας καλά το χέρι του. Ήμουν στα σίγουρα δυνατότερη του. Δεν νομίζω ότι θα ήταν πρόβλημα.


«Ποιος είσαι; Κατ’ ακρίβεια, τι είσαι;» απαιτούσα μια απάντηση.


«Το όνομα μου είναι Μάρκο. Δεν είμαι από εδώ. Μένω στο Βανκούβερ. Άου!» Έπαιρνε κοφτές αναπνοές με κάθε λέξη που έλεγε.


«Συνέχισε», είπα.


«Η ξαδέρφη μου, μου είπε ότι είχε προβλήματα με ένα αγόρι στο σχολείο. Της είπα ότι θα τον νικούσα για αυτήν αλλά είπε ότι ήθελε απλώς να τον ανταγωνιστώ σε μπραντεφέρ.»


«Τον;» Δεν είχα χαλαρώσει το κράτημα μου στο χέρι του. Το αντίθετο, γινόταν όλο και πιο σφιχτό κάθε λεπτό.


«Ναι, τον! Μετά όταν έφτασα εδώ μου είπε ότι ήταν κορίτσι. Δεν ήθελα να το κάνω στην αρχή αλλά δεν μπορούσα να ακυρώσω μια αναμέτρηση. Μετά όταν την είδα μύρισα βρικόλακα. Αλλά δεν ήταν ολόκληρος βρικόλακας. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου μισό βρικόλακα. Δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν. Δεν υπάρχουν και πολλά άτομα που μπορούν να πουν ότι αναμετρήθηκαν σε μπραντεφέρ με ένα μισό βρικόλακα έτσι η ιδέα μου είχε εξάψει το ενδιαφέρον.», κατάφερε να πει ο Μάρκο.


«Μυρίζω λυκάνθρωπο», γρύλισε ο Τζέικομπ.


«Δεν είμαι λυκάνθρωπος!», είπε ο Μάρκο.


«Ναι είσαι! Είσαι τόσο ψεύτης.» Ο Τζέικομπ γρύλισε ακόμα μια φορά και μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο.


Επιτέλους! Ήξερα ότι κρατιόταν για αρκετή ώρα. Περπάτησε δύο βήματα προς το μέρος που είχα τον Μάρκο παγιδευμένο με το χέρι κλειδωμένο στο έδαφος. Πήγε ευθεία μπροστά στο πρόσωπο του και γρύλισε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Μύριζε πολύ άσχημα. Έπρεπε να γυρίσω το κεφάλι μου. Μετά βίας μπορούσα να αντέξω την φυσιολογική του μυρωδιά του λύκου και τώρα με κάνει να μυρίσω την αναπνοή του. Εάν μπορούσα θα έκανα εμετό.


«Εντάξει, εντάξει. Είμαι λυκάνθρωπος. Μα πώς άλλαξες έτσι απλά; Δεν χρειάζεσαι το φεγγάρι για να μεταμορφωθείς;» Ο Μάρκο ήταν δύσπιστος αυτή την στιγμή.


Μάλλον ο Μάρκο δεν ήταν μεταμορφιστής όπως ο Τζέικομπ. Ήταν ένας πλήρης λυκάνθρωπος, που έχει σχέση με την πανσέληνο, ενεδρεύει τις νύχτες και σκοτώνει βρικόλακες. Η σκέψη αυτή με έκανε να στον σφίξω πιο δυνατά.


«Άου! Άου! Σε παρακαλώ μην με σκοτώσεις. Δεν ήθελα να κάνω κακό! Είμαι λυκάνθρωπος μόνο εδώ και μια εβδομάδα!», είπε ο Μάρκο καθώς κατέρρευσε στο πάτωμα. Τον άφησα και πήγα κοντά στην Ρενεσμί. Ο Τζέικομπ έκανε επίσης πίσω και μεταμορφώθηκε ξανά σε άνθρωπο.


«Κοίτα, έχω ακόμη και το σημάδι από την δαγκωνιά για να σας το αποδείξω. Είναι ακόμη εκεί.» Σήκωσε το παντελόνι του και μας έδειξε τον αστράγαλο του. Υπήρχε μια ουλή που θεραπευόταν στο δεξιό μέρος του αστραγάλου του. Φαινόταν λες και κάποιος έσκισε ένα κομμάτι από το πόδι του και το έραψε πίσω αλλά κάτι πήγε πολύ άσχημα λάθος στην πορεία.


«Δεν είμαι λυκάνθρωπος σαν εσένα. Είμαι μεταμορφιστής. Όμως μόνο σε λύκους μπορούμε να αλλάξουμε. Προέρχεται από τους προγόνους μου που πέρασαν αυτό το χάρισμα στις επόμενες γενεές. Όσο υπάρχουν βρικόλακες γύρω υπάρχουν και λυκάνθρωποι.», του είπε ο Τζέικομπ.


«Ναι. Για αυτό τον λόγο πρέπει να σκοτώνουμε όλους τους βρικόλακες.», πρόσθεσε ο Μάρκο.


«Λάθος! Δεν σκοτώνουμε βρικόλακες! Οι βρικόλακες είναι φίλοι μας! Σε αυτή την πόλη είμαστε όλοι μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια. Εάν τολμήσεις να αγγίξεις βρικόλακα εδώ ή οπουδήποτε θα σε κυνηγήσω!» Ο Τζέικομπ ήταν εξοργισμένος.


Ο Μάρκο ήταν μπερδεμένος.


«Γιατί; Πως μπορεί να γίνεται αυτό; Μόλις με δάγκωσαν, μια φωνή μου έλεγε να κυνηγώ και να σκοτώνω όλους τους βρικόλακες που μπορούσα να βρω. Δεν ήθελα. Αλλά η φωνή μου έλεγε να το κάνω. Υποθέτω ότι η φωνή ήταν εκείνος που με δάγκωσε.»


«Διέγραψε όλα όσα έχεις ακούσει από εκείνη την φωνή. Μην σκοτώνεις βρικόλακες! Μην σκοτώνεις κανένα ή τίποτα εκτός και αν βρίσκεσαι σε κίνδυνο. Με ακούς;»


«Ναι», απάντησε ο Μάρκο.


«Τώρα φύγε από εδώ και μην έρθεις πίσω ξανά. Δεν με ενδιαφέρει τι λέει ο καθένας. Εάν το μάθω από κάποιον ότι κυνηγάς βρικόλακες θα έρθω και θα σε βρω μόνος μου.» Τα χέρια του Τζέικομπ ήταν σφιγμένα σε γροθιές.


«Εντάξει», είπε ο Μάρκο καθώς σκουντούφλησε. Έτρεξε μακριά καθώς τον βλέπαμε να φεύγει.


«Ευχαριστώ Τζέικομπ», είπε η Ρενεσμί. Γύρισε προς το μέρος μου. «Νομίζω ότι μου έσπασε το μεσαίο μου δάκτυλο.»


«Τι σκεφτόσουν Ρενεσμί; Μπορούσες να μας σκότωνες! Γιατί δεν με άκουσες; Θα έπρεπε να φεύγαμε! Δεν με άκουσες! Δεν μπορώ να σε πιστέψω!» ξέσπασε ο Τζέικομπ.


«Μα Τζέικομπ…» προσπάθησε να μιλήσει η Ρενεσμί.


«Όχι! Όχι ‘μα Τζέικομπ’. Σοβαρολογώ. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι έβαλες τον εαυτό σου σε κίνδυνο με τέτοιο τρόπο με όλα εκείνα τα άτομα εκεί!» Ο Τζέικομπ κουνιόταν μπροστά και πίσω. Δεν μπορούσε καν να κοιτάξει την Ρενεσμί ενώ της φώναζε.


Μπορούσα να ακούσω τον χτύπο της καρδιάς του να χτυπάει δυνατά σαν να καιγόταν. Ο χτύπος της Ρενεσμί επιταχύνθηκε επίσης όταν άρχισε να της φωνάζει. Ο χτύπος της ήταν ήδη γρήγορος αλλά τώρα ήταν ακόμη πιο γρήγορος. Το πρόσωπο της άρχισε να γίνεται κόκκινο.


Ο Τζέικομπ σταμάτησε να κουνιέται και στάθηκε δύο εκατοστά μακριά από την Ρενεσμί.


«Πήγαινε πίσω στην Αλάσκα με την μαμά σου και μην έρθεις πίσω!» Έκανε παύση. Κανένας δεν είπε τίποτα. «Με άκουσες; Είπα να-μην-έρθεις-πίσω!» Ο Τζέικομπ έφυγε βιαστικά μέσα στο δάσος. Δεν μεταμορφώθηκε καν επειδή ήξερε ότι αν το έκανε θα άκουγαν όλοι τις σκέψεις του. Περίμενε για λίγο.


«Τι; Τι έγινε;», είπε η Ρενεσμί ενώ τα μάτια της άρχισαν να υγραίνουν.


Της πήρε λίγη ώρα να καταπιεί αυτά που έγιναν. Δεν μπορούσε να πιστέψει τι της είχε μόλις συμβεί. Άρχισε να γουρλώνει τα μάτια της. Ψιθύριζε κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω. Την έπιασα πάνω μου και έτρεξα πίσω στην Αλάσκα. Ο Έντουαρντ μας συνάντησε στο μέσο της διαδρομής. Υποθέτω ότι είδε τι έγινε και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας. Πήραμε την κόρη μας σπίτι. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα αύριο.


 

Κεφάλαιο 8: Μίμηση

Ξύπνησα και το μαξιλάρι μου ήταν υγρό από τα δάκρυα. Υποθέτω ότι χθες έκλαψα πολύ για να καταφέρω να κοιμηθώ. Που σημαίνει ότι αυτό που συνέβη χθες ήταν αληθινό. Ήλπιζα ότι θα ήταν ένας μεγάλος εφιάλτης αλλά τα δάκρυα μου, μου έλεγαν μια διαφορετική ιστορία. Τα μάτια μου ήταν τόσο πρησμένα και είχα ένα τεράστιο πονοκέφαλο. Ξάπλωνα ανάσκελα κοιτώντας το ταβάνι. Άρχιζα να θυμάμαι πιο καθαρά αυτά που έγιναν χθες. Τράβηξα τα καλύμματα πάνω από το κεφάλι μου και ευχόμουν ότι κανένας δεν θα με έβρισκε ξανά. Ο πόνος που ένιωθα από το τι έγινε χθες ήταν αρκετός για να με βασανίζει.


Θυμόμουν όλους εκείνους τους μαθητές που ζητωκραύγαζαν. Θυμάμαι το ύφος στο ύφος όλων τους όταν ήρθε η μαμά μου και μας χώρισε. Όλοι είχαν μείνει έκπληκτοι. Αλλά το χειρότερο από όλα, όταν κάθισα στον πάγκο απέναντι τον Μάρκο. Άκουσα κάτι. Άκουσα το ίδιο ακριβώς γέλιο που άκουσα στο δάσος εκείνη την μέρα που έφυγα από το σχολείο. Ήταν το διαβολικό κορίτσι που απλώς γελούσε μαζί μου. Κοίταξα γύρω μου και δεν είδα τίποτα. Κανένας άλλος δεν το άκουσε. Νομίζω ότι τρελαινόμουν. Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Ο Τζέικομπ δεν άκουσε τίποτα έτσι πιθανότατα το φανταζόμουν για ακόμη μια φορά.


Θα ήταν πολύ κακό αν έμενα για πάντα στο δωμάτιο μου; Δεν νομίζω. Θα ξάπλωνα απλώς εκεί και θα σηκωνόμουν για να φάω κάποιες φορές και για να πάω στο μπάνιο. Δεν νομίζω ότι είναι πολύ κακό αυτό. Θα μπορούσα να το συνηθίσω στο τέλος.


Αναρωτιέμαι γιατί ο Τζέικομπ ξέσπασε πάνω μου χθες. Δεν έκανα τίποτα. Κανένας δεν πληγώθηκε εκτός από εμένα. Πράγμα που μου θύμισε- κοίταξα το χέρι μου και είδα δύο μεταλλικές ράβδους κολλημένες γύρω από το μεσαίο μου δάκτυλο. Το κρατούσαν ίσιο. Ξέχασα εντελώς ότι πήγαμε να δούμε τον παππού Κάρλαϊλ μόλις φτάσαμε στην Αλάσκα. Μου έδεσε το χέρι μου. Είπε ότι είχε πάθει διάστρεμμα, δεν είχε σπάσει. Αυτό ήταν ένα καλό πράγμα.


Έμεινα ξαπλωμένη εκεί πιο ακίνητη από ποτέ. Προσπαθούσα να συνηθίσω το γεγονός του να ξαπλώνω έτσι για το υπόλοιπο της ζωής μου. Χωρίς να έχω να ανησυχώ για τίποτα και κανένα. Θα ήταν πολύ μοναχικό αλλά στο τέλος θα τους ξεχνούσα όλους και θα έπνιγα όλα μου τα συναισθήματα ώστε να μην μπορώ να νιώσω τίποτα. Αρχίζω από τώρα. Η αρχή εμένα να μην μιλώ ή να βλέπω κανένα.


Εκείνο το δευτερόλεπτο ο μπαμπάς μου ήρθε μέσα στο δωμάτιο. Λοιπόν, κράτησε για 2.5 δευτερόλεπτα. Αυτό είναι 0.5 δευτερόλεπτα περισσότερα από όσο πίστευα- ξέροντας τον μπαμπά μου.


«Χέι, ξύπνησες. Βγάλε αυτές τις ιδέες από το κεφάλι σου σε παρακαλώ. Δεν μπορείς να μας ξεφορτωθείς τόσο εύκολα Ρενεσμί. Πως νιώθεις τώρα;» ρώτησε καθώς προσπάθησε να κατεβάσει απαλά τα σκεπάσματα από το πρόσωπο μου. Έφτασε να δει μόνο το μέτωπο μου πριν σταματήσει τον εαυτό του.


Δεν του απάντησα. Ξάπλωνα εκεί με τα μάτια μου ανοιχτά και το μυαλό μου κενό. Ο μπαμπάς μου δεν είπε τίποτα άλλο. Με τα χρόνια έμαθα πώς να μην σκέφτομαι τίποτα απολύτως. Ξέρω ότι ο μπαμπάς μου ακούει τις σκέψεις μου, έτσι άρχισα να σκέφτομαι μόνο άσπρο ή μαύρο- το πιο βαθύ μαύρο που μπορούσα. Μάλλον κατάλαβε το νόημα. Σηκώθηκε πάνω, απομακρύνθηκε και έκλεισε την πόρτα. Όταν έκλεισε η πόρτα τράβηξα τα καλύμματα από το  πρόσωπο μου και πήρα μια βαθιά αναπνοή. Ο αέρας κάτω από τα καλύμματα άρχισε να γίνεται ζεστός. Εντάξει, ίσως η ιδέα του να μείνω ξαπλωμένη εδώ για πάντα δεν ήταν και η καλύτερη.


Έτσι αντί για αυτό σηκώθηκα πάνω και άλλαξα. Δεν ήξερα τι ώρα ήταν αλλά ήξερα ότι είχα σχολείο σήμερα. Αποφάσισα να μην μείνω παγωμένη για πάντα. Αντιθέτως, κάνω λες και δεν έγινε τίποτα. Δεν ήθελα να αφήσω το τι έγινε με εμένα και τον Τζέικομπ να επηρεάσει το γεγονός ότι αγαπούσα να μαθαίνω και ήθελα να πάω σχολείο.


Κατέβηκα κάτω και μπήκα στην κουζίνα. Η μαμά και ο μπαμπάς περπατούσαν απλώς μέσα στο σπίτι. Δεν ήξερα τι έκαναν.


«Μαμά, μπορείς να μου φτιάξεις λίγα αυγά; Είμαι κάπως πεινασμένη.», ρώτησα και κάθισα κάτω.


Αντάλλαξαν βλέμματα μεταξύ τους. Ήξερα τι σκέφτονταν. Ήταν και οι δύο σοκαρισμένοι αλλά κράτησαν την έκφραση τους σταθερή ώστε να μην με αναστατώσουν. Μπορούσα να καταλάβω ότι ανησυχούσαν για μένα. Είναι οι γονείς μου, έτσι δεν τους κατηγορώ.


Μόλις τελείωσα το πρωινό τους είπα ότι θα πήγαινα στο σχολείο. Δεν με σταμάτησαν. Άρπαξα την τσάντα μου και έτρεξα. Λάτρευα το γεγονός ότι μπορούσα να τρέξω τόσο γρήγορα όποτε ήθελα. Λάτρευα το αίσθημα του ανέμου στο πρόσωπο μου και στα μαλλιά μου. Ήταν τόσο αναζωογονητικό.


Έφτασα στο σχολείο. Έχασα την πρώτη τάξη αλλά ήταν εντάξει. Δεν με ένοιαζε και πολύ σε αυτό το σημείο. Φοβόμουν όμως να δω τον Τζέικομπ. Όσο και να ήθελα να τον δω, σήμερα δεν είχα την διάθεση. Ήμουν προετοιμασμένη να δω τα κορίτσια σήμερα στο μάθημα της επιστήμης.


Μπήκα μέσα στην τάξη και υπήρχε κάποιος που καθόταν στην θέση μου. 

Κοίταξα από πιο κοντά και ήταν ο Ράιαν. Δεν μπορούσα να μπερδέψω με κανένα τον Ράιαν. Η μυρωδιά του ήταν ακαταμάχητη αλλά μόλις είχα φάει έτσι ήμουν καλά. Ήταν η μυρωδιά του που ήταν σαν πυροδότηση για εμένα την πρώτη μέρα του σχολείου. Καθόταν δίπλα μου αλλά στο διπλανό θρανίο. Δεν θα άφηνα αυτό που μου συνέβη την πρώτη μέρα να συμβεί ξανά.


«Ρενεσμί! Εδώ! Έλα να καθίσεις μαζί μου!» Ο Ράιαν ανέμιζε το χέρι του στον αέρα.


Πήγα κοντά του. Μου άρεσε. Ήταν τόσο γλυκό αγόρι. Όσο ανταγωνιζόμουν σε μπραντεφέρ τον Μάρκο, ο Ράιαν ήταν πίσω μου ζητωκραυγάζοντας για μένα σαν τρελός. Νιώθεις ωραία όταν έχεις κάποιον να σε περιμένει και να περιμένει να σε δει.


Ο Ράιαν και εγώ καθίσαμε στο πίσω μέρος της τάξης μαζί. Γελούσαμε και κάναμε αστεία. Γράψαμε σημειώσεις μαζί και περνούσαμε καλά. Έτσι ήθελα να είναι η τάξη. Παρόλο που ήθελα να τα κάνω όλα αυτά με τον Τζέικομπ – υποθέτω ότι ο Ράιαν θα ήταν αρκετός για τώρα. Δεν ήθελα να ανησυχώ για κορίτσια που ζηλεύουν ή οτιδήποτε παρόμοια ηλίθιο. Τα κορίτσια ήταν εκεί σήμερα. Αλλά σήμερα κράτησαν τα μάτια τους μπροστά τους –για πρώτη φορά.


Το σχολείο πέρασε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Ήμουν τόσο χαρούμενη. Ένιωθα λες και μου είχαν σηκώσει χίλια κιλά πάνω από τους ώμους μου. Εκτός από όλα τα τυχαία βλέμματα στο σχολείο όλα ήταν καλά. Φυσικά και ξέρω γιατί με κοίταζαν όλοι. Κοίταζαν μόνο και μόνο για την μπραντεφέρ-νεαρή μητέρα-και- λυκάνθρωπο-να-γρυλίζει κατάσταση. Έμαθα να το αγνοώ όμως. Η ζωή μου είναι γεμάτη με παράξενα πράγματα. Έτσι δεν με πείραξαν τα παράξενα βλέμματα. Χαμογελούσα απλώς στον κόσμο και συνέχιζα να περπατώ.


Ξαφνικά από το πουθενά η Μέγκαν, η Άντζελα και η Νάτάλι στέκονταν μπροστά μου. Η Μέγκαν και η Νάταλι κοίταζαν στο έδαφος. Η Άντζελα ήταν η μόνη αρκετά γενναία για να με κοιτάξει και ακόμα και να μου μιλήσει. Και πάλι έμοιαζε φοβισμένη όμως.


«Εμ, Ρενεσμί εγώ απλώς – λοιπόν εμείς απλώς- θέλαμε να πούμε συγνώμη για όλα. Σε βάλαμε να περάσεις πολλά και δεν ξέραμε ότι θα έβγαινε εκτός ελέγχου. Ελπίζω να είναι καλά ο Τζέικομπ. Ο ξάδερφος μου έφυγε από το σπίτι και κανένας δεν ξέρει που είναι τώρα.», είπε η Άντζελα. Μόλις σταμάτησε να μιλάει κοίταξε κάτω για να μην με κοιτάζει άλλο στα μάτια.


Δεν ήξερα τι να πω.  Αυτή την στιγμή ήθελα να της τρίψω τα πάντα στο πρόσωπο. Ήθελα να μάθει ότι είχε κάνει λάθος και εγώ ήμουν σωστή. Όμως δεν είχα μεγαλώσει με τέτοιο τρόπο. ‘Ευτυχισμένος μπαμπά;’ είπα στο κεφάλι μου. Ήξερα ότι άκουγε φυσικά. Και εγώ θα το έκανα.


«Είναι εντάξει. Μην ανησυχείς. Όλοι κάνουμε λάθη. Το λάθος ήταν και δικό μου. Εκεχειρία;» Σήκωσα το χέρι μου για να κάνουμε χειραψία.


Το στόμα της έμεινε ανοιχτό. Υποθέτω ότι δεν περίμενε αυτού του είδους την απάντηση. Έμοιαζε σοκαρισμένη. Οι δύο άλλες κοπέλες σήκωσαν το βλέμμα τους και κοίταξαν η μία την άλλη. Έκανα χειραψία με όλες τους. Κάναμε εκεχειρία μεταξύ μας. Ένιωσα καλά. Απομακρυνθήκαμε με καλό τρόπο αυτή την φορά. Κατάφερα ένα καλό πράγμα σήμερα.


«Γουάου, αυτό ήταν παράξενο. Δεν έχω ξαναδεί αυτές τις κοπέλες να λένε συγνώμη σε κάποιον-ποτέ!» Ο Ράιαν είχε επίσης σοκαριστεί. Υποθέτω ότι αυτό ήταν καλό τότε.


«Μάλλον βγάζω τον καλύτερο εαυτό των ατόμων», είπα αστειευόμενη.


«Ναι, μάλλον το κάνεις. Έι! Μπορώ να σε πάω μέχρι το σπίτι σου;» Ο Ράιαν ήταν πολύ γλυκός. «Μπορώ ακόμα και να κρατάω τις τσάντες σου εάν θες.»


«Όχι, είναι εντάξει. Σε ευχαριστώ όμως.» Του χαμογέλασα ώστε να μην πληγώσω τα αισθήματα του. «Το σπίτι μου είναι μακριά, και έχω μακρύ δρόμο να κάνω. Θα σε δω αύριο εντάξει;» Χαμογέλασα και γύρισα για να απομακρυνθώ.


Πριν προλάβω καν να γυρίσω τελείως ο Ράιαν έπιασε το χέρι μου. Γύρισα πίσω και τον κοίταξα απλώς. Κοιτούσε εμένα. Και οι δύο μας κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. Κανένας δεν είπε λέξη. Αυτό με έφερνε κάπως σε δύσκολη θέση.


«Εντάξει τότε. Θα σε δω αύριο.», είπε ο Ράιαν ενώ άφησε το χέρι μου και απομακρύνθηκε.


Μια μεγάλη ριπή ανέμου πέρασε από το πρόσωπο μου. Πήρα μια βαθιά εισπνοή. Μύρισα τον Τζέικομπ. Άνοιξα τα μάτια μου και εξέτασα το έδαφος γύρω μου. Κοίταξα παντού όμως δεν τον είδα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν ήξερα τι θα έλεγα ή θα έκανα εάν τον έβλεπα. Μου λείπει τόσο πολύ. Το στήθος μου άρχισε να πονάει από την σκέψη αυτή. Πιθανότατα η μυρωδιά του ήταν εδώ γύρω αφού έχει ξαναέρθει εδώ. Πιθανότατα η μυρωδιά του περιπλανιόταν παρατεταμένα εδώ περιμένοντας την τέλεια στιγμή για να με βασανίσει φυσικά. Έβγαλα τις σκέψεις από το μυαλό μου και έτρεξα σπίτι.


Πήγα σπίτι στην Αλάσκα αλλά κανένας δεν ήταν σπίτι. Μάλλον βρίσκονταν στο σπίτι των Ντενάλι, που τώρα ήταν η κατοικία των Κάλεν. Σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν τόσο κακό να πάω εκεί και να κάνω αργότερα τα μαθήματα μου. Επίσης μου είχε λείψει η οικογένεια μου.


Μόλις έφτασα εκεί μπορούσα να ακούσω πως όλοι βρίσκονταν στο καθιστικό. Έβγαλα τις μπότες μου-που ήταν καλυμμένες με χιόνι- και πήγα κοντά τους. 


«Έλα εδώ Ρενεσμί. Θέλω να σε δω.» Άκουσα τη μαμά μου να λέει.


Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και με κοίταζαν όλοι. Όταν λέω όλοι, εννοώ όλοι!


Η γιαγιά Εσμί, ο παππούς Κάρλαϊλ, η μαμά, ο μπαμπάς, η θεία Άλις, η θεία Ρόζαλι, ο θείος Έμμετ, ο θείος Τζάσπερ, ο θείος Ελαϊτζάχ και ο θείος Νικολάι. Α, και φυσικά η Πανδώρα. Με πιάνει ρίγος κάθε φορά που την βλέπω.


Κοιτούσα τη μαμά μου επειδή εκείνη ήταν που με κάλεσε.


«Εδώ είσαι γλυκιά μου. Χαίρομαι τόσο πολύ που σε βλέπω.», είπε η μαμά μου.


Αλλά το αστείο είναι, παρόλο που η μαμά μου το είπε αυτό, τα χείλη της δεν κουνήθηκαν. Ήμουν μπερδεμένη. Την κοιτούσα συνεχώς όσο μιλούσε. Τα χείλη της σχημάτισαν ένα χαμόγελο. Μπορούσα να διαβάσω το μυαλό της; Όλοι μου χαμογελούσαν. Τι συνέβαινε;



«Μαμά;» ρώτησα. Ήμουν πολύ μπερδεμένη αυτή την στιγμή.


«Είναι όλα εντάξει γλυκιά μου;», είπε η μαμά. Και πάλι αυτή την φορά τα χείλη της δεν κουνήθηκαν ούτε μια φορά. Αυτό δεν ήταν ένα βρικολακίσιο ‘κάτω από την αναπνοή’ πράγμα επειδή ακόμη και σε αυτό, μπορείς να δεις τα χείλη τους να κουνιούνται.


Την τελευταία φορά που μίλησε συγκεντρώθηκα στο από που ερχόταν. Ερχόταν από τον θείο Ελαϊτζάχ. Εκείνος ήταν που μιλούσε. Όμως γιατί μπορούσα να ακούσω την φωνή της μαμάς μου; Κοίταξα τον θείο Ελαϊτζάχ ενώ οι άλλοι άρχισαν να γελούν.


Η μαμά ήρθε κοντά μου και μου έδωσε ένα φιλί στο κεφάλι. Την ρώτησα για τελευταία φορά τι συνέβαινε. Μου είπε ότι είχαν μάθει πια ποια ήταν η ικανότητα του θείου Ελαϊτζάχ. Μπορεί να μιμηθεί τις φωνές άλλων. Έκαναν αυτή την φάρσα πρώτα στην μαμά. Την έκαναν να νομίζει ότι την φώναζε ο μπαμπάς ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο θείος Ελαϊτζάχ που μιμείτο την φωνή του μπαμπά. Σκέφτηκα ότι αυτό ήταν έξοχο. Του είπα να κάνει τις φωνές όλων μέσα στο δωμάτιο. Δεν ήταν μόνο μια μίμηση, είχε στ’ αλήθεια την φωνή τους. Ήταν λες και είχε κλέψει την φωνή τους για τα λίγα δευτερόλεπτα που μιλούσε. Ήταν έξοχο.


«Μαθαίνουμε για καινούργιες ικανότητες συνεχώς», είπε ο παππούς Κάρλαϊλ. Νομίζω ότι είχε εντυπωσιαστεί περισσότερο από όλους. Λάτρευε να μαθαίνει καινούργια πράγματα σχετικά με τους βρικόλακες.


«Σε αγαπώ Ρενεσμί», είπε ο θείος Ελαϊτζάχ αλλά αυτή την φορά χρησιμοποίησε άλλη φωνή. Χρησιμοποίησε την φωνή του Τζέικομπ.


Δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό. Άρχισα να δαγκώνω νευρικά τα νύχια μου. Το κάψιμο στο στήθος μου επέστρεψε πίσω. Πονούσε πολύ να κρατάς τα δάκρυα σου. Ο πόνος από το να τα κρατάω με έσκιζε εσωτερικά. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί. Έτρεξα έξω από την πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.


«Κοίτα τι έκανες τώρα», είπε η θεία Ρόζαλι καθώς έτρεχα μακριά.


Έτρεξα πίσω στο σπίτι, στο δωμάτιο μου και έκλεισα την πόρτα δυνατά. Βύθισα το πρόσωπο μου μέσα στο μαξιλάρι μου και ούρλιαξα όσο πιο δυνατά μπορούσα.


Κάποιος χτύπησε την πόρτα μου. Δεν του είπα να περάσει, αλλά ήρθε μέσα όπως και να είχε. Κοίταξα μέσα από την άκρη του μαξιλαριού για να δω ποιος ήταν. Ήταν η θεία Ρόζαλι. Περπάτησε προς το κρεβάτι μου.


«Γλυκιά μου, έλα εδώ», είπε καθώς κάθισε στο κρεβάτι. Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στα πόδια της και της είπα όλη την ιστορία.


«Θα μπορούσα να σκοτώσω εκείνο το σκυλί ξέρεις. Απλά πες την λέξη και θα το κάνω. Δεν έχω πρόβλημα να το κάνω. Θα το έκανα εδώ και πολύ καιρό εάν δεν ήταν για τη μαμά σου που ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Και μετά εσύ έγινες η αδελφή ψυχή που περίμενε για καιρό.»


Εκτίμησα την προσφορά αλλά της είπα ότι ήμουν εντάξει για τώρα. Μιλήσαμε για λίγο και μετά με έπεισε να πάω πίσω στο σπίτι της. Ήταν πολύ καλύτερα να είσαι με την οικογένεια παρά μόνη υποθέτω. Τα αισθήματα μου ήταν ανακατεμένα τώρα.


Μόλις φτάσαμε εκεί είδα τον θείο Ελαϊτζάχ, τον θείο Νικολάι και την Πανδώρα να πηγαίνουν κοντά στον Κάρλαϊλ.


«Γιε μου, πρέπει να σου πούμε ότι φεύγουμε. Μην προσβάλλεσαι όμως. Δεν μπορούμε να ζήσουμε με τον τρόπο που ζεις εσύ. Λατρεύουμε το ανθρώπινο αίμα αλλά η δίψα μας για αυτό είναι απλά υπερβολικά ακαταμάχητη. Όλοι εσείς είστε πολύ δυνατοί για να μην υποκύπτετε σε αυτές τις λαχτάρες, αλλά εμείς δεν είμαστε. Μην το σκεφτείς σαν αντίο. Σκέψου το σαν ‘στο καλό’ ή ακόμα και σαν ‘θα σε δω μετά’. Αυτή στα σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία φορά που θα συναντηθούμε. Θα συναντηθούμε ξανά. Έχω την μυρωδιά σου έτσι θα είναι εύκολο να σε βρω. Και είμαι αρκετά σίγουρος ότι και εσείς έχετε την δική μας μυρωδιά. Τώρα για πιο μοντέρνους όρους, εδώ είναι το κινητό μου. Εάν χρειάζεσαι οτιδήποτε, μην φοβηθείς να τηλεφωνήσεις. Σε αγαπώ γιε μου.» ο θείος Νικολάι αγκάλιασε τον παππού.


«Καταλαβαίνω. Ήταν ωραίο που σε είχα αυτό τον καιρό. Θα φυλάξω σαν τα μάτια μου αυτές τις αναμνήσεις.» Ο Κάρλαϊλ δεν φαινόταν υπερβολικά λυπημένος.


Αποχαιρετήσαμε τον θείο Νικολάι, τον θείο Ελαϊτζάχ και την Πανδώρα. Ο Κάρλαϊλ φαινόταν να είναι συγκρατημένος. Νομίζω ότι ήταν χαρούμενος με το γεγονός ότι η ζωή του είχε πια φτιαχτεί. Βρήκε τον χαμένο για πολύ καιρό αδερφό του και επίσης βρήκε τον μπαμπά του που νόμιζε ότι πέθανε πριν τόσα χρόνια. Οι τρεις τους βγήκαν από την πόρτα και εξαφανίστηκαν αμέσως. Ήταν λυπητερό το ότι έφυγαν, αλλά ήξερα βαθιά μέσα μου ότι αυτή δεν ήταν η τελευταία φορά που θα τους βλέπαμε.


Όλοι τους χαλάρωναν μέσα στο σπίτι. Ήταν νύχτα τώρα πια. Είχαν όλοι κυνηγήσει έτσι δεν υπήρχαν και πολλά να κάνουν. Ήμουν κουρασμένη. Νομίζω ότι οι γονείς μου το κατάλαβαν μετά το τρίτο μου χασμουρητό.


«Ας πάμε σπίτι», είπε ο μπαμπάς ενώ έπιασε το χέρι μου.


Συμφώνησα και αποχαιρετήσαμε τους άλλους. Η μαμά ήρθε μαζί μας- προφανέστατα. Καθίσαμε στο καθιστικό. Έξω άρχισε να χιονίζει. Ήταν πανέμορφα. Ξάπλωσα στον καναπέ. Η μαμά ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Έπιασε το κεφάλι μου και το έβαλε πάνω στα πόδια της. Ο μπαμπάς πήγε στο πιάνο. Η μαμά του έγνεψε και εκείνος άρχισε να παίζει το νανούρισμα μου.


Δύο λεπτά μετά, το τηλέφωνο χτύπησε. Σηκώθηκα νωθρά και το απάντησα.


«Παρακαλώ;», ρώτησα, όμως δεν απάντησε κανένας.


Ο μπαμπάς έμοιαζε αναστατωμένος. Προφανέστατα ήξερε ποιος ήταν.


Έκλεισα το τηλέφωνο και ρώτησα τον μπαμπά, «Ποιος ήταν;»


Δεν μου απάντησε.


«Ήταν ο Τζέικομπ, έτσι δεν είναι;» ρώτησα ξέροντας αμέσως την απάντηση όταν ο μπαμπάς δεν μου απάντησε.


Το τηλέφωνο χτύπησε και πάλι. Το απάντησα στο πρώτο κτύπημα.


«Παρακαλώ;» ρώτησα. Δεν απάντησαν. «Τζέικομπ το ξέρω ότι είσαι εσύ. Δεν είναι αστείο.» φώναξα στο τηλέφωνο. Δεν ήταν καν στο αυτί μου. Το κρατούσα μπροστά από το πρόσωπο μου καθώς φώναζα στο κάτω μέρος. Άκουσα. Δεν το έκλεισα ακόμη.


Ο μπαμπάς μου φαινόταν μπερδεμένος.


«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η μαμά τον μπαμπά.


«Αυτός δεν είναι ο Τζέικομπ», είπε ο μπαμπάς.


Ξαφνικά άκουσα εκείνο το διαβολικό γέλιο στο τηλέφωνο. Πέταξα αμέσως το τηλέφωνο στο πάτωμα και πετάχτηκα πίσω. Ήμουν εντελώς σοκαρισμένη. Εκείνο το γέλιο – έκανε όλο μου το σώμα να μουδιάζει. Κοίταξα αυτόματα τους γονείς μου.


«Σας παρακαλώ πέστε μου ότι το ακούσατε αυτό;» φώναξα με τα μάτια μου κλειστά. Σε αυτό το σημείο άρχισα να τρελαίνομαι.


«Ναι. Το άκουσα. Τι συμβαίνει; Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησε ο μπαμπάς μου καθώς έπιασε το τηλέφωνο. Μπορούσα να ακούσω τον ήχο κλήσης. Το έκλεισαν.


Τους είπα όλη την ιστορία για το πώς το άκουσα αρχικά στο δάσος, μετά στον αγώνα μπραντεφέρ όπου κανένας δεν το άκουσε-ούτε καν η μαμά μου. Μόλις μου το είπε- και τώρα στο τηλέφωνο. Φοβόμουν τόσο πολύ. Με κυνηγούσε κάποιος; Τι ήθελε; Τι έκανα λάθος; Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Τα μόνα άτομα που μπορούσα να σκεφτώ ότι με κυνηγούσαν ήταν εκείνες οι τρεις κοπέλες στην τάξη. Αλλά δεν ήθελαν να μου κάνουν κακό. Δεν ήξερα τι να κάνω.


Δεν ήθελα να πάω για ύπνο στο δωμάτιο μου μοναχή μου. Ρώτησα τους γονείς μου εάν μπορούσα να κοιμηθώ στο καθιστικό ενώ έκαναν ό,τι κάνουν συνήθως τη νύχτα. Είπαν ναι και με διαβεβαίωσαν ότι πάντα θα είναι εκεί για μένα, ό,τι και να γίνει. Τους ευχαρίστησα. Τους αγαπούσα πάρα πολύ. Δεν αγάπησα ποτέ κανένα όσο τους αγάπησα αυτούς.


Ο μπαμπάς άρχισε να παίζει και πάλι το νανούρισμα μου. Η μαμά περνούσε τα δάκτυλα της μέσα από τα μαλλιά μου. Ήταν πολύ χαλαρωτικό. Το νανούρισμα μου άρχισε να γίνεται θολό. Έπεφτα σε βαθύ ύπνο.


Ήμουν με τον Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ με κρατούσε στα χέρια του. Με κρατούσε σφιχτά. Το ζεστό του δέρμα χάιδευε το δικό μου. Ήμασταν μόνοι χωρίς να μας νοιάζει τίποτα στον κόσμο. Υπήρχαν θόρυβοι γύρω μας αλλά δεν μπορούσα να τους καταλάβω. Δεν μας ένοιαξε όμως. Με φίλησε. Ήταν τόσο ωραίο. Τα ζεστά του χείλη τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά μου. Ήταν τόσο απαλά αλλά δυνατά την ίδια στιγμή. Είχα τα χέρια μου πάνω στο πρόσωπο του. Σταματήσαμε να φιλιόμαστε. Τα μέτωπα μας άγγιζαν το ένα το άλλο και τα μάτια μας ήταν κλειστά.


«Σε αγαπώ Ρενεσμί. Πάντα θα σε αγαπώ ό,τι και να γίνει.» ψιθύρισε ο Τζέικομπ.


«Και εγώ σε αγαπώ Τζέικομπ», είπα.


Εκείνη την στιγμή τα μάτια μου άνοιξαν. Κοίταξα γύρω μου αλλά δεν κουνήθηκα καθόλου. Ξάπλωνα στο κρεβάτι μου. Πρέπει να ήταν όνειρο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Μου έλειπε ο Τζέικομπ. Μου έλειπε τόσο πολύ που πονούσα. Έκλεισα τα μάτια μου και κοιμήθηκα ξανά. Ένα δάκρυ γλίστρησε από το πρόσωπο μου στο μαξιλάρι. Αύριο θα είναι μια διαφορετική μέρα. Ήλπιζα.


 

Κεφάλαιο 9: Ζήλια

ΤΖΕΙΚΟΜΠ


Τι έχω κάνει; Τι σκεφτόμουνα; Πως μπόρεσα να της πω τέτοιο πράγμα; Ήταν η μόνη που με καταλάβαινε. Είναι η μόνη που αγαπώ με τον τρόπο που την αγαπώ. Ήταν εντελώς αδικαιολόγητο το να της πω εκείνα τα πράγματα. Πιθανότατα πρέπει να έχει φτάσει σπίτι τώρα. Ελπίζω να είναι καλά το δάκτυλο της. Ξέρω ότι ήταν εκεί ο Κάρλαϊλ για να την βοηθήσει έτσι δεν ανησυχώ πολύ για αυτό. Πρέπει να φανώ ήρεμος. Δε θέλω να μάθουν όλοι για αυτό – ειδικά ο Σαμ. Ξέρω ότι θα φρικάρει εάν μάθει ότι υπήρχε ένα αληθινός άγνωστος λυκάνθρωπος στο έδαφος μας. Ακόμη χειρότερα θα φρίκαρε με τον τρόπο που τα χειρίστηκα με την Ρενεσμί. Θα θύμωνε που ξέσπασα πάνω της και της είπα να φύγει. Και μετά θα το μάθει η Έμιλι και δεν θα ακούσω ποτέ τέλος σε αυτό. Δεν ήθελα να το αντιμετωπίσω τώρα.


Δεν ξέρω γιατί έδρασα με τέτοιο τρόπο. Δεν ξέρω γιατί θύμωσα τόσο πολύ. Ήθελα μόνο η Ρενεσμί να είναι ασφαλής και χαρούμενη. Αυτή τη στιγμή είναι ασφαλής όμως όχι χαρούμενη. Και εγώ είμαι ο λόγος για αυτό. Δεν μπορώ παρά να είμαι υπερπροστατευτικός μαζί της. Δεν θέλω να της συμβεί τίποτα. Μόνο το να σκέφτομαι ότι είναι σε κίνδυνο με αναστατώνει πολύ. Δεν έχω κανένα άλλο να ξεσπάσω εκτός από εκείνη. Θυμώνω τόσο πολύ επειδή φοβάμαι για την ασφάλεια της. Πρέπει να ελέγξω τον θυμό μου. Τα μόνα άτομα που υποφέρουν από αυτό είναι εγώ και η Ρενεσμί. Δεν θέλω να  είναι έτσι.


Το μόνο που μπορούσα να κάνω τώρα ήταν να πάω σπίτι και να προσπαθήσω να μην το σκέφτομαι. Έτρεξα σπίτι, έτρεξα στο δωμάτιο μου περνώντας τον Μπίλι και έκλεισα την πόρτα δυνατά. Έτρωγε βραδινό. Δεν είχα καν τη διάθεση για να φάω. Λοιπόν, αυτό ήταν αλλόκοτο.


«Έι, τι έχεις εσύ;» ρώτησε ο Μπίλι όταν πέρασα από δίπλα του.


«Τίποτα! Άφησε με μόνο.» φώναξα.


«Χριστέ μου, αυτό το παιδί γίνεται πιο παράξενο κάθε μέρα», άκουσα τον Μπίλι να λέει κάτω από την αναπνοή του.


Πήγα να κοιμηθώ και περίμενα απλώς να έρθει η επόμενη μέρα. Ίσως πάω στην Αλάσκα και να απολογηθώ.


***


Ξύπνησα το πρωί και τηλεφώνησα στη Ρενεσμί. Αυτό ήταν. Θα τηλεφωνούσα και θα της απολογούμουν. Χτύπησε μια φορά και απάντησε ο Έντουαρντ.


«Γεια Έντουαρντ. Είναι εκεί η Ρενεσμί;» ρώτησα.


«Όχι. Πήγε στο σχολείο σήμερα.» απάντησε ο Έντουαρντ.


«Εντάξει, ευχαριστώ» έκλεισα γρήγορα.


Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι πήγε στ’ αλήθεια σχολείο χωρίς εμένα. Λοιπόν, αφού το αγαπούσε τόσο πολύ, τότε γιατί όχι.


Πήγα στο σχολείο για να δω αν ήταν εκεί. Δεν ήταν. Σκέφτηκα ότι σίγουρα θα είχε έρθει μέχρι τώρα. Μάλλον όχι. Όμως περίμενα. Ήλπιζα ότι θα ερχόταν σύντομα. Περίμενα για περίπου δύο ώρες. Εμφανίστηκε στην δεύτερη περίοδο. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήταν τόσο όμορφη. Δεν την είδα να μπαίνει μέσα αλλά μπορούσα να την δω στην τάξη να κάθεται δίπλα σε αυτό τον Ράιαν. Φαινόταν χαρούμενη.


Έι, τι κάνουν αυτά τα κορίτσια; Γιατί πήγαν κοντά στη Ρενεσμί; Θα πήγαινα εκεί τώρα αλλά δεν ήθελα να με δουν. Στ’ αλήθεια τους άκουσα να μιλάνε για εκεχειρία τώρα; Χμ, υποθέτω ότι η Ρενεσμί μπορούσε να προσέχει τον εαυτό της. Ίσως δε με χρειαζόταν τελικά. Εύχομαι απλώς ο Ράιαν να άφηνε τη Ρενεσμί μόνη της. Φαινόταν υπερβολικά άνετος γύρω της. Δεν μου άρεσε αυτό.


Τι είπε μόλις τώρα ο Ράιαν; Προσφέρθηκε στ’ αλήθεια να πάρει τη Ρενεσμί σπίτι της; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Της την πέφτει. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα και τα χέρια μου είχαν σχηματίσει σφιχτές γροθιές. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Μόλις της έπιασε το χέρι. Τι κάνει; Μπορούσα να τον σκοτώσω.


Έκανα ένα βήμα μπροστά. Έπρεπε να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Ήξερα ότι αν πήγαινα εκεί θα τον σκότωνα. Επίσης δεν ήθελα να ξέρει η Ρενεσμί ότι κρυβόμουν στο δάσος παρακολουθώντας την. Είναι λίγο αλλόκοτο. Αλλά έπρεπε. Δεν μπορούσα να μείνω για πάντα στο δωμάτιο μου.


Η Ρενεσμί δεν δέχτηκε. Παραλίγο. Αλλά και πάλι. Απομακρυνόταν τώρα. Μπορούσα να τον ακολουθήσω και να σιγουρευτώ ότι δεν θα ξαναμιλήσει στη Ρενεσμί.


Η Ρενεσμί εισέπνευσε και γύρισε. Κρύφτηκα γρήγορα πίσω από ένα δέντρο.


Παραλίγο να με δει! Πρέπει όμως να με μυρίστηκε. Φτου! Πρέπει να σιγουρευτώ την επόμενη φορά να κοιτάξω προς τα πού κινείται ο άνεμος. Ήμουν ακόμη τόσο αναστατωμένος. Τι νομίζει ότι κάνει ο Ράιαν; Της αρέσει της Ρενεσμί; Τι θα γίνει αν της αρέσει; Τι θα γίνει εάν με ξεπέρασε και τώρα προχώρησε σε αυτόν. Πρέπει να ηρεμίσω αλλιώς θα μεταμορφωθώ.


Όσο περισσότερο έλεγα στον εαυτό μου να ηρεμίσει, τόσο περισσότερο έβλεπα την διαδικασία μεταμόρφωσης να προχωράει. Το δέρμα μου έτρεμε περισσότερο όσο το σκεφτόμουν. Έτσι έτρεξα. Προσπάθησα να κουράσω τον εαυτό μου. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα και όσο πιο μακριά μπορούσα. Έτρεξα στο μόνο μέρος που ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να δω κανένα. Έτρεξα στο πάρκο που πήγα τόσα χρόνια πριν όταν η Μπέλλα εγκυμονούσε τη Ρενεσμί. Ήταν την στιγμή που έμαθα ότι ο Έντουαρντ ήταν πια με το μέρος της, να κρατήσει το μωρό. Εκείνες ήταν κάποιες μπερδεμένες στιγμές. Δεν είχα τόσο άσχημο μείγμα από συναισθήματα σε όλη μου τη ζωή.


Μόλις έφτασα στο πάρκο σταμάτησα να τρέχω. Κοίταξα σε όλα εκείνα τα ευτυχισμένα άτομα. Με κοίταξαν καθώς περπάτησα δίπλα τους. Αναρωτιέμαι πως έμοιαζα σε αυτούς. Όλοι ήταν τόσο μικροί σε σύγκριση με εμένα.


«Αυτό είναι αστείο. Δεν πίστευα ότι θα σε έβλεπα εδώ ξανά.», είπε μια φωνή από πίσω μου.


Γύρισα πίσω μου για να δω μια μικρή γυναίκα που κρατούσε το γιό της. Ήταν περίπου 4 χρονών μάλλον. Μπορεί και να έκανα λάθος όμως. Δεν ήμουν καλός σε τέτοιου είδους πράγματα. Είχε φακίδες που κάλυπταν τη μύτη και τα μάγουλα του. Ποιο ήταν αυτό το άτομο; Δεν την έχω συναντήσει ξανά.


«Συγνώμη, αλλά σε γνωρίζω;» ρώτησα. Φοβόμουν να το πω αυτό. Φαινόταν αγενές.


Χαμογέλασε και έγειρε το κεφάλι της. Είχε μια μικρή λακκούβα στο μέσο του πιγουνιού της. Τα ανοιχτόχρωμα κοκκινόχρυσα μαλλιά της έπεσαν για να καλύψουν τη μεριά του πρόσωπου της όταν κοίταξε κάτω. Με το ελεύθερο της χέρι έσπρωξε τα μαλλιά της πίσω από το αυτί του. Κοίταξε ξανά εμένα και μίλησε ντροπαλά.


«Δεν πίστευα ότι θα με θυμόσουν. Άλλαξα αρκετά. Αλλά εσύ από την άλλη φαίνεσαι ακριβώς ο ίδιος. Πως το έκανες αυτό; Μάλλον είναι αντρίκιο θέμα. Εσείς τα αγόρια δεν αλλάζετε ποτέ.» Γέλασε.


Την άφησα να μιλήσει. Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Την κοίταζα βαθιά. Κοιτούσα βαθιά μέσα στα μάτια της. Είχαν χρώμα κανέλλας. Υπήρχε μόνο ένα άτομο που θυμόμουν με χρώμα ματιών σαν κανέλα. Άρχιζα να θυμάμαι τώρα. Την γνώριζα. Το πρόσωπο της άλλαξε αρκετά αλλά είμαι σίγουρος. Είμαι σίγουρος ότι ήταν αυτή!


«Σε θυμάμαι τώρα! Ήσουν το νέο κορίτσι που γνώρισα πριν πολύ καιρό. Ήσουν η μόνη που μου μίλησε όταν ήμουν αναστατωμένος. Εμ, Λίζι σωστά;» ρώτησα. Ήταν λες και άναψε μια λάμπα μέσα στο μυαλό μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι το θυμόμουν αυτό. Συνέχισα να μιλάω.


«Λυπάμαι τόσο πολύ. Ήμουν πολύ αγενής πριν τόσα χρόνια. Δεν το εννοούσα που έφυγα έτσι. Ήμουν σε κακή κατάσταση. Προσπαθούσα να ξεπεράσω κάποια και κάθε κορίτσι που έβλεπα εδώ μου την θύμιζε. Δεν ήθελα να είμαι τόσο αγενής μαζί σου.» Απολογήθηκα.


Μου χαμογέλασε. Δεν φαινόταν αναστατωμένη.


«Δεν πειράζει. Έγινε πριν τόσα χρόνια. Δεν μου αρέσει να κρατάω κακία. Υπήρχε κάτι διαφορετικό με εσένα. Ήσουν διαφορετικός από όλα τα αγόρια που είχα γνωρίσει. Μου είχες εξάψει το ενδιαφέρον υποθέτω. Τίποτα άλλο. Είναι ωραία που σε βλέπω ξανά. Άσε με να μαντέψω. Έχεις ακόμη ένα πρόβλημα από το οποίο τρέχεις μακριά έτσι; Βλέπω ότι δεν έκλεψες κανένα ακριβό αμάξι αυτή τη φορά όμως.» Έβαλε τον γιο της κάτω και του είπε να τρέξει γύρω με τα άλλα παιδιά.


«Πως το ήξερες;», την ρώτησα σοκαρισμένος.


«Διδάσκω ψυχολογία. Μπορώ να το καταλάβω. Οι άνθρωποι τείνουν να έρχονται πίσω σε μέρη που νιώθουν ασφάλεια. Και αφού μου είπες ότι ήρθες εδώ όταν ήσουν άνω κάτω την πρώτη φορά, υπέθεσα απλώς το ήσουν στην ίδια κατάσταση και τώρα.», είπε με ένα υπεροπτικό χαμόγελο. Ήξερε προφανέστατα ότι είχε δίκαιο.


Ήταν καλή! Της είπα τι έγινε. Δεν τα είπα όλα φυσικά. Της είπα ότι θύμωσα με τη Ρενεσμί και δεν ήξερα τι να κάνω για να το κάνω καλύτερο. Δεν ήμουν ποτέ εκείνος που θα απολογείτο. Μισούσα να απολογούμαι. Στην πραγματικότητα μισούσα να έχω κάνει λάθος. Ήμουν πολύ ξεροκέφαλος για να πω συγνώμη. Το παραδεχόμουν. Ήξερα ότι ήμουν πεισματάρικο άτομο. Μου είπε να το ξεχάσω και να πάω στη Ρενεσμί και να απολογηθώ. Μου έδωσε κάποιες καλές συμβουλές.


«Ευχαριστώ πολύ!», είπα.


«Παρακαλώ», απάντησε.


«Λοιπόν, πρέπει να πηγαίνω. Ήταν πολύ ωραία που σε είδα εδώ σήμερα.»


«Ναι το ξέρω. Ήταν ωραία που σε είδα. Αν όλα πάνε καλά μια μέρα θα σε δω ξανά. Ίσως θα πρέπει να φέρεις αυτήν τη Ρενεσμί μαζί σου. Ακούγεται χαριτωμένη. Νομίζω ότι θα της άρεσε πολύ εδώ. Αυτό το πάρκο είναι πολύ όμορφο εάν εκτιμήσεις αυτά που έχει να προσφέρει.» Μου τέντωσε το χέρι της. Φαινόταν αμήχανη για αυτή την απόφαση.


Έπιασα το χέρι της και κάναμε χειραψία. Την τελευταία φορά  που πήγε να μου κουνήσει το χέρι μου εγώ απλώς το κοίταζα μέχρι να το αφήσει να πέσει. Δεν κατάλαβα πόσο αλαζονικό ήταν μέχρι τώρα. Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο καθώς περπατήσαμε σε αντίθετες κατευθύνσεις.


Γύρισα πίσω μου και κοίταξα μια φορά. Το πάρκο ήταν  στα αλήθεια όμορφο. Δεν το είχα καταλάβει πριν. Όσες φορές είχα έρθει εδώ είχα τόσα πολλά μέσα στο μυαλό μου που δεν είχα ποτέ τον χρόνο να δω όλη την εικόνα.


Έτρεξα σπίτι. Θα τηλεφωνούσα στη Ρενεσμί για δεύτερη φορά και θα έλεγα συγνώμη. Θα έλεγα αυτή ακριβώς τη λέξη: Συγνώμη. Αυτή τη φορά εύχομαι να απαντήσει. Θα αγνοούσα την περηφάνια μου και απλώς θα το έκανα. Είχα λάθος. Εγώ ήμουν αυτός που έφταιγε τώρα. Εγώ έπρεπε να πω συγνώμη. Όχι αυτή. Μπορώ να το κάνω. Ξέρω ότι μπορώ να το κάνω. Έφτασα σπίτι, άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ήταν αρκετά αργά. Ο Μπίλι κοιμόταν ήδη. Έπιασα το ασύρματο τηλέφωνο και σχημάτισα αργά τον αριθμό του σπιτιού της Ρενεσμί. Στο διάστημα αυτό διαβεβαίωνα τον εαυτό μου ότι μπορούσα να το κάνω. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα. Στάθηκα μπροστά στο κρεβάτι μου. Μπορώ να το κάνω. Μπορώ να το κάνω. Μπορώ να το κάνω.


Χτυπούσε.


«Παρακαλώ;» απάντησε η Ρενεσμί. Ήταν τόσο ωραίο που άκουγα την πανέμορφη της φωνή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Απάντησε εκείνη. Άνοιξα το στόμα μου αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν. Τις έλεγα μέσα στο κεφάλι μου. «Ρενεσμί, ζητώ συγνώμη. Σε παρακαλώ συγχώρεσε με. Δεν ήθελα να σε βλάψω. Σε αγαπώ τόσο πολύ.» Δεν βγήκε ούτε μια λέξη από το στόμα μου όμως.


Το έκλεισε. Γρύλισα και πέταξα το τηλέφωνο στον τοίχο. Έσπασε σε τρία μεγάλα κομμάτια.


«Να πάρει!» είπα δυνατά. Μόλις είχε αγοράσει το τηλέφωνο ο μπαμπάς μου. Θα με σκότωνε. Τον άκουσα να ροχαλίζει στο άλλο δωμάτιο.


Ξαφνικά το τρίχωμα στα χέρια μου σηκώθηκε και ένιωθα τρέμουλο σε όλο μου το κορμί. Ήταν τόσο παράξενο. Δεν το έχω νιώσει ξανά πριν. Ένιωθα λες και η Ρενεσμί με χρειαζόταν. Το κρεβάτι είχε ακόμη τη μυρωδιά της. Κοιμήθηκα αμέσως και είχα όνειρα με τη Ρενεσμί όλη τη νύχτα.


***


Ξύπνησα το πρωί ακούγοντας τον Μπίλι να μαλώνει  με κάποιον στο τηλέφωνο. Νομίζω ότι μιλούσε στο Σαμ. Έκλεισε το τηλέφωνο και κύλησε προς το μέρος μου σε μέγιστη ταχύτητα. Φοβήθηκα. Λοιπόν, δεν φοβήθηκα ότι θα πληγωθώ. Αλλά τι έκανα τώρα; Ο Μπίλι φαινόταν πολύ αναστατωμένος.


«Όλα με τη σειρά τους. Πρώτον, τι στο καλό έκανες στο τηλέφωνο μου;» Έδειξε στο δωμάτιο μου και στο πάτωμα ήταν το σπασμένο τηλέφωνο. Δεν το μάζεψα καν χθες τη νύχτα. Ξέχασα εντελώς.


Δεν του απάντησα. Κοίταξα απλώς το δωμάτιο μου και μετά κοίταξα πίσω σε αυτόν. Μπορούσα να το καταλάβω ότι δεν είχε τελειώσει ακόμη.


«Δεύτερον, γιατί δε μου είπες ότι υπήρχε ένας άλλος λυκάνθρωπος στην πόλη μας; Ούτε καν- γιατί δεν είπες σε κανένα από εμάς ότι υπήρχε ένας λυκάνθρωπος;» Σταύρωσε τα χέρια του. Τα μάτια του εξογκώνονταν από το κεφάλι του. Ο Μπίλι ήταν εκνευρισμένος.


«Ησύχασε μπαμπά. Δεν το είπα σε κανένα επειδή δεν ήταν και μεγάλο θέμα. Δεν ήταν ένας κανονικός λυκάνθρωπος. Ήταν ένα Παιδί της Σελήνης. Ήταν πρωτάρης ακόμη. Τον άφησα να φύγει και του είπα να μην πειράξει κανένα βρικόλακα. Η Μπέλλα και εγώ τον κάναμε να φοβηθεί αρκετά ώστε έτρεξε μακριά με την ουρά στα σκέλια. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για αυτόν. Δεν θα επιστρέψει. Ποιος σου είπε τέλος πάντων;»


«Ο Σεθ τηλεφώνησε στον Έντουαρντ για να ελέγξει τι κάνουν. Ακόμη δεν το καταλαβαίνω αυτό το παιδί. Τέλος πάντων, και ο Έντουαρντ του το είπε.», είπε ο Μπίλι καθώς κύλησε την καρέκλα του μέσα στο δωμάτιο μου για να πιάσει τα κομμάτια του τηλεφώνου.


«Ο Έντουαρντ. Φυσικά.», είπα κάτω από την αναπνοή μου.


«Τι είπες;» ρώτησε. Είχε σηκώσει τα φρύδια του. Ήταν πολύ θυμωμένος μαζί μου.


«Τίποτα. Πρέπει να φύγω.» Έπιασα μια φανέλα από τον κάλαθο με τα άπλυτα που φαινόταν αρκετά καθαρό και το φόρεσα. Ήμουν έτοιμος να τρέξω έξω από την πόρτα αλλά είδα το Μπίλι να προσπαθεί με δυσκολία να πιάσει τα κομμάτια του τηλεφώνου που έσπασα. Έτρεξα μέσα στο δωμάτιο μου, έπιασα τα κομμάτια με δύναμη και τα έβαλα πάνω στα πόδια του Μπίλι. Μετά έτρεξα έξω από την πόρτα.


Το σχολείο είχε σχεδόν τελειώσει και είμαι σίγουρος ότι η Ρενεσμί δεν έχασε αυτή τη μέρα του σχολείου. Κτύπησε το κουδούνι και εμφανίστηκε. Δεν φαινόταν χαρούμενη σήμερα. Κάτι συνέβαινε. Είμαι συνηθισμένος να την βλέπω να γελάει και να χαμογελάει. Με πονούσε πολύ που την έβλεπα να κοιτάει το έδαφος χωρίς καθόλου συναίσθημα στο πρόσωπο της. Που να πάρει! Αυτή είναι η ευκαιρία μου. Θα πάω να της πω συγνώμη αυτή τη στιγμή.


Πριν μπορέσω καν να τελειώσω την σκέψη μου, ο Ράιαν ήρθε έξω από το σχολείο και πιάστηκε αγκαζέ με τη Ρενεσμί. Γύρισε πάνω του και του χαμογέλασε. Άρχισα να γρυλίζω. Προσπάθησα όμως να το κρατήσω μέσα μου. Δεν ήθελα να ακούσει η Ρενεσμί. Αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Έπρεπε να το είχα κάνει. Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ να πω συγνώμη; Δεν είχα τόσο πρόβλημα να πω συγνώμη πριν. Λοιπόν, ίσως είναι επειδή δεν έχω πει ποτέ μου συγνώμη.


Πήγα πίσω στο δέντρο που κρυβόμουν χθες. Ένιωσα σαν ένας κυνηγός. Αυτό ήταν τρελό. Δεν με νοιάζει. Άκουγα τον Ράιαν και τη Ρενεσμί να μιλάνε.


«Ε.. μήπως μπορούμε απόψε να πάμε για φαγητό;», ρώτησε ο Ράιαν.


«Εμ, δεν ξέρω», απάντησε η Ρενεσμί.


Πες όχι Ρενεσμί. Απλά πες όχι. Αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ. Τα πόδια μου έτρεμαν. Το τρέμουλο μετακινιόταν σε όλο μου το κορμί.


«Ω, σε παρακαλώ. Θα έχει πλάκα στο υπόσχομαι. Μπορώ να σε πάρω από το σπίτι σου και μπορούμε να βγούμε έξω.»


«Όχι. Δεν χρειάζεται να με πάρεις. Κατ’ ακρίβεια ξέρεις κάτι; Πάμε έξω. Όμως όχι απόψε. Πάμε τώρα. Δεν έχω διάθεση να πάω σπίτι μου τώρα. Μπορώ να δανειστώ το κινητό σου όμως για να καλέσω τους γονείς μου;», είπε η Ρενεσμί.


«Αλήθεια; Ωραία! Ναι σίγουρα, έλα.» Ο Ράιαν έβγαλε το τηλέφωνο του από την τσέπη του σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Φαινόταν χαρούμενος.


Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι της ζήτησε να βγουν! Το χειρότερο από όλα- δεν μπορώ να πιστέψω ότι είπε ναι! Το τρέμουλο πήγε από τα πόδια μου, στο στήθος μου, στα χέρια μου. Μπορούσα να το νιώσω βαθιά μέσα στα κόκκαλα μου. Έτρεξα μέσα στο δάσος. Δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Άλλαξα. Έτρεξα στο σπίτι του Σαμ.


Ο Σαμ άλλαξε σε λυκάνθρωπο επίσης και αμέσως ήξερε τα πάντα. Ήταν πολύ ευκολότερο από το να του τα πω όλα ξανά. Υποθέτω ότι αυτό ήταν ένα από τα καλά μέρη του να είσαι λυκάνθρωπος. Δεν χρειαζόταν να τους πω όλη μου την ιστορία.


Ο Σαμ θύμωσε μαζί μου που δεν του το είπα από την αρχή. Εγώ απλώς στάθηκα εκεί και το αποδέχτηκα. Ο Σαμ μου είπε επίσης να ηρεμίσω για τη Ρενεσμί.


Είχα ξανά αυτό το αίσθημα κάτω από το δέρμα μου. Το τρέμουλο άρχισε πάλι, αλλά αυτή τη φορά ήταν χειρότερο. Ίσως πολλαπλασιάζεται επειδή είμαι λυκάνθρωπος.


Ξαφνικά άκουσα ένα ουρλιαχτό μεγάλης έντασης. Ήταν η Ρενεσμί. Ρώτησα τον Σαμ εάν το άκουσε αυτό και είπε όχι. Ήξερα ότι τα αυτιά μου δε με ξεγελούσαν. Έπρεπε να πάω να βρω τη Ρενεσμί. Είχε πρόβλημα και εγώ ήμουν ο μόνος που μπορούσε να βοηθήσει.


 

Κεφάλαιο 10: Αναπάντεχη Επανένωση

ΡΕΝΕΣΜΙ


Αυτές οι τρεις μέρες πέρασαν πολύ αργά. Ένιωθα λες και οι μέρες μου ήταν τόσο άδειες. Παρόλο που έχουν περάσει μόνο 3 μέρες νιώθω τόσο άδεια και μέσα μου επίσης. Χρειάζομαι τον Τζέικομπ. Αναρωτιέμαι αν του έχω λείψει όσο έχω εγώ εκείνον. Ω και λοιπόν, δεν υπάρχει τρόπος να μάθω. Το σχολείο ήταν πολύ βαρετό. Ο Ράιαν ήταν μαζί μου όλη μέρα. Η τάξη δεν ήταν η ίδια χωρίς τον Τζέικομπ. Μου έλειψε το να τον σκουντώ για να ξυπνήσει και να του διαβάζω ενώ κοιμόταν.


Δεν κατάλαβα καν όσα έγιναν σήμερα στο σχολείο. Ονειροπολούσα. Ήμουν στο δικό μου μικρό κόσμο. Ο Ράιαν μου μιλούσε και άνοιγε συζήτηση αλλά δε νομίζω ότι του απαντούσα καν. Δεν θυμάμαι καν να του είπα και πολλά σήμερα. Ίσως να του είπα χωρίς ούτε καν να το καταλάβω.


Πριν να το καταλάβω, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν το κουδούνι για τη λήξη της ημέρας. Βγήκα έξω μόνη μου. Δεν ένιωθα καλά. Δεν ξέρω τι ήταν. Ίσως να αρρώσταινα. Μπορούν οι μισοί βρικόλακες να αρρωστήσουν; Δεν ήξερα καν. Το στομάχι μου ένιωθε άδειο όμως δεν πεινούσα. Ένιωθα λες και ένα μέρος μου έλειπε. Υποθέτω ότι αυτό ήταν επειδή δεν έχω δει ή μιλήσει καν στον Τζέικομπ εδώ και λίγο καιρό.


Πήρα μια βαθιά εισπνοή για να αναστενάξω βαθιά αλλά μπόρεσα να μυρίσω τον Ράιαν. Μύριζε τόσο ωραία. Ξαφνικά κάποιος ήρθε πίσω μου από το πουθενά και πέρασε το χέρι του κάτω από το δικό μου. Φυσικά και ήταν ο Ράιαν. Το ήξερα αμέσως ότι ήταν αυτός. Νόμισα ότι τον έχασα. Για που έφυγε; Ήταν ο μόνος που μπορούσα να μιλήσω αυτή την στιγμή. Ήταν εκεί για μένα. Ένιωθα λες και κάποιος με παρακολουθούσε. Αλλά ήξερα ότι ήταν η τρέλα μου που μιλούσε μέσα στο κεφάλι μου πάλι.


«Ε.. μήπως μπορούμε απόψε να πάμε για φαγητό;», με ρώτησε ο Ράιαν. Γιατί μου το έκανε τώρα αυτό;


«Εμ, δεν ξέρω», απάντησα. Δεν ήθελα να πάω αυτή τη στιγμή. Κάποια άλλη φορά θα ήταν καλύτερη. Δεν ήθελα να πληγώσω όμως τα αισθήματα του.


Με κοιτούσε με τα κουταβίσια του μάτια. Έμοιαζε λες και αν έλεγα όχι πάλι θα άρχιζε να κλαίει.


«Ω, σε παρακαλώ. Θα έχει πλάκα στο υπόσχομαι. Μπορώ να σε πάρω από το σπίτι σου και μπορούμε να βγούμε έξω.» Ο Ράιαν με ικέτευε.


«Όχι. Δεν χρειάζεται να με πάρεις. Κατ’ ακρίβεια ξέρεις κάτι; Πάμε έξω. Όμως όχι απόψε. Πάμε τώρα. Δεν έχω διάθεση να πάω σπίτι μου τώρα. Μπορώ να δανειστώ το κινητό σου όμως για να καλέσω τους γονείς μου;»


Δεν ήθελα να ξέρει που ζω. Θα υποπτευόταν το πώς έρχομαι στο σχολείο στην ώρα μου και θα άρχιζε να με ρωτάει τόσες ερωτήσεις που δεν θα ήθελα να απαντήσω. Το να πω ναι αυτή τη στιγμή φαινόταν ο μόνος τρόπος που θα με έσωζε από προβλήματα.


«Αλήθεια; Ωραία! Ναι σίγουρα, έλα.» Ο Ράιαν έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και μου έδωσε γρήγορα το τηλέφωνο του.


Απομακρύνθηκα δύο βήματα μακριά ώστε να μην ακούσει τη συνομιλία μας. Μίλησα σιγανά. Είπα στο μπαμπά μου ότι θα έβγαινα με τον Ράιαν. Δεν φάνηκε πολύ ευχαριστημένος με αυτό. Με ρώτησε που ήταν ο Τζέικομπ. Του είπα ότι δεν ήξερα. Ήταν κάπου μακριά κάνοντας κάτι. Ο μπαμπάς μου αναστέναξε και μου είπε να περάσω καλά.


Ο Ράιαν και εγώ πήγαμε σε ένα εστιατόριο με χάμπουργκερ. Από ότι φαίνεται είχαν τα καλύτερα χάμπουργκερ, όπως λέει ο Ράιαν. Καθίσαμε κάτω και φάγαμε. Δεν μου φαινόταν φυσιολογικό αυτό. Έμοιαζε με ραντεβού. Ήξερα ότι δεν ήταν αλλά δεν ξέρω τι νομίζει ο Ράιαν ότι είναι. Δεν μου άρεσε να βγαίνω με άλλα αγόρια. Χαμογελούσα απλώς σε ό,τι έλεγε ο Ράιαν και προσπαθούσα να περάσω καλά.


«Λοιπόν τι έπαθε ο Τζέικομπ; Δεν τον έχω δει εδώ και αρκετό καιρό.», είπε ο Ράιαν παίρνοντας μια μεγάλη δαγκωματιά στο χάμπουργκερ του. Λίγο από το φαγητό πέταξε έξω από το στόμα του. Αυτό ήταν πολύ αηδιαστικό.


Όποτε έκανε αυτά τα αηδιαστικά πράγματα και με ‘έσβηνε’ εντελώς, έκλεινα τα μάτια μου και έπαιρνα μια βαθιά αναπνοή. Έπαιρνα τη μυρωδιά του αίματος του. Αυτό έκανε τα πράγματα πολύ καλύτερα. Δεν θα τον ανεχόμουν τόσο καιρό εάν δε μύριζε το αίμα του τόσο ωραία.


Δεν είχα ποτέ ξανά την επιθυμία να το πιω μετά την πρώτη μέρα του σχολείου, αλλά ακόμη κάποιες φορές αναρωτιέμαι τι γεύση έχει. Κάθε τύπος αίματος έχει μια διαφορετική γεύση. Μπορούσα να καταλάβω τη διαφορά μεταξύ ανθρώπινου και ζωικού αίματος. Δεν υπάρχει σύγκριση όταν είναι για ανθρώπινο αίμα. Όταν συνήθιζα να πίνω από την αποθήκη που είχαν οι γονείς μου, μπορούσα να πω από πού ερχόταν το καθένα. Δεν είναι όλο το αίμα το ίδιο.


Θυμάμαι μια φορά που ήπια το αίμα ενός ηλικιωμένου άντρα. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήταν παλιό και ήταν αρσενικός. Η γεύση ήταν πολύ πλούσια. Έπαιρνα διαφορετική ενέργεια όμως από το παλιό. Ένιωθα πιο χαλαρή και ήρεμη. Μια άλλη φορά ήπια αίμα από έφηβο. Υποθέτω ότι το δώρισε για το καλό των ανθρώπων. Ένιωθα κάπως άσχημα που έπινα δωρισμένο αίμα αυτή τη στιγμή. Άλλα άτομα το χρειάζονταν περισσότερο από εμένα, αλλά δεν ήξερα όταν ήμουν νεότερη. Το εφηβικό αίμα ήταν το καλύτερο όμως, πρέπει να το παραδεχτώ. Όποτε το έπινα, όλο μου το κορμί ένιωθε ανανεωμένο και ζωντανό.


«Έλα, φάε λίγο. Σου το υπόσχομαι ότι είναι ωραίο.», είπε ο Ράιαν.


Με έβγαλε από την ονειροπόληση μου. Καθόμασταν στον πάγκο πάνω σε δύο ξύλινα σκαμπό. Δεν ήταν τόσο άνετα, αλλά ήταν ανεχτά. Δεν κατάλαβα καν ότι πήρα το χάμπουργκερ μου. Ο Ράιαν έπιασε το δικό του πριν εμένα και έπρεπε να περιμένω λίγο περισσότερο για το δικό μου. Πήρα μια δαγκωματιά και κοίταξα τον Ράιαν.


«Χριστέ μου. Είναι τόσο ωραίο.», είπα. Αυτή τη φορά το στόμα μου ήταν γεμάτο χάμπουργκερ.


Αρχίσαμε και οι δύο να γελάμε. Δεν είχα φάει ξανά τόσο ωραίο χάμπουργκερ. Περίμενε. Δε νομίζω ότι έφαγα ποτέ μου χάμπουργκερ. Αυτή ήταν η πρώτη μου φορά. Μπορούσα να τα συνηθίσω. Τον ρώτησα τι είχε μέσα.  Μου είπε ότι υπήρχε κρέας –φυσικά-, μαρούλι, ντομάτες, κέτσαπ, μουστάρδα και καυτά πιπέρια. Δάγκωσα ακόμη ένα κομμάτι. Έκλεισα τα μάτια μου και απόλαυσα τις διαφορετικές γεύσεις. Ήταν απλώς υπερβολικά καλό. Λάτρευα τα χάμπουργκερ τώρα. Θα έλεγα ότι ήταν σχεδόν τόσο καλά όσο το φρέσκο αίμα. Δεν ήταν καλύτερα όμως. Μπορούσα να πω ότι ήταν ένα σκαλοπάτι πιο κάτω.


Μετά που φάγαμε τα χάμπουργκερ μας σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραία να πάμε μια βόλτα. Φυσικά ο Ράιαν ήταν ενθουσιασμένος που σκέφτηκα αυτή την ιδέα. Έμοιαζε λες και σκεφτόταν πολύ σκληρά να κάνει κάτι. Εάν δεν σκεφτόταν κάτι γρήγορα θα έφευγα. Αλλά δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Μου άρεσε να περνάω χρόνο μαζί του. Αναρωτιέμαι εάν ο Τζέικομπ θα ενέκρινε το να βγαίνω με τον Ράιαν. Όχι το να βγαίνουμε έξω σαν ραντεβού όμως. Εννοώ σαν, απλά να βγαίνουμε και να κάνουμε παρέα όπως κάνουν οι φίλοι κανονικά. Ξέρω όμως ότι εάν ο Τζέικομπ έβγαινε με μια άλλη κοπέλα θα ζήλευα πολύ. Δεν θα του το έλεγα φυσικά.


Αποφασίσαμε ότι ήταν ώρα να φύγουμε. Είχε βγει ο ήλιος και ήταν αρκετά ηλιόλουστα για αυτή την ώρα της μέρας. Φορούσα ένα κοντομάνικο μπλουζάκι με μακρύ παντελόνι. Μόλις βγήκα έξω στον ήλιο το δέρμα μου έλαμπε. Όχι όπως τους γονείς μου όμως. Το λαμπύρισμα μου δεν ήταν καν κοντά στο δικό τους. Το δέρμα μου έμοιαζε λες και έβαλα κρέμα σε όλο μου το κορμί. Ο Ράιαν μου έριξε μια ματιά.


«Γουάου. Το δέρμα σου- είναι τόσο… όμορφο. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο.», είπε ο Ράιαν. Τα μάτια του έβγαιναν σχεδόν έξω από το κεφάλι του.


Έτριψα τα χέρια μου. Ξέχασα εντελώς ότι ο Ράιαν δε με έχει δει ποτέ στον ήλιο. Όσες μέρες είχαμε μαζί σχολείο ήταν πολύ συννεφιασμένα έξω.


«Ναι, είναι η νέα κρέμα που αγόρασα. Δίνει λάμψη στο δέρμα μου. Μου αρέσει πολύ.» είπα. Το έχαψε. Το ήξερα ότι θα το έκανε.


«Ω, είναι πολύ ωραίο!», είπε καθώς πέρασε απαλά το δάκτυλο του πάνω στο χέρι μου. Όταν τέλειωσε κοίταξε το χέρι του.


Γέλασα λίγο και κούνησα το κεφάλι μου. Ήταν τόσο παράξενος. Αλλά μου άρεσε. Έκανε τα πιο παράξενα πράγματα που ήταν αστεία για μένα. Δεν ξέρω εάν θα ήταν παράξενα όμως σε άλλα άτομα.


Πήγαμε για μια βόλτα γύρω στην πόλη. Υπήρχαν πολλά για να δούμε αλλά τα έχω ήδη δει. Περπατήσαμε για αρκετή ώρα και ο Ράιαν δεν είχε πει τίποτα. Μπορούσα να ακούσω το χτύπο της καρδιάς του. Από τη στιγμή που του είπα ότι θα ερχόμουν μαζί του η καρδιά του χτυπάει γρήγορα. Δεν έχει σταματήσει ακόμη. Ίσως πρέπει να πω κάτι για να τον ηρεμίσω-αλλά τι;


«Γιατί είσαι τόσο νευρικός;» Τι ανόητη ερώτηση να ρωτήσεις – το ξέρω. Αλλά ήταν το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ.


«Εγώ; Τι; Δεν είμαι νευρικός. Γιατί το σκέφτηκες αυτ-». Πριν μπορέσει καν να τελειώσει την πρότασης του περπάτησε πάνω σε ένα κάδο απορριμμάτων και έπεσε στο έδαφος. Σκουπίδια πεταχτήκαν παντού.


Άρχισα να γελάω πολύ δυνατά. Ένιωσα άσχημα αλλά έπρεπε να το κάνω. Ήταν πολύ αστείο. Έσκυψα λίγο και του πρόσφερα το χέρι μου. Δε νομίζω ότι ήθελε να το πάρει στην αρχή. Το πρόσωπο του ήταν κόκκινο και φαινόταν σαν να ήθελε να σηκωθεί αυτή τη στιγμή, να τρέξει σπίτι και να μη με ξανακοιτάξει ξανά. Φαινόταν τόσο ντροπιασμένος.


Μπορούσα να δω το αίμα να τρέχει μέσα στο πρόσωπο του. Μπορούσα να το δω να εξαπλώνεται σε κάθε ίντσα. Γινόταν απλώς περισσότερο κόκκινο. Ο λαιμός του παλλόταν. Ήταν λες και φώναζε το όνομα μου. Ο λαιμός του έμοιαζε λες και ήθελε να δαγκωθεί από εμένα. Δεν θα ήταν τόσο κακό εάν έπαιρνα μια μικρή γεύση, θα ήταν;


Χριστέ μου! Τι σκέφτομαι; Τι μου συμβαίνει; Εντάξει, σκέψου κάτι άλλο! Σκέψου κάτι άλλο-τώρα!


Έκλεισα τα μάτια μου και κράτησα την αναπνοή μου. Καθάρισα το λαιμό μου για να εξαφανίσω το αίσθημα του καψίματος. Δούλεψε λίγο. Ο Ράιαν έπιασε το χέρι μου και τον βοήθησα να σηκωθεί.


«Τι συμβαίνει; Σε χτύπησα όταν έπεσα;» Φαινόταν ανήσυχος. Κατάλαβε ότι έκλεισα τα μάτια μου και κρατούσα την αναπνοή μου.


Γουάου, ήμουν τόσο εμφανής;


«Όχι, απλώς μυρίστηκα τα σκουπίδια. Μύριζε πολύ άσχημα. Μισώ τη μυρωδιά των σκουπιδιών.» Αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσα να σκεφτώ.


«Ναι και εγώ το ίδιο. Τέλος πάντων, θες να πάρουμε παγωτό;» ρώτησε.


«Βέβαια.» σκέφτηκα ότι θα μπορούσα και εγώ να έπαιρνα. Δεν θα έκανε κακό.


Πήγαμε σε ένα μικρό τόπο κοντά στο νερό. Ήταν στην άκρη της πόλης. Ονομαζόταν μάρμπολ σλάμπ. Πολλοί πήγαιναν εκεί επειδή τους άρεσε πολύ. Έπρεπε να περιμένουμε στη σειρά. Πήραμε επιτέλους τα παγωτά μας.  Εγώ πήρα σε χωνάκι παγωτό με κομμάτια σοκολάτας ενώ ο Ράιαν πήρε μπάττερσκοτς. Τον άφησα να γευτεί λίγο από το δικό μου και εγώ γεύτηκα λίγο από το δικό του. Και τα δύο παγωτά ήταν αρκετά ωραία.


Πήγαμε και καθίσαμε δίπλα στο νερό πάνω σε ένα από τους μεγάλους βράχους.


«Έζησες εδώ όλη σου τη ζωή;» ρώτησε ο Ράιαν.


«Ναι. Έχω ζήσει εδώ από τότε που ήμουν μικρό μωρό.», απάντησα. Εάν ήξερε ότι τα παιδικά μου χρόνια δεν διήρκεσαν περισσότερο από 7 χρόνια.


«Ναι και εγώ το ίδιο. Αυτή είναι η μητρική μου πόλη. Πως είπες ότι είναι το επίθετο σου; Το δικό μου είναι Μίλγουακ. Ράιαν Μίλγουακ.» Μάλλον άρχισε να ρωτάει εκείνες τις ερωτήσεις τώρα. Μου άρεσε περισσότερο όταν ήταν ήσυχος και νευρικός. Άρχισε να ξανοίγεται τώρα.


«Δε νομίζω ότι σου είπα ποτέ ποιο είναι το επίθετο μου. Δεν έχει σημασία τώρα ούτως ή άλλως. Το επίθετο μου είναι Κάλεν. Ρενεσμί Κάλεν.» χαμογέλασα καθώς είπα το όνομα μου. Ήμουν πολύ περήφανη που ήμουν μια Κάλεν.


«Κάλεν είπες; Δεν είσαι κατά τύχη συγγενής με τον δόκτορα Κάρλαϊλ, είσαι;» Φαινόταν να ενδιαφέρεται. Όλη του η προσοχή ήταν πάνω μου τώρα. Γύρισε όλο του το κορμί και έβλεπε εμένα.


«Ναι είμαι. Είναι ο παππούς μου. Πως τον ξέρεις;» απάντησα. Που ήθελε να φτάσει αυτό το παιδί;


«Δεν υπάρχει λόγος. Απλώς ξέρω το όνομα του. Οι μεγαλύτεροι λένε ότι είναι ο καλύτερος γιατρός στον κόσμο και ότι το Φορκς ήταν πολύ τυχερό που τον είχε. Μετακόμισε όμως. Κανένας δεν ξέρει που πήγε.» Ο Ράιαν άρχισε να γλύφει ξανά το παγωτό του. Το ξέχασε εντελώς. Εάν δεν είχε αρχίσει να λιώνει και να πηγαίνει στο χέρι του πιθανότατα θα το είχε ξεχάσει εντελώς πως είχε ένα παγωτό στο χέρι του.


Έμοιαζε λες και ήξερε περισσότερα για τους Κάλεν αλλά δεν ήθελε να μου πει. Δεν με νοιάζει. Όσο δε με ρωτάει περισσότερα, δεν ανησυχώ για αυτό.


«Άκουσα ότι ζουν νέα άτομα στο παλιό σπίτι των Κάλεν τώρα. Ξέρεις ποιοι είναι;» ρώτησε ο Ράιαν. Μάλλον δεν είχε τελειώσει τις ερωτήσεις.


Ωχ, αρχίζουμε. Το ήξερα ότι υπήρχε κάτι άλλο.


«Όχι.», είπα ψέματα. «Δεν είχα ιδέα ότι ζούσαν άνθρωποι σε αυτό το σπίτι. Νόμιζα ότι ήταν άδειο.» είπα ψέματα και πάλι. Το γνώριζα ότι ζούσαν εκεί οι Ντενάλι. Αλλά ο Ράιαν δεν ήταν ανάγκη να το ξέρει ότι το γνώριζα.


«Α. Νόμιζα ότι θα τους ήξερες αφού είσαι συγγενής με τα άτομα που ζούσαν εκεί πριν.» είπε ο Ράιαν. «Άκουσα ότι είναι όλοι τρομακτικοί.»


Ας δούμε πόσα ξέρει για αυτούς.


«Ναι; Γιατί;» προσπάθησα να παίξω την ανήξερη. Δούλεψε.


«Λοιπόν, από ότι φαίνεται είναι μια οικογένεια. Άκουσα ότι είναι η μητέρα, ο πατέρας, δύο κόρες και ένας γιός. Κανένας δεν ξέρει τα ονόματα τους αλλά από ότι φαίνεται βγαίνουν έξω μόνο τη νύχτα. Αυτό είναι πολύ τρομαχτικό εάν με ρωτάς εμένα. Είναι σαν βρικόλακες ή κάτι τέτοιο.» Τα μάτια του Ράιαν άνοιξαν διάπλατα.


«Βρικόλακες; Χα, δεν υπάρχουν πράγματα σαν τους βρικόλακες! Αυτό είναι τόσο αστείο.» Θεέ μου. Θεέ μου. Θεέ μου. Αυτό είναι που λέει η πόλη; Θα πρέπει να τους προειδοποιήσω; Λοιπόν, το ξέρει ήδη ο μπαμπάς μου, έτσι αυτός θα αποφασίσει εάν ή όχι θα τους το πούμε.


«Δεν ξέρεις ποτέ.» Ο Ράιαν τέλειωσε το παγωτό του και άρχισε να σκουπίζει τα χέρια του στο παντελόνι του. Μπιάχ. Τελείωσα και το δικό μου. Ήταν υπερβολικά καλό για να μην το τελειώσεις.


«Ρενεσμί. Υπάρχει κάτι που θέλω να σου πω.» Ο Ράιαν κοίταζε κάτω μπροστά του.


«Ναι…;», είπα ενώ έσκυψα κάτω για να προσπαθήσω να δω κάτω του.


Μόλις το έκανα αυτό εκείνος γύρισε απότομα και έπιασε το πρόσωπο μου. Με φίλησε! Ναι. Με ακούσατε. Τα χείλη του είναι τώρα κλειδωμένα με τα δικά μου. Κρατούσε δυνατά τα μάγουλα μου. Μετακίνησα το κεφάλι μου πίσω αλλά εκείνος με ακολούθησε απλώς. Τα μάτια μου ήταν ανοιχτά διάπλατα. Ήμουν σοκαρισμένη. Τι να κάνω; Δεν μπορούσα να τον αφήσω να συνεχίσει να με φιλάει.


«Σταμάτα!», είπα καθώς τον έσπρωξα μακριά μου. Έπεσε από το βράχο και χτύπησε αρκετά δυνατά το έδαφος.


«Άουτς. Είσαι δυνατή.» Έπιασε τους ώμους του. «Αυτό πόνεσε!»


Δεν ήθελα να τον σπρώξω τόσο δυνατά! Ξέχασα εντελώς ότι είχα τεράστια δύναμη βρικόλακα! Σε τι έχω μπλέξει τον εαυτό μου;


Έκανα ένα βήμα προς το μέρος του και έχασα το θάρρος μου. Με κοιτούσε ευθεία στα μάτια. Πανικοβλήθηκα. Δεν τον βοήθησα καν να σηκωθεί. Γύρισα απλώς και άρχισα να τρέχω.


«Περίμενε, Ρενεσμί! Που πας; Έλα πίσω!» μου φώναξε καθώς έτρεχα μακριά. Δεν του απάντησα καν. Δεν το πιστεύω ότι τον έσπρωξα τόσο δυνατά.


Έτρεξα βαθιά μέσα στο δάσος. Ήταν το μόνο ασφαλές μέρος που ήξερα ότι θα ήμουν. Παρόλο που το έξυπνο πράγμα θα ήταν να τρέξω αμέσως σπίτι, δεν το σκέφτηκα. Μέσα στο δάσος μπορώ να είμαι βρικόλακας και δεν είχα να ανησυχώ για το τι θα έλεγαν οι γονείς μου.


Έτρεξα και έτρεξα και έτρεξα. Τίποτα αυτή τη στιγμή δε θα με έκανε να σταματήσω να τρέχω. Ήξερα ότι ο Ράιαν δεν με ακολουθούσε αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Απλώς δεν μπορούσα να σταματήσω να τρέχω. Ένιωθα ότι πρόδωσα τον Τζέικομπ. Είναι το μόνο αγόρι που φίλησα. Το φιλί του Ράιαν δεν σήμαινε τίποτα. Δεν τον φίλησα καν. Αυτός ήταν που με φίλησε. Στα σίγουρα δεν του ανταπέδωσα το φιλί όμως.


Σταμάτησα κάπου βαθιά στο δάσος. Έπρεπε να πιάσω την αναπνοή μου. Δεν ξέρω αν μου είχε κοπεί η αναπνοή επειδή ήμουν κουρασμένη ή επειδή ανάσαινα γρήγορα. Όποιος και να ήταν ο λόγος, δεν το απολάμβανα.


Άκουσα το γέλιο ακόμα μια φορά. Κάλυψα τα αυτιά μου και έκλεισα τα μάτια μου. Ένιωθα ότι καλύπτοντας τα αυτιά μου το γέλιο γινόταν όλο και πιο δυνατότερο. Έπεσα στα γόνατα μου. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα γύρω μου. Άκουσα το γέλιο ξανά αλλά αυτή τη φορά το γέλιο είχε ένα πρόσωπο. Ήταν εκείνη! Δε μπορούσα να το πιστέψω! Αυτό ήταν τόσο αναπάντεχο!

 

Κεφάλαιο 11: Σκοτεινιά

ΤΖΕΙΚΟΜΠ


Το ξέρω ότι άκουσα τη Ρενεσμί να φωνάζει. Ο Σαμ έκανε λάθος. Δεν χρειαζόμουν τη βοήθεια του ούτως ή άλλως έτσι δε με ένοιαζε καν τι είπε. Δε μπορώ ποτέ να μπερδέψω με τίποτα άλλο τη Ρενεσμί όταν φωνάζει. Έπρεπε να μάθω τι της συνέβη. Τι την έκανε να ουρλιάξει; Που ήταν την τελευταία φορά; Α, ναι! Βγήκε έξω με εκείνο τον Ράιαν. Την πλήγωσε! Το ξέρω ότι το έκανε! Για ποιο άλλο λόγο θα ούρλιαζε; Όταν τον βρω και μάθω τι έκανε, δεν θα τον αφήσω να εξηγήσει καν τι έγινε. Γιατί τους άφησα καν να φύγουν μαζί; Τι σκεφτόμουνα; Δεν θα έπρεπε να την άφηνα να φύγει. Δεν θα έπρεπε καν να ήμουν θυμωμένος μαζί της! Εγώ ήμουν αυτός που την έσπρωξε μακριά μου. Στ’ αλήθεια πρέπει να ελέγχω τον θυμό μου κάποιες φορές. Νόμιζα ότι το είχα υπό έλεγχο, αλλά από ότι φαίνεται έκανα λάθος. Μην ανησυχείς Ρενεσμί, όταν σε βρω θα τα κάνω όλα καλύτερα ξανά.


Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δεν ήξερα που βρίσκονταν. Πήγα στο εστιατόριο που θα πήγαιναν, αλλά δεν ήταν εκεί πια. Το είχα καταλάβει κάπως ότι δεν θα έμεναν για πολύ εκεί. Έπιασα τη μυρωδιά της Ρενεσμί και του Ράιαν. Του Ράιαν ήταν δυνατότερη έτσι ακολούθησα τη δική του. Ήξερα ότι όπου ήταν αυτός θα ήταν και η Ρενεσμί επίσης. Έξω ήταν σκοτεινά αλλά δεν είχε σημασία. Δε με επηρέαζε το σκοτάδι. Θα μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου και να τρέξω. Η μόνη διαφορά από την όραση μου τη μέρα και την όραση μου τη νύχτα ήταν ότι ήταν διαφορετικές οι αποχρώσεις. Δεν υπάρχει σκοτάδι και φως- είναι απλά αποχρώσεις των χρωμάτων.


Μετά που έτρεξα για λίγο-δεν άλλαξα σε λυκάνθρωπο επειδή υπήρχαν πολλά άτομα που περπατούσαν στους δρόμους τη νύχτα-τον βρήκα. Καθόταν σε μια πέτρα κοντά στην παραλία. Μπορούσα να δω μόνο το πλευρό του. Το πόδι του ήταν λίγο γδαρμένο και υπήρχε λίγο αίμα. Δεν ήταν και μεγάλο θέμα. Καθόταν εκεί κρατώντας τον ώμο του. Κοιτούσε κάτω τις πέτρες. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο του εντελώς αλλά ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτός.


Έτρεξα κοντά του και τον εξέπληξα. Στεκόμουν μπροστά του. Πριν μπορέσει καν να συγκεντρώσει τα μάτια του και να καταλάβει ποιος ήταν, τον έπιασα από την μπλούζα και τον σήκωσα στον αέρα. Έπιασε το χέρι μου με τα δύο του χέρια και ήταν εντελώς σοκαρισμένος. Τον κοίταζα στο πρόσωπο. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και υγρά. Έκλαιγε; - Στ’ αλήθεια; Φαινόταν τόσο αξιολύπητος. Δεν μπορούσα να κάνω κακό σε αυτό το πράγμα. Εξέπνευσα βαθιά, έσφιξα τα δόντια μου και τον άφησα αργά κάτω.


«Που είναι η Ρενεσμί;» ρώτησα ενώ έκλεισα τα μάτια μου. Τα δόντια μου ήταν τόσο σφιγμένα που ήταν δύσκολο να σχηματιστούν λέξεις.


Προσπάθησα να ηρεμίσω και να ελέγξω τον θυμό μου. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσα να μεταμορφωθώ μπροστά του. Δεν είχα καν αυτό το πρόβλημα στις αρχές όταν έγινα λυκάνθρωπος. Όταν ήταν για οτιδήποτε είχε σχέση με τη Ρενεσμί όμως, δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου.


Η Ρενεσμί ήταν τα πάντα μου. Δεν ξέρω τι θα έκανα εάν χανόταν. Δεν ξέρω πως θα το χειριζόμουν. Δεν μπορούσα, και δεν θα ζούσα χωρίς εκείνη. Τα νήματα που μας δένουν μαζί ήταν τόσο δυνατά και σφιχτά, που εάν οτιδήποτε τα έκοβε ή τα έσπαζε, η δύναμη θα με σκότωνε.


Ο Ράιαν δε μου απάντησε. Σκούπισε απλώς τα δάκρυα από το πρόσωπο του και κοίταξε κάτω στο έδαφος.


«Δε με άκουσες; Σε ρώτησα που είναι η Ρενεσμί!» Δεν μπορούσα να είμαι ευγενικός.


«Δεν ξέρω που πήγε. Έτρεξε μακριά, εντάξει!» Ο Ράιαν μου φώναζε.


Ήμουν λίγο μπερδεμένος.


«Τι έγινε; Εάν την πείραξες…» Σήκωσα τη γροθιά μου καθώς προσπάθησα να τελειώσω.


«Την φίλησα και με έσπρωξε και έτρεξε μακριά!» Με έκοψε ο Ράιαν. Σηκώθηκε πάνω και μου ούρλιαξε.


«Έκανες ΤΙ;» Τον άρπαξα από την φανέλα και πάλι. Τον τράβηξα μπροστά και το κεφάλι του πήγε προς τα πίσω από τη δύναμη. Τον πέταξα στο πάτωμα. Χτύπησε το κεφάλι του στο έδαφος αρκετά δυνατά. Πετάχτηκα πάνω του και τον κάρφωσα κάτω. Τα μάτια του ήταν γεμάτα φόβο καθώς κοίταζε μέσα στα δικά μου.


Το αριστερό μου χέρι είχε πιασμένη την φανέλα του. Έκανα το δεξί μου μια σφιχτή γροθιά και τράβηξα το χέρι μου πίσω. Το πρόσωπο του ζάρωσε από την κίνηση μου. Έκλεισε αμέσως τα μάτια του όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Μάλλον περίμενε τη μπουνιά. Τράβηξα το χέρι μου όσο πιο πίσω μπορούσε να πάει και το έφερα μπροστά σε όσο το δυνατό πιο γρήγορα.  Έδωσα γροθιά στο έδαφος δίπλα από το πρόσωπο του Ράιαν όσο πιο δυνατά μπορούσα. Το έδαφος δίπλα του διαλύθηκε. Γύρισε το πρόσωπο του αφού όλες οι πέτρες και το χώμα πετιόνταν παντού.


Έφυγα από πάνω του, γρύλισα όσο πιο δυνατά μπορούσα και γρονθοκόπησα την πέτρα που καθόταν πριν. Ένα μεγάλο κομμάτι της έσπασε. Δεν μπορούσα να τον χτυπήσω. Ήξερα ότι αν το έκανα, θα είχα σπάσει το κρανίο του και θα τον σκότωνα.


Ο Ράιαν ανακάθισε. Το πρόσωπο και τα μαλλιά του ήταν γεμάτα χώμα. Κούνησε τα μαλλιά του και πετάχτηκε παντού χώμα. Σκούπισε το πρόσωπο του με τα χέρια του και άνοιξε τα μάτια του λίγο. Μετά βίας δούλεψε. Τράβηξε πάνω τη φανέλα του και σκούπισε το υπόλοιπο χώμα από τα μάτια του. Έπρεπε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του δύο φορές για να καταφέρει να δει αρκετά καθαρά. Κοίταξε την πέτρα και μετά κοίταξε εμένα που στεκόμουν δίπλα της. Το χέρι μου ήταν ακόμη γροθιά και είχε χώμα και θραύσματα από πέτρα πάνω του. Κοίταξε δίπλα του εκεί που είχα γρονθοκοπήσει το έδαφος. Υπήρχε μια μεγάλη τρύπα στο έδαφος. Το στόμα του άνοιξε μέχρι το έδαφος.


Άσθμαινα πολύ δυνατά και όλο μου το κορμί έτρεμε. Ιδρώτας κυλούσε κάτω στο πρόσωπο μου.


Το στόμα του ήταν ακόμη ανοιχτό πλατιά όταν σήκωσε το χέρι του.


«Ε-ε- έτρεξε προς τα ε-ε-εκεί.» Ο Ράιαν έδειξε το δάσος. Το χέρι του έτρεμε.


Δεν είπα καν τίποτα καθώς έτρεξα μέσα στο δάσος. Μεταμορφώθηκα σε λυκάνθρωπο ακριβώς τη στιγμή που βγήκα έξω από το οπτικό πεδίο του Ράιαν. Όταν δε με έβλεπε πια αφέθηκα. Πετάχτηκα και μεταμορφώθηκα στον αέρα. Δεν προσπάθησα να πολεμήσω την επιθυμία πια. Ένιωθα τόσο ωραία που άφηνα τη φυσική διαδικασία να πάρει τον έλεγχο.


Ακολούθησα τη μυρωδιά της Ρενεσμί. Παρόλο που ήταν λίγο ξεθωριασμένη, ακόμη μπορούσα να την ακολουθήσω όπως και να είχε. Έκλεισα τα μάτια μου και έτρεξα προς τη μυρωδιά. Δεν είχε σημασία εάν έπεφτα πάνω σε δέντρα ή οτιδήποτε άλλο. Τα δέντρα θα πιθανότατα θα πάθαιναν περισσότερη ζημιά από εμένα.


Αυτό ήταν! Αυτό ήταν το μέρος που ήταν η Ρενεσμί. Η μυρωδιά της σταματούσε εδώ, αλλά που ήταν αυτή; Η μυρωδιά της οδηγεί εδώ αλλά δε μπορούσα να τη δω. Κοίταξα γύρω μου. Γρύλιζα. Υπήρχε μια γνωστή μυρωδιά αλλά δε μπορούσα να καταλάβω. Ήμουν υπερβολικά ενθουσιασμένος και γεμάτος με θυμό και συναίσθημα για να σκεφτώ καθαρά.


Τι ήταν αυτό; Άκουσα κάτι. Κάποιος πήδηξε πάνω μου.


«Φύγε από πάνω μου!», είπα αλλά προφανέστατα δεν μπορούσαν να με καταλάβουν. Ήμουν λυκάνθρωπος. Με άκουσαν απλώς να γρυλίζω.


Κάποιος ήταν πάνω στην πλάτη μου. Κυλιόμουν πάνω στο πάτωμα αλλά δεν μπορούσα να τον διώξω από πάνω μου. Κρατούσε σφιχτά το τρίχωμα μου. Ριχνόμουν μπροστά και πίσω. Χτύπησα πάνω σε όλα τα δέντρα που μπορούσα να βρεθώ αρκετά κοντά. Τίποτα δεν δούλεψε όμως, αυτό το άτομο ή πράγμα-ή ό,τι και να ήταν- ήταν κολλημένο στην πλάτη μου. Άκουσα ένα κορίτσι να γελάει και μετά ξαφνικά ένα άσπρο ρούχο ήρθε πάνω στη μύτη και το στόμα μου. Προσπάθησα να το διώξω, αλλά όπως πριν με εκείνο το άτομο στην πλάτη μου-δεν είχα καθόλου τύχη.


Η προσπάθεια μου να τον διώξω από πάνω μου σιγά-σιγά χάθηκε. Δεν μπορούσα να κουνηθώ άλλο. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται θολά καθώς η ενέργεια μου μειωνόταν αργά. Τα γόνατα μου λύγισαν. Δεν μπορούσα να σταθώ άλλο. Έπεσα στο πάτωμα με ένα δυνατό γδούπο. Άφησα ένα ανώφελο ουρλιαχτό. Με δυσκολία έκανε θόρυβο. Ακούστηκε σαν ένα μικρό κουτάβι, που γρυλίζει για πρώτη φορά. Τα βλέφαρα μου ήταν τόσο βαριά, ήταν λες και το καθένα τους ζύγισε χίλια κιλά. Προσπάθησα τόσο σκληρά να τα κρατήσω ανοιχτά όμως ήταν ανώφελο. Τα μάτια μου έκλεισαν καθώς ξάπλωσα το κεφάλι μου στο έδαφος. Δεν μπορούσα να αντέξω άλλο.


Αυτό το γέλιο, εκείνο για το οποίο μιλούσε η Ρενεσμί, μπορώ να το ακούσω τώρα. Μου ανακάτευε το στομάχι. Ήθελα να επιτεθώ! Ήξερα ότι αυτή ήταν εκείνη που κρατούσε τη Ρενεσμί αλλά ήταν ανώφελο. Η φωνή της άρχισε να χάνεται καθώς το υπόλοιπο μου κορμί έπεσε αργά τελείως στο έδαφος και όλα έγιναν μαύρα. Χάθηκα αργά μέσα στο σκοτάδι.


***


Το μόνο πράγμα που ήθελα τώρα ήταν να κρατήσω τη Ρενεσμί στα χέρια μου. Φαινόταν σαν ένα πολύ μικρό πράγμα για να ζητήσεις αλλά το ένιωθα σαν αδύνατο να το έχω. Την κράτησα τόσες πολλές φορές πριν αλλά ποτέ δεν είχα καταλάβει πόσο τυχερός ήμουν που την είχα. Δεν αντιλαμβάνεσαι τι έχεις μέχρι να το χάσεις. Μπορώ να καταλάβω αυτή την έκφραση τώρα.


Όλη μου τη ζωή δεν είχα τίποτα που μπορούσα να αποκαλέσω δικό μου. Όλα όσα είχα, έπρεπε να τα μοιραστώ με την οικογένεια μου. Δεν είχαμε πολλά, για αυτό όταν είχαμε κάτι, έπρεπε να το μοιραζόμαστε. Όταν η Ρενεσμί άνηκε σε εμένα ένιωθα γεμάτος. Ήταν δική μου και μόνο δική μου- κανενός άλλου. Δεν χρειαζόταν να τη μοιραστώ με κανένα. Δεν είναι σαν να μου ανήκει όμως. Είναι κομμάτι μου όπως είμαι και εγώ κομμάτι της. Μαζί είμαστε ένα άτομο. Το μισό μου κομμάτι έχει χαθεί τώρα.  Έλειπε κάπου. Η Ρενεσμί ήταν χαμένη. Το μισό μου ήταν χαμένο. Ένιωθα ότι την έχασα για πάντα. Δεν θα παραιτούμουν όμως. Πρέπει να την βρω! Θα την βρω!


«Είναι καλά; Θα ξυπνήσει;» , άκουσα μια γυναίκα να ρωτάει κάποιον. Η φωνή ήταν τόσο γνωστή. Ήταν η Μπέλλα!


Άρχισα να συνέρχομαι. Άνοιξα αργά τα μάτια μου. Όλα ήταν θολά. Καθόμουν στον καναπέ με το κεφάλι μου να ξαπλώνει πίσω πάνω στο πίσω μέρος του καναπέ. Ξύπνησα όταν η Μπέλλα σκούπιζε το μέτωπο μου ένα κρύο υγρό ρούχο. Παρέμενε κρύο παρόλο το ότι ήταν πάνω στο καυτερό μου κεφάλι. Σκέφτηκα ότι η Μπέλλα το κρατούσε κρύο με τα χέρια της. Το γύριζε από την άλλη πλευρά κάθε λίγα λεπτά.


Ο Έντουαρντ ήρθε κοντά μου. Ξαφνικά άκουσα ένα σπάσιμο και είδα τον Έντουαρντ να κρατάει και να κουνάει κάτι κάτω από τη μύτη μου.


Εισέπνευσα και πετάχτηκα από τον καναπέ. Η μυρωδιά έκαψε το λαιμό μου αλλά με ξύπνησε. Όλα ήταν τόσο καθαρά. Κοίταξα το χέρι του Έντουαρντ και είδα ότι κρατούσε ένα από εκείνα τα άσπρα πράγματα που έχουν οι γιατροί. Τους έχω δει να τα χρησιμοποιούν στην τηλεόραση για άτομα που έχουν λιποθυμήσει για να τα ξυπνήσουν. Δεν ήξερα ότι δούλευε στ’ αλήθεια.


Το κεφάλι μου με πονούσε λίγο αλλά όλα ήρθαν πίσω στη μνήμη μου και με κτύπησαν μαζί.


«Ρενεσμί! Έντουαρντ  που είναι;» Κοίταξα γύρω μου με την ελπίδα ότι την είχαν βρει και κοιμόταν κάπου.


Ήμασταν στο σπίτι μου. Ο Μπίλι δεν ήταν σπίτι. Τι έγινε όταν λιποθύμησα; Ο Έντουαρντ και η Μπέλλα κοίταξαν ο ένας τον άλλο συνοφρυωμένοι. Έδωσα προσοχή στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και έμοιαζαν και οι δύο σαν ‘σπασμένοι’ βρικόλακες. Νομίζω ότι όλοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό. Δεν είχαν τη Ρενεσμί και δεν ήξεραν καν που ήταν.


«Ελπίζαμε ότι θα μας έλεγες εσύ. Κάθε μονοπάτι με τη μυρωδιά της οδηγούσε σε αδιέξοδο. Δεν έχουμε ιδέα που μπορεί να πήγε.» Ο Έντουαρντ πήγε κοντά στη Μπέλλα που καθόταν ακόμη στον καναπέ. Στάθηκε δίπλα της και έτριψε τους ώμους της. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλευρό του.


«Και για να απαντήσω τις σκέψεις σου· τρέξαμε πίσω στο Φορκς μόλις κατάλαβα ότι κάτι συνέβαινε. Καταλάβαμε ότι η Ρενεσμί είχε πρόβλημα έτσι έπιασα τις δικές σου σκέψεις αλλά ήταν όλες θολές. Ήσουν ακόμη πολύ μακριά για να διαβάσω τις σκέψεις σου καθαρά. Μπορούσα να καταλάβω ότι είχες φρικάρει επειδή ένιωθες ότι η Ρενεσμί χρειαζόταν τη βοήθεια σου. Μόλις φτάσαμε εδώ σε βρήκαμε λιπόθυμο μπροστά από το σπίτι σου. Σε φέραμε μέσα, σε ντύσαμε και νομίζω ότι ξέρεις τα υπόλοιπα.


Κοίταξα κάτω και κατάλαβα ότι αυτά δεν ήταν τα ρούχα μου. Μύριζαν καινούργια. Φυσικά ο ένας τους πήγε έξω και μου αγόρασε κάποια νέα ρούχα. Πιθανότατα άνοιξαν την ντουλάπα μου και είδαν πόσο λίγα ρούχα έχω. Τα ρούχα που έχω όμως έχουν όλα σκισίματα και τρύπες πάνω τους.


Κοίταξα τη Μπέλλα. «Χρειάζομαι πίσω τη Ρενεσμί μου», ψιθύρισε η Μπέλλα.


Ήξερα ότι ένιωθε όσο πόνο ένιωθα και εγώ. Και οι δύο μας αγαπούσαμε τη Ρενεσμί ανεξέλεγκτα. Φυσικά και ο Έντουαρντ ένιωθε το ίδιο αλλά προσπαθούσε να μην το δείχνει μπροστά στη Μπέλλα. Ήξερε ότι μόνο χειρότερα θα έκανε τα πράγματα. Ο Έντουαρντ έπρεπε να ήταν εκεί για να την στηρίζει. Ήταν το στήριγμα της. Χωρίς αυτόν, η Μπέλλα θα ήταν ένα μεγάλο χάλι. Ο Έντουαρντ ήξερε ότι το να σκυθρωπιάζει δίπλα της δεν θα βοηθούσε κανένα.


«Λοιπόν, δεν μπορείς να δεις τι έγινε; Δεν διάβασες το μυαλό της και είδες ποιος την έχει πιάσει;» ρώτησα.


«Τζέικομπ, δεν διαβάζω συνεχώς το μυαλό της. Προσπαθώ τουλάχιστον να μην το κάνω. Όλοι αξίζουν την δική τους ιδιωτική ζωή. Και εξάλλου, η Μπέλλα και εγώ δοκιμάζαμε καινούργια κόλπα με την ικανότητα της να με μπλοκάρει από το να διαβάζω το μυαλό της. Συγκεντρωνόμουν σε κάτι άλλο. Όταν κατάλαβα ότι η Ρενεσμί είχε πρόβλημα ήταν πολύ αργά.» Ο Έντουαρντ έβαλε δύο δάκτυλα σε κάθε ένα από τους κροτάφους του. Ήταν λες και σκεφτόταν χίλια πράγματα την ίδια στιγμή και το μυαλό του θα ανατινασσόταν εάν δεν ηρεμούσε.


Ο Έντουαρντ συνέχισε. «Το μυαλό της Ρενεσμί ήταν και ακόμη είναι άδειο. Όπως ήταν το δικό σου όταν σε βρήκαμε. Άρχισες να ονειρεύεσαι μόλις δύο λεπτά πριν ξυπνήσεις.» Ο Έντουαρντ τώρα πηγαινοερχόταν. Πήγαινε μπροστά και πίσω κουνώντας απλώς το κεφάλι του. Νομίζω ότι έφταιγε τον εαυτό του που δεν έδινε προσοχή σε αυτή.


«Έπρεπε να το είχα δει αυτό! Θα έπρεπε να έδινα περισσότερη προσοχή! Είναι απλώς ένα μικρό κορίτσι! Το μικρό μου κορίτσι είναι σε πρόβλημα και το λάθος είναι όλο δικό μου!» Στάθηκα ακίνητος καθώς ο Έντουαρντ πέρασε τρέχοντας από δίπλα μου και βγήκε έξω. Είχα την πλάτη μου γυρισμένη σε αυτόν. Ούρλιαξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Καταλάβαινα τον πόνο του. Νομίζω επίσης ότι ξερίζωσε ένα τεράστιο δέντρο από το έδαφος και το πέταξε. Δεν κοίταξα. Άκουσα απλώς και ακούστηκε σαν αυτό.


Ήρθε ξανά μέσα στο σπίτι πιο ήρεμος. Νομίζω ότι χρειαζόταν απλώς να αφήσει λίγο από το θυμό του.


«Εντάξει, λοιπόν δεν το είδε η Άλις αυτό να έρχεται ή κάτι τέτοιο;» ρώτησα τον Έντουαρντ καθώς έψαχνα μέσα στο μυαλό μου για οποιαδήποτε βοήθεια.


«Όχι. Θυμήσου, από τότε που η Ρενεσμί έγινε μια ενήλικας, η Άλις δεν μπορούσε να τη δει πια. Όταν ήταν μικρή μπορούσε να τη δει λίγο. Ήταν θολό. Αλλά τώρα δε μπορεί να τη δει καθόλου.»


«Α, ναι. Ξέχασα. Συγνώμη. Πρέπει να υπάρχουν κάποιες απαντήσεις. Δε μπορούμε να καθόμαστε απλώς εδώ! Πρέπει τουλάχιστον να κάνουμε κάτι!»


«Ο Κάρλαϊλ και η υπόλοιπη οικογένεια είναι στους Ντενάλι. Προσπαθούν να δουν ένα έχουν ακούσει ή δει κάτι.», είπε ο Έντουαρντ καθώς η Μπέλλα καθόταν εκεί ήσυχη. Ήταν στο δικό της κόσμο αυτή τη στιγμή. Δεν θα ήθελα να ξέρω τι περνάει από το μυαλό της.


Τώρα άρχισα να πηγαινοέρχομαι μπροστά και πίσω. Έχουν περάσει περίπου δέκα λεπτά από τη στιγμή που ξύπνησα και δεν είχα ιδέα πώς να πάρω πίσω τη Ρενεσμί.


«Μπορείς να διαβάσεις κάτι τώρα;», ρώτησα τον Έντουαρντ.


«Όχι. Το μυαλό της είναι ακόμη άδειο.»


Ακούσαμε ένα θόρυβο έξω και μυρίσαμε τη γλυκιά μυρωδιά της Ρενεσμί. Ήταν κόλπο αυτό; Δε μας ένοιαζε. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο την ίδια στιγμή καθώς ακούσαμε το θόρυβο. Σκεφτήκαμε να τρέξουμε έξω για λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Πριν κανένας από εμάς το καταλάβει στεκόμασταν έξω κοιτάζοντας ένα σώμα στο έδαφος…


Εκεί ήταν.


Η Ρενεσμί ξάπλωνε στο έδαφος λίγα μέτρα μακριά από εμάς. Δεν ήταν νεκρή. Δόξα σοι ο Θεός. Ήταν κρύα. Μπορούσα να ακούσω την αναπνοή της. Μπορούσα να ακούσω τη μικρή της καρδιά να χτυπάει ανεξέλεγκτα που είναι φυσιολογικό για αυτή. Παγώσαμε όλοι. Δε μπορούσαμε να πιστέψουμε στα μάτια μας. Ήταν τόσο εύκολο να την πάρουμε πίσω;


Ήμουν ο πρώτος που έκανα μια κίνηση. Δεν ήθελα να χαραμίσω άλλο χρόνο. Πριν  μπορέσω όμως να κουνήσω ένα μυ, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και είχε χαθεί. Η Μπέλλα και ο Έντουαρντ ήταν και οι δύο καμπουριασμένοι γρυλίζοντας στην κατεύθυνση που ήταν η Ρενεσμί. Η αντίδραση τους στα πράγματα ήταν ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου πιο γρήγορη από εμένα.


Ήταν στην άλλη μεριά της αυλής τώρα. Κουβαλιόταν στα χέρια κάποιου. Την κρατούσε όσο πιο μακριά μπορούσε από το σώμα του. Ήταν λες και δεν ήθελε το δέρμα της Ρενεσμί να αγγίξει το δικό του. Άκουσα το γέλιο ακόμη μια φορά και μπορούσα να δω το πρόσωπο που γελούσε. Ήξερα ποιο ήταν αυτό το πρόσωπο. Έκανα δύο βήματα μπροστά για να σιγουρευτώ ότι ήταν αυτή. Ναι, αυτή ήταν. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω μια τέτοια ουλή.


«Πανδώρα;» ρωτήσαμε όλοι καθώς καταλάβαμε ότι ήταν αυτή.


«Ναι εγώ είμαι. Δε με περιμένατε, έτσι;» Ρώτησε με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο της.


«Μα η φωνή σου, το γέλιο σου… είναι διαφορετικό.» Η Μπέλλα γρύλισε. Ακουγόταν μπερδεμένη. Η Πανδώρα καθάρισε το λαιμό της και μίλησε ξανά.


«Ο Ελαϊτζάχ δεν είναι ο μόνος που μπορεί να μιμηθεί τις φωνές άλλων ατόμων.» Το είπε στην κανονική της φωνή. Αυτή που όλοι ξέραμε.


Δεν ήθελα να ακούσω άλλο. Έτρεξα κοντά της. θα έπαιρνα τη Ρενεσμί πίσω με ή χωρίς εξήγηση.


«Περίμενε!» Άκουσα τον Έντουαρντ να φωνάζει.


Ξαφνικά κάποιος στεκόταν μπροστά στην Πανδώρα και τη Ρενεσμί. Μπλόκαρε το δρόμο μου. Έκανα ένα βήμα πίσω για να δω ποιος ήταν. Πριν μπορέσω να κοιτάξω πάνω για να δω ποιος ήταν, ήξερα αμέσως. Αναγνώρισα τη μυρωδιά του. Ήταν ο Μάρκο. Εκείνος ο τύπος που ανταγωνίστηκε η Ρενεσμί σε μπραντεφέρ.


Μόλις τον είδα άλλαξα σε λυκάνθρωπο. Δεν μπορούσα να το ελέγξω. Απλώς έγινε αυτόματα και η επιθυμία να τον σκοτώσω ήτα  πολύ δυνατή για να την αγνοήσω τώρα. Μόλις άλλαξα σε λυκάνθρωπο σκεφτόμουνα πιο καθαρά. Στάθηκα εκεί μπροστά του. Φαινόταν φοβισμένος. Κάτι δεν ήταν σωστό. Αυτό ήταν υπερβολικά εύκολο. Θα σκότωνα τον Μάρκο και μετά η Μπέλλα, ο Έντουαρντ και εγώ θα παίρναμε πίσω τη Ρενεσμί από την Πανδώρα. Υπήρχε κάτι που έλειπε όμως. Δεν θα μπορούσε να είναι τόσο εύκολο.


Όλοι ξέραμε τη μυρωδιά της Πανδώρας, άρα γιατί δεν μπορούσαμε να την βρούμε; Μπορώ να τη μυριστώ τώρα και μυρίζει το ίδιο όπως την φορά που τη συνάντησα. Αλλά η μυρωδιά της τώρα ήταν καλυμμένη με τη μυρωδιά του Μάρκο. Ο Μάρκο μύριζε ακριβώς το ίδιο όπως μύριζε την πρώτη φορά που τον συναντήσαμε επίσης. Κάτι μπλόκαρε και τη δική του μυρωδιά, αλλά δεν ήξερα τι ήταν.


Αυτό δεν έβγαζε νόημα! Κάτι μπλόκαρε τις μυρωδιές και των δύο τους-αλλά ποιος; Κούνησα το κεφάλι μου μπερδεμένος. Ήξερα ότι ο Έντουαρντ διάβαζε το μυαλό μου. Ήταν όσο μπερδεμένος ήμουν εγώ. Όλοι ήμασταν.


«Πως γνωρίζεστε εσείς οι δύο;», ρώτησε η Μπέλλα.


«Τα πράγματα μεταξύ εμένα και του Ελαϊτζάχ ήταν χάλια και απλώς γίνονταν όλο και χειρότερα. Ήταν υπερβολικά καλός για εμένα. Ακολουθήσαμε διαφορετικούς δρόμους. Καθώς έτρεχα για να βρω κάπου να ζήσω, έπεσα πάνω στο Μάρκο. Είχε φύγει από το σπίτι του. Ήμασταν και οι δύο στο τρέξιμο έτσι αποφασίσαμε να γίνουμε ομάδα. Μου είπε ότι ο Τζέικομπ του είπε να μη επιτίθεται σε βρικόλακες έτσι άκουσε. Ενώθηκε μαζί μου και τρέχαμε μαζί.», είπε η Πανδώρα καθώς κοίταζε το Μάρκο.


«Μα γιατί να πάρετε τη Ρενεσμί μας; Δεν έχει κάνει κακό σε κανένα. Γιατί να τη θέλετε;» ρώτησε πάλι η Μπέλλα.


Ξαφνικά ακούσαμε ένα κλαδί δέντρου να σπάσει μέσα στο δάσος. Γυρίσαμε τα κεφάλια μας στα δεξιά για να ακολουθήσουμε το θόρυβο.


«Σας έλειψα;», είπε η Λία με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο της.


Η Λία;! Ήταν στην ανθρώπινη της μορφή τώρα και μύριζε διαφορετικά. Εκείνη ήταν που μπλόκαρε τις μυρωδιές τους! Δεν ξέραμε ποιος πήρε τη Ρενεσμί επειδή με κάποιο τρόπο η Λία μύριζε διαφορετικά σε όλους μας. Γρύλισα όσο πιο δυνατά μπορούσα και έτρεξα προς το μέρος της. Εκείνη ήταν πίσω από όλα αυτά! Εκείνη προκαλούσε τόσο πόνο στη Ρενεσμί. Δε με ένοιαζε. Θα την σκοτώσω! Δεν θα μετάνιωνα καν για αυτό. Δεν με ενδιαφέρει η ιστορία μας που ήμασταν στην ίδια αγέλη. Τώρα, αυτό δεν σήμαινε απολύτως τίποτα. Πριν μπορέσω να την φτάσω εκείνη έτρεξε κοντά στο πλευρό της Πανδώρας και έπιασε τη Ρενεσμί από εκείνη. Η Λία κρατούσε τη Ρενεσμί στα χέρια της.


Μόλις το είδα αυτό έπεσα στο έδαφος στα γόνατα μου. Το να νιώθω τη Λία να κρατάει τη Ρενεσμί με έσκιζε εσωτερικά. Δεν ήθελα τη Λία κοντά στη Ρενεσμί. Την άγγιζε τώρα. Την κρατούσε στα χέρια της. Ένιωθα σα να ήθελα να κάνω εμετό. Δεν μπορούσα να επιτεθώ τώρα. Δεν ήθελα να ρισκάρω την ασφάλεια της Ρενεσμί.


Ο Έντουαρντ και η Μπέλλα ήρθαν πιο κοντά και γρύλιζαν και οι δύο στη Λία.


«Ω Τζέικομπ. Είσαι ακόμη ο ίδιος θυμωμένος, ξεροκέφαλος τύπος που σε άφησα. Δεν άλλαξες καθόλου.» Ακόμη είχε το ίδιο ηλίθιο χαμόγελο στο πρόσωπο της. Δεν έφυγε ποτέ. Τι σκάρωνε;


Στεκόταν εκεί βλέποντας τη Ρενεσμί που ήταν λιπόθυμη στα χέρια της.


«Δεν ξέρω τι βλέπεις σε αυτή Τζέικομπ. Είναι απλώς ένας άχρηστος μισός βρικόλακας.», είπε η Λία καθώς πέρασε τα δάκτυλα της μέσα από τα μαλλιά της Ρενεσμί.


«Τι θέλεις Λία;» ρώτησε ο Έντουαρντ. Προσπαθούσε και αυτός σκληρά να κρατηθεί.


«Είναι όλα δουλειά Έντουαρντ. Προτείνω μια συναλλαγή. Σου δίνω αυτό που θες, εάν μου δώσεις αυτό που θέλω. Ακούγεται αρκετά δίκαιο σε εσένα;» Η Λία πέταξε τη Ρενεσμί σαν μικρή κούκλα στην Πανδώρα που την έπιασε εύκολα. Η Λία άρχισε να περπατάει αργά προς το μέρος μου.


Η Πανδώρα ήταν πίσω με τη Ρενεσμί. Δεν πήρα ούτε στιγμή τα μάτια μου από πάνω της. Η Λία ήταν στο μέσο ακόμη πίσω από το Μάρκο. Ήρθε μπροστά και προσπέρασε το Μάρκο τώρα. Ήμουν μισό μέτρο μακριά της. Ο Έντουαρντ και η Μπέλλα ήταν λιγότερο από ένα μέτρο πίσω μου.


«Τι θα μπορούσες να θέλεις που έχουμε εμείς; Εάν είναι λεφτά-πες την τιμή σου. Όποια τιμή και να είναι-θα την πληρώσουμε. Τα λεφτά δεν είναι πρόβλημα για εμάς.» Ο Έντουαρντ προσπάθησε να λογικευτεί μαζί της.


«Όχι, όχι- ανόητε Έντουαρντ. Δεν είναι λεφτά που θέλω. Είναι αυτόν που θέλω.» Η Λία έδειξε εμένα. «Παίρνω τον Τζέικομπ και παίρνεις τη Ρενεσμί πίσω!» Η Λία σήκωσε τα χέρια της σαν να με περίμενε να πεταχτώ πάνω τους. Δεν το νομίζω!


«Τι είδους συναλλαγή είναι αυτή; Δεν μας ανήκει ο Τζέικομπ! Κάνει τις δικές του αποφάσεις. Δώσε μας πίσω την κόρη μας!» Ο Έντουαρντ κρατιόταν από μία κλωστή.


«Χμμμ… ας το σκεφτούμε αυτό Έντουαρντ. Είναι είτε η ασφάλεια και η ζωή της Ρενεσμί είτε η ελευθερία του Τζέικομπ.» Η Λία τα ζύγιζε στα χέρια της. Τα χέρια της πήγαιναν πάνω και κάτω προσπαθώντας να δείξει ποιο είχε περισσότερη σημασία.


«Εντάξει Έντουαρντ. Είναι εντάξει. Εάν αυτό είναι που θέλει, τότε θα πρέπει να της το δώσουμε. Είναι για τη Ρενεσμί. Ξέρεις ότι θα έκανα τα πάντα για αυτή.», είπα στον Έντουαρντ αφού ήταν ο μόνος που μπορούσε να με ακούσει.


«Εντάξει Λία, κέρδισες! Ο Τζέικομπ είναι δικός σου. Απλώς φέρε μας πρώτα τη Ρενεσμί.», της είπε ο Έντουαρντ. Η Πανδώρα κοίταξε την Λία καθώς η Λία έγνεψε με το κεφάλι της θετικά. Μόλις έγνεψε η Πανδώρα ήρθε κοντά στον Έντουαρντ και έβαλε τη Ρενεσμί στα χέρια του. Μόλις το έκανε, έτρεξε πίσω στο πλευρό του Μάρκο. Η Μπέλλα στάθηκε δίπλα στον Έντουαρντ. Χάιδεψε το πρόσωπο της Ρενεσμί με τα κρύα της χέρια με την ελπίδα να την ξυπνήσει.


«Γλυκιά μου, ξύπνα-είναι η μαμά και ο μπαμπάς. Είσαι σπίτι τώρα.» Η Μπέλλα της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.


Η Ρενεσμί άρχισε να ξυπνάει. Η δύναμη του αγγίγματος της μητέρας ήταν απίστευτα δυνατη. Η Ρενεσμί άρχισε να ξυπνάει αλλά δεν είχε την ενέργεια να πει τίποτα ακόμη. Τα μάτια της άνοιξαν καθώς με κοίταξε. Μόλις με είδε χαμογέλασε και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο της.


«Συγνώμη Τζέικομπ», ψιθύρισε η Ρενεσμί.


Κούνησα το μεγάλο μου λυκίσιο κεφάλι. Για τι πράγμα έλεγε συγνώμη;


«Σε παρακαλώ μη λες συγνώμη. Εγώ είμαι αυτός που θα έπρεπε να πει συγνώμη. Το λάθος είναι όλο δικό μου. Δεν θα έπρεπε να σε άφηνα ποτέ.» μίλησε για μένα ο Έντουαρντ μονότονα. Η Ρενεσμί ήξερε αμέσως ότι ο Έντουαρντ μιλούσε για μένα.


Ξάπλωνε εκεί στα χέρια ακόμη του Έντουαρντ. Δεν είχε όλη της την ενέργεια πίσω αλλά ζήτησε από τον Έντουαρντ να την βάλει κάτω. Έβαλε τα χέρια της στην κάθε πλευρά του προσώπου μου και έβαλε το πρόσωπο της πάνω στο δικό μου. Μπορούσα να νιώσω το τρίχωμα μου να γαργαλιέται, όπως κάνει πάντα. Φαινόταν ανυποψίαστη για το τι συνέβαινε. Δεν είχε καν καταλάβει ότι οι τρεις εισβολείς στέκονταν πίσω μου.


Η Λία καθάρισε το λαιμό της για να έχει ξανά την προσοχή μας. Η Ρενεσμί κοίταξε προς τα εκεί και είδε τη Λία. Μόλις κατάλαβε ότι ήταν αυτή, έμεινε με το στόμα ανοιχτό.


«Τζέικομπ, περιμένω.» Η Λία είχε τα χέρια της σταυρωμένα και χτυπούσε το πόδι της στο έδαφος.


«Τι συμβαίνει Τζέικομπ; Τι κάνει εδώ η Λία;» ψιθύρισε σε εμένα η Ρενεσμί.


«Αντίο Ρενεσμί. Είναι ώρα να φύγω. Θα σε αγαπώ για πάντα. Όσο μακριά και αν είμαστε. Θα είσαι για πάντα στην καρδιά μου. Κανένας δεν θα πάρει ποτέ τη θέση σου.» είπα ενώ ο Έντουαρντ μίλησε δυνατά για εμένα και πάλι.


Μπορούσα να το καταλάβω ότι ο Έντουαρντ δυσκολευόταν να πει τις λέξεις. Παρόλο που ήταν από εμένα, δεν του άρεσε να πει τις λέξεις που θα πλήγωναν τόσο πολύ την κόρη του.


Γύρισα από την άλλη και περπάτησα προς τη Ρενεσμί. Οι τρεις του εξαφανίστηκαν μέσα στο δάσος όπως έκανα και εγώ από πίσω τους.


«Μα Τζέικομπ, περίμενε.» Άκουσα τη Ρενεσμί να ψιθυρίζει καθώς προσπάθησε να με φτάσει. Δεν είχε άλλη ενέργεια. Δεν μπορούσε καν να πει τις λέξεις ολόκληρες. Γύρισα για να την δω για τελευταία φορά και την είδα να σκοντάφτει και να πιάνεται πάνω στον Έντουαρντ για στήριξη.


Γύρισα και έτρεξα πιο βαθιά μέσα στο δάσος και άφησα ένα ουρλιαχτό που σου τρύπαγε τα αυτιά, σου πλήγωνε την καρδιά. Ήταν το πιο δυνατό και το πιο οδυνηρό ουρλιαχτό που έχω αφήσει στη ζωή μου. Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνει κάποιος όταν πρέπει να διαλέξει μεταξύ της ασφάλειας του αγαπημένου του ή τη δική του ελευθερία; Ξέρω ότι αν πάω πίσω στη Ρενεσμί η Λία θα την βρει και θα την σκοτώσει όταν δεν θα είναι κανένας τριγύρω. Ήταν αρκετά εύκολο να την απαγάγει. Το να την σκοτώσει θα είναι πιθανότατα ακόμη πιο εύκολο. Δεν μπορούσα να το αφήσω να γίνει αυτό.


Η ελευθερία μου δε σήμαινε τίποτα όταν ήταν για τη ζωή της Ρενεσμί. Για ακόμα μια φορά έτρεξα με ραγισμένη την καρδιά. Υποθέτω ότι κάποια πράγματα στη ζωή δεν  είναι γραφτό να γίνουν.


ΤΕΛΟΣ;


 

Part II

 

ΡΕΝΕΣΜΙ


Έχει περάσει μια εβδομάδα και ακόμη δεν έχω ακούσει νέα από τον Τζέικομπ. Η μέρα που με άφησε έμοιαζε σαν ένα μεγάλο άσχημο όνειρο…


Άρχισα να ξυπνάω και τα πράγματα ήταν ακόμη λίγο θολά. Το πρώτο πράγμα που κατάλαβα ήταν το πρόσωπο των γονιών μου. Στην αρχή νόμισα ότι ονειρευόμουν, αλλά μετά άκουσα τις φωνές τους και ήξερα ότι ήταν πραγματικότητα. Ήμουν στ’ αλήθεια σπίτι; Ήξερα ότι ήμουν σπίτι και ήμουν ασφαλής. Μια έκρηξη χαράς με κατέβαλε εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να αρχίσω να πηδάω από χαρά αλλά δεν μπορούσα. Ήμουν ακόμη λίγο αδύναμη έτσι δεν έκανα τα πράγματα όπως έπρεπε.


Μετά βίας συνειδητοποιούσα το γεγονός ότι ο Τζέικομπ με άφηνε. Δεν καταλάβαινα γιατί. Δεν ήξερα απολύτως τίποτα. Μόλις ο Τζέικομπ άρχισε να απομακρύνεται από εμένα, κατάλαβα ότι υπήρχε ένα κοράκι πάνω στο δέντρο που μας παρακολουθούσε. Καθόταν πάνω στο κλαδί βλέποντας μέσα στην ψυχή μου. Πέταξε μακριά και όταν το έκανε, ένα από τα φτερά του έπεσε. Το έβλεπα να κουνιέται μπροστά και πίσω καθώς έπεφτε αργά στο έδαφος. Όταν κτύπησε το έδαφος ο Τζέικομπ είχε πια χαθεί τελείως και τότε με κτύπησε. Ο Τζέικομπ είχε φύγει στ’ αλήθεια. Το κεφάλι μου ήταν τόσο αναστατωμένο που σχεδόν ξέχασα πώς να σταθώ. Ευτυχώς ο μπαμπάς ήταν εκεί να με βοηθήσει να σηκωθώ. Η χαρά μου εξαφανίστηκε όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Σε μια στιγμή όλα είχαν χαθεί.


Η μαμά και ο μπαμπάς περπάτησαν στο πλευρό μου και με έφεραν μέσα στο σπίτι του Τζέικομπ. Κάθισα στον καναπέ με τη μαμά δίπλα μου. Είχε τα χέρια της γύρω μου. Ήταν πολύ παρηγορητικό. Κοιτούσα μπροστά μου σοκαρισμένη. Δεν είπα ούτε λέξη. Δεν έκλαψα. Ήμουν σιωπηλή.


Ο μπαμπάς πήγε κοντά σε μια από τις τσάντες του και έβγαλε έξω μια μικρή πλαστική σακούλα με αίμα. Πάντα κρατούσαν ένα εφεδρικό για αυτούς. Υποθέτω ότι ένιωσαν την ανάγκη να το φέρουν μαζί τους αυτή τη φορά αφού ήξεραν ότι ήμουν σε κάποιο είδος κινδύνου.  Το ήπια όλο και επανάκτησα την περισσότερη μου ενέργεια. Είχα ξεχάσει σχεδόν τι γεύση είχε το αίμα. Δεν ήταν το ίδιο όμως όταν έβγαινε από μια πλαστική τσάντα.


Όταν σταμάτησα να πίνω, αποφάσισα ότι τώρα ήταν ίσως η καλύτερη στιγμή να μιλήσω. Το να μείνω σιωπηλή δεν θα μου έδινε απαντήσεις. Απαίτησα να μου να εξηγήσουν όλα. Ήθελα να ξέρω ακριβώς τι έγινε. Μου είπαν ότι ο Τζέικομπ ήρθε πίσω σε εμένα και απολογήθηκε. Το θυμάμαι αυτό αλλά η ανάμνηση ήταν θολή. Περίμενα για αυτή τη μέρα τόσο καιρό. Αλλά δεν την φαντάστηκα έτσι. Δεν την φαντάστηκα καθόλου έτσι!


Μου είπαν επίσης ότι η Λία ήρθε πίσω και είχε το Μάρκο και την Πανδώρα σαν ακόλουθους της. Υποθέτω ότι αυτό εξηγάει γιατί είδα την Πανδώρα στο δάσος πριν. Το μόνο που θυμάμαι ήταν την Πανδώρα να στέκεται μπροστά μου. Μόλις την είδα ήξερα ότι αυτή κρυβόταν πίσω από όλα τα προβλήματα στη ζωή μου. Το τρίχωμα στα χέρια μου σηκώθηκε την στιγμή που τα μάτια μας συναντήθηκαν. Το ήξερα από την αρχή ότι δεν ήταν καλή. Δεν ξέρω καν γιατί την παντρεύτηκε ο θείος Ελαϊτζάχ. Δεν τον είδα μαζί της έτσι υπέθεσα ότι δεν ήταν μαζί πάλι.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που την είδα, κάποιος με έπιασε από πίσω. Ούρλιαξα και πριν να το καταλάβω υπήρχε ένα ρούχο πάνω από τη μύτη και το στόμα μου. Έπνιγε τις φωνές μου. Λιποθύμησα. Μετά από αυτό όλα είναι ένα μυστήριο. Δεν ξέρω που με πήραν ή πως έφτασα εκεί. Δεν ξέρω καν τι μου έκαναν ενώ ήμουν  λιπόθυμη. Δεν ήθελα να το σκέφτομαι αυτό όμως.


Ο μπαμπάς μου είπε ότι πήραν τον Τζέικομπ με τον ίδιο τρόπο. Υποθέτω ότι οι μισοί βρικόλακες και οι λυκάνθρωποι δεν μπορούν να αντισταθούν στο χλωροφόρμιο. Αναρωτιέμαι εάν αυτό μπορεί να επηρεάσει τους γονείς μου. Λοιπόν, εκείνοι μάλλον θα κρατούσαν απλώς την αναπνοή τους αφού δεν είχε σημασία πόση ώρα θα την κρατούσαν. Εγώ δεν σκέφτηκα καν να κρατήσω την αναπνοή μου. Δεν ήξερα ότι υπήρχε χλωροφόρμιο πάνω σε εκείνο το ρούχο. Δεν είχα καν ακούσει ποτέ αυτή τη λέξη.


Έμαθα επίσης ότι ο Τζέικομπ έπρεπε να διαλέξει μεταξύ της ελευθερίας του και της ζωής μου. Η μαμά μου το είπε αυτό-παρόλο που δεν το ήθελε. Της το έβγαλα. Δεν μπορεί να κρατήσει πράγματα από εμένα. Παίζω απλώς την κάρτα της συμπόνιας και δουλεύει κάθε φορά. Είναι σαν τη μικρή μου γοητεία. Ο μπαμπάς ήξερε το κόλπο που χρησιμοποιούσα αλλά δεν είπε τίποτα. Μπορούσα να τον δω να με κοιτάζει με την άκρη του ματιού του. Ο μπαμπάς έχει τόσες διαφορετικές εκφράσεις και μπορούσα να διαβάσω την κάθε μια από αυτές. Ο μπαμπάς ήξερε ότι είχα το δικαίωμα να ξέρω αυτού του είδους το πράγμα για τον Τζέικομπ.


Τώρα ήμασταν πίσω στο σπίτι στην Αλάσκα. Ο Μπίλι είπε ότι μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι του όσο θέλαμε. Αλλά δεν μπορούσα να το αντέξω. Προτιμούσα να είμαι στο καινούργιο μου σπίτι.


Όπως είπα πριν- δεν έχω ακούσει καθόλου από τον Τζέικομπ. Δεν μου έχει τηλεφωνήσει ή γράψει ένα γράμμα ή αφήσει ένα στοιχείο για να με αφήσει να ξέρω ότι είναι καλά. Απ’ όσο ξέρω θα μπορούσε να είναι νεκρός τώρα.


Μόλις το είπα αυτό, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και έτρεξα στο ανοιχτό παράθυρο όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Το ένα από τα χέρια μου έπιασε το περβάζι του παραθύρου ενώ το άλλο άρπαξε την καρδιά μου. Άρχισα να αναπνέω βαθιά και το στήθος μου άρχισε να με πονάει. Ανάσαινα γρήγορα. Νομίζω ότι ο λαιμός μου έκλεισε και δεν μπορούσα να ανασάνω πια. Έπαιρνα κοφτές εισπνοές. Ένιωθα ότι την ίδια στιγμή θα έκανα εμετό. Ήξερα ότι αυτό δεν ήταν δυνατό αφού το στομάχι μου ήταν άδειο. Δεν έφαγα τίποτα σήμερα. Την τελευταία φορά που ήπια αίμα ήταν πριν μια εβδομάδα όταν έγιναν όλα αυτά.


Προσπάθησα να ηρεμίσω τον εαυτό μου. Έκλεισα τα μάτια μου και έπαιρνα βαθιές σταθερές αναπνοές. Επέστρεφα πίσω στο κανονικό τώρα. Αυτό μου συμβαίνει συνήθως όταν σκέφτομαι ότι ο Τζέικομπ με έχει αφήσει για πάντα. Ήταν πιο συχνό στην αρχή. Συνήθιζα να το παθαίνω σχεδόν 3 με 4 φορές την ημέρα. Τώρα έχω κατεβεί είτε στη μία ή καμία.


Η μαμά μου ήρθε αυτόματα στο δωμάτιο μου και άρχισε να μου τρίβει την πλάτη. Δεν είπε τίποτα. Θα στεκόταν εκεί, έτριβε την πλάτη μου και θα προσπαθούσε να με παρηγορήσει. Είναι κάπως ρουτίνα για αυτήν τώρα. Δεν μπορώ να το ελέγξω. Συμβαίνει από μόνο του. Δεν υπάρχει τρόπος να το σταματήσω. Αυτή τη φορά όμως όταν ήρθε η μαμά μου, άρχισε να σιγοτραγουδάει το νανούρισμα μου. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Την αγκάλιασα και άρχισα να κλαίω. Έκλαιγε μαζί μου. Η διαφορά μεταξύ του κλάματος μας όμως, ήταν ότι το δικό της δεν είχε δάκρυα. Ήξερα ότι μπορούσε να νιώσει τον πόνο μου. Πονούσε επειδή πονούσα. Καμία μητέρα δεν θα ήθελε να βλέπει το παιδί της σε αυτό το στάδιο. Ο μπαμπάς μου άρχισε να παίζει τη μελωδία μου στο πιάνο. Ακουγόταν τόσο όμορφη.


«Όλα θα πάνε καλά, σου το υπόσχομαι. Τα πράγματα πάντα καταλήγουν στο καλύτερο. Μην ξεχάσεις ποτέ ότι έχεις γονείς που σε αγαπάνε μέχρι θανάτου. Σημαίνεις τον κόσμο για εμάς.», ψιθύρισε η μαμά.


Έγνεψα απλώς με το κεφάλι μου. Δε μπορούσα καν να μιλήσω επειδή τα δάκρυα δεν άφηναν τις λέξεις να βγουν. Ο λαιμός μου ήταν κλειστός. Ήξερε ότι ήμουν ευγνώμον και τους αγαπούσα και τους δύο ανεξέλεγκτα. Η μαμά με έπιασε πάνω της και με έβαλε στο κρεβάτι.


Κάθισα εκεί στο κρεβάτι μου και τα δάκρυα σταμάτησαν. Μόλις σταμάτησαν η μαμά σκούπισε το τελευταίο, φίλησε το μέτωπο μου και πήγε κάτω. Άφησε την πόρτα ανοιχτή ώστε να μπορώ να ακούω τον μπαμπά να παίζει το νανούρισμα μου. Άρχιζε να με βάζει για ύπνο αλλά το πάλεψα. Δεν ήθελα να κοιμηθώ αυτή τη στιγμή. Κάθισα στο κρεβάτι μου με τα πόδια μου σταυρωμένα και τα χέρια πάνω τους. Κάθισα έτσι για ώρες. Κοιτούσα οτιδήποτε έλκυε την προσοχή μου. Κάποιες φορές κοίταζα έξω από το παράθυρο και κάποτε κοίταζα απλώς τον τοίχο. Σήμερα αποφάσισα ότι θα έβλεπα απλώς κάτω και θα κοιτούσα τα χέρια μου.


Κατάλαβα κάτι σήμερα. Υπήρχε κάτι στο χέρι μου που δεν είχα αντιληφθεί πριν. Ακριβώς στη μέση της αριστερής μου παλάμης υπήρχε ένα σχήμα. Σήκωσα το χέρι μου και το κοίταξα από κοντά. Μετά βίας μπορούσα να το καταλάβω αλλά νομίζω ότι έμοιαζε με αστέρι. Ίσως να το φανταζόμουν. Ίσως να τρελάθηκα. Δεν ξέρω στ’ αλήθεια σε αυτό το σημείο. Κοίταξα στο δεξί μου χέρι και δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Το αγνόησα απλώς.


Τώρα περνούσα τις περισσότερες από τις μέρες μου στο δωμάτιο μου με αυτό τον τρόπο. Θα έβγαινα έξω και θα κυνηγούσα όταν χρειαζόταν, το οποίο δεν ήταν συχνό πια. Στην πραγματικότητα, δεν έχω πάει κυνήγι από τότε που έφυγε ο Τζέικομπ. Ο μπαμπάς μου ερχόταν στο δωμάτιο μου με φαγητό για μένα όποτε πεινούσα. Δεν έπρεπε καν να του πω. Διάβαζε απλώς το μυαλό μου και ήξερε. Άρχισε να μου αρέσει το ανθρώπινο φαγητό. Πεινούσα κάποιες φορές, αλλά δεν είχα όρεξη να φάω. Το φαγητό καθόταν εκεί καθώς έπιανα από αυτό.


Το ανθρώπινο φαγητό ήταν πολύ ευκολότερο να το πάρεις παρά το κυνήγι. Όσο και να μου άρεσε το κυνήγι, δεν ήταν το ίδιο χωρίς τον Τζέικομπ. Ένιωθα πολύ άσχημα που σκότωνα το ζώο και μετά το άφηνα να κάθεται εκεί και να σαπίζει. Αλλά με τον Τζέικομπ ήταν διαφορετικό. Έτρωγε το κουφάρι και όλα ήταν καλά και καθαρά. Δε μπορούσα να το κάνω αυτό στο καημένο ζώο πια.


Σταμάτησα να πηγαίνω στο σχολείο. Όσο και να ήθελα να πάω, δεν το άντεχα. Επίσης οι γονείς μου δεν ήθελαν να πηγαίνω για λόγους ασφαλείας και τέτοια. Ο μπαμπάς μου είπε ότι του έφερνα πίσω το άγχος που συνήθιζε να έχει όταν η μαμά ήταν θνητή. Όποτε εκείνη πήγαινε κάπου εκείνος φρίκαρε και σκεφτόταν ότι κάτι κακό θα της συνέβαινε. Δεν ήθελε να το περάσει ξανά και δεν ήθελε να ρισκάρει. Η ζωή μου ήταν κάτι που δεν ήθελε καν να σκεφτεί να ρισκάρει.


Πέρασαν οι μέρες και ήμασταν για τα καλά μέσα στον Οκτώβρη τώρα. Ήμασταν σχεδόν στο μέσο. Ο πατέρας μου ρώτησε τη μητέρα μου και εμένα εάν θέλαμε να γιορτάσουμε τα γενέθλια μας και είπα όχι. Ήθελε να κάνει ένα μεγάλο πάρτι. Παρόλο που τα γενέθλια μας ήταν και των δύο τον Σεπτέμβρη ήξερε ότι δεν θα έπρεπε να ρωτήσει και ήθελε να μου αφήσει λίγο χρόνο πριν κάνει οτιδήποτε λογικό. Τη μαμά δεν τη ενδιέφερε και πολύ να γιορτάσει τα γενέθλια της. Είπε ότι θα έκανε ό,τι ήθελα εγώ. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι δεν ήθελα να γιορτάσω τα γενέθλια μου. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελα να γιορτάσω.


Αυτή η μέρα, όπως και οι άλλες ερχόταν σε ένα τέλος. Κοίταξα έξω από το παράθυρο μου και κατάλαβα ότι υπήρχε πανσέληνος απόψε. Κοίταξα το πανέμορφο φεγγάρι. Ευχόμουν ότι το κοίταζε και ο Τζέικομπ την ίδια στιγμή. Έφερνε πίσω αναμνήσεις από την Ιταλία. Θυμήθηκα όταν ο Τζέικομπ και οι γονείς μου ήρθαν να με σώσουν από τους Βολτούρι. Όταν φύγαμε υπήρχε πανσέληνος και ο Τζέικομπ και εγώ την κοιτάζαμε μαζί. Ήταν η πρώτη φορά που είπαμε ο ένας στον άλλο ότι τον αγαπούσαμε.


Αλλά αυτές ήταν απλώς ωραίες αναμνήσεις τώρα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και τράβηξα τα καλύμματα πίσω για να μου κάνω χώρο. Ήμουν κουρασμένη τώρα. Τώρα ήταν καλή στιγμή για να κοιμηθώ. Έμεινα ξάγρυπνη όσο πιο πολύ μπορούσα. Τα μάτια μου ήταν πάρα πολύ βαρετά και πονούσαν από το κλάμα πριν. Ήθελα απλώς να είχε ήδη τελειώσει αυτή η μέρα. Πριν ξαπλώσω πήγα κοντά στο παράθυρο και το έκλεισα. Συνήθως το αφήνω ανοιχτό αλλά όμως υπήρχε ένα κρύο αεράκι που έμπαινε μέσα. Ήταν πιο κρύο και πιο δυνατό από το κανονικό. Κοίταξα για τελευταία φορά το φεγγάρι πριν κλείσω το παράθυρο. Έκλεισα τις κουρτίνες και γύρισα την πλάτη μου στο φεγγάρι. Πήγα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και έπεσα σε βαθύ ύπνο.


***


Κάτι με ξύπνησε τη νύχτα. Άκουσα ένα δυνατό γδούπο. Κάθισα γρήγορα με κρύο ιδρώτα. Σκούπισα το μέτωπο μου με το μανίκι μου και κοίταξα προς το παράθυρο μου. Κατάλαβα ότι ήταν ανοιχτό. Ο άνεμος το έκανε να χτυπάει πάνω στον τοίχο. Όταν το κατάλαβα αυτό χαλάρωσα λίγο. Αυτός ήταν ο θόρυβος που με ξύπνησε. Φοβήθηκα χωρίς λόγο. Οι κουρτίνες πετούσαν σαν τρελές. Υποθέτω ότι υπήρχε μια καταιγίδα ανέμου έξω έτοιμη να ξεσπάσει.


«Ρενεσμί», άκουσα ένα ψίθυρο.


Κράτησα την αναπνοή μου καθώς κοίταξα γρήγορα στην άλλη άκρη του δωματίου μου από όπου είχε έρθει ο θόρυβος. Εκεί στεκόταν ο Τζέικομπ! Πετάρισα δύο φορές τα βλέφαρα μου απλά για να σιγουρευτώ ότι ήταν ακόμη εκεί. Ο Τζέικομπ ήταν εκεί. Στεκόταν μπροστά μου. Εγώ κοιτούσα αυτόν και εκείνος κοιτούσε εμένα. Ήταν αληθινό αυτό;


Μόλις είδα το πρόσωπο του όλες οι εικόνες εκείνου να απομακρύνεται ξαναγύρισαν μέσα στο μυαλό μου. Μπορούσα ακόμη να δω την έκφραση της συντριβής πάνω στο πρόσωπο του. Ο τρόπος που απομακρύνθηκε αργά από κοντά μου. Ο πόνος που μπορούσα να νιώσω να βγαίνει από αυτόν. Με σκότωνε εσωτερικά. Δεν ξέρω εάν θα μπορούσα να αντέξω την ίδια έκφραση ξανά. Ήξερα ότι ήταν εδώ. Ήξερα ότι στεκόταν μπροστά μου. Όμως ήταν μόνο για λίγα δευτερόλεπτα; Θα έφευγε μόλις έχτιζα αρκετή χαρά για να αποδεχτώ ότι ήταν εδώ; Δεν ήθελα να το περάσω ξανά αυτό. Δεν ήξερα τι να κάνω.


Έκανε δύο βήματα μπροστά και σταύρωσε όλο μου το δωμάτιο με αυτά τα δύο βήματα. Πριν μπορέσω να πω τίποτα άλλο, κάθισε πάνω στο κρεβάτι μου μπροστά μου και έβαλε το κεφάλι μου ανάμεσα στα δύο του χέρια. Μόλις με άγγιξε ξέχασα εντελώς τι σκεφτόμουν πριν. Τίποτα δεν είχε σημασία τώρα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το άγγιγμα του στο πρόσωπο μου. Το πρόσωπο μου ήταν τόσο μικρό σε σύγκριση με τα γιγάντια του χέρια. Ήταν όνειρο αυτό; Δεν το ένιωθα να είναι. Το πρόσωπο μου ενέδιδε στη ζεστασιά του αγγίγματος των χεριών του. Ένιωθα τόσο ωραία. Έκλεισα τα μάτια μου και το απορρόφησα. Εάν αυτό ήταν όνειρο θα κρατούσα το καλύτερο του. Θα εκτιμούσα το κάθε μικρό κομμάτι του Τζέικομπ που μου έδινε το μυαλό μου.


«Είσαι στ’ αλήθεια εδώ;» ψιθύρισα με τα μάτια μου ακόμη κλειστά.


Ο Τζέικομπ μετακίνησε τα χέρια του από το πρόσωπο μου. Ήταν μια αυτόματη αύξηση της ψύχρας. Το παράθυρο ήταν ακόμη ανοιχτό και ένα αεράκι έμπαινε μέσα πιο γρήγορα από ποτέ. Το ξέχασα εντελώς όταν ο Τζέικομπ είχε τα χέρια του στο πρόσωπο μου. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το παράθυρο. Αναλογιζόμουν εάν ή όχι ήθελα να σηκωθώ και να το κλείσω. Φοβόμουν ότι εάν σηκωνόμουν και πήγαινα πίσω στο κρεβάτι μου ο Τζέικομπ θα χανόταν. Ο Τζέικομπ έπιασε τα χέρια μου και τα έβαλε ανάμεσα στα δικά του. Δεν υπήρχε περίπτωση να σηκωνόμουν για να κλείσω το παράθυρο τώρα.


Ο Τζέικομπ κοίταζε μέσα στα μάτια μου. Φαινόταν αναστατωμένος με τον εαυτό του. Ήταν λες και πάλευε με κάτι. Φαινόταν πολύ σοβαρός.


«Το ξέρω ότι είναι πολύ ηλίθιο και παιδιάστικο από μέρους μου να έρχομαι εδώ με αυτό τον τρόπο. Αυτή τη στιγμή ρισκάρω τη ζωή σου. Όμως δεν μπορούσα να μείνω μακριά σου άλλο. Έπρεπε να σε δω. Έπρεπε να είμαι μαζί σου. Έπρεπε να σε αγγίξω» Ο Τζέικομπ κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια μου και έσφιγγε τα χέρια μου. Δε με πονούσε όμως.


Το μυαλό μου έκανε το ‘κλικ’ και επιτέλους συνειδητοποίησα το γεγονός ότι ο Τζέικομπ ήταν στ’ αλήθεια εδώ και ήταν αληθινός. Δεν ήταν απλά η φαντασία μου που έπαιζε παιχνίδια μαζί μου.


«Ω Τζέικομπ, είσαι πίσω! Είσαι στ’ αλήθεια πίσω. Το ήξερα ότι δεν θα με άφηνες έτσι. Το ήξερα ότι με αγαπούσες. Ήξερα ότι θα ερχόσουν πίσω. Είχα τις αμφιβολίες μου αλλά ήξερα ότι έκανα λάθος» Τέντωσα τα χέρια μου και του έδωσα μια μεγάλη αγκαλιά. Τα χέρια μου μετά βίας χωρούσαν γύρω του. Δεν με ένοιαζε όμως. Με αγκάλιασε και αυτός αλλά τα χέρια του θα μπορούσαν να τυλίγονταν γύρω μου διπλά.


Απομακρύνθηκα από την αγκαλιά του και έβγαλα ένα τεράστιο χασμουρητό. Ήταν το μέσο της νύχτας ούτως ή άλλως. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ τον ολόκληρο και μισό μήνα που έλειπε. Άρχισα να τρέμω. Η αλλαγή της ατμόσφαιρας του δωματίου μου από το δέρμα του Τζέικομπ ήταν σχεδόν σαν φωτιά και πάγος.


«Ξάπλωσε», είπε ο Τζέικομπ.


Έκανα αυτό που είπε. Ήμουν ενθουσιασμένη λίγο πάνω από το κανονικό. Έσπρωξα τον εαυτό μου λίγο στην άκρη και ξάπλωσα το κεφάλι μου πάνω στο μαξιλάρι μου. Ήμουν ακόμη κάτω από τα καλύμματα. Τα τράβηξα πίσω καθώς έγνεψα στον Τζέικομπ να μου κάνει παρέα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι μου και έκλεισε το παράθυρο. Ήμουν ευγνώμον αλλά δεν είπα τίποτα. Ήρθε πίσω στο κρεβάτι μου και σήκωσε τα καλύμματα ώστε να μπορέσει να ξαπλώσει δίπλα μου.


Αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή που είχα εδώ και πολύ καιρό. Είχα το μεγαλύτερο χαμόγελο στο πρόσωπο μου αυτή τη στιγμή. Ο Τζέικομπ ήταν εδώ και αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ. Ήμουν το πιο ευτυχισμένο άτομο στον κόσμο. Δεν θα τον άφηνα να φύγει ξανά. Δε με νοιάζει τι λέει. Εάν αποφάσιζε να φύγει, θα πήγαινα μαζί του.


Ξαπλώναμε κοιτώντας απλά ο ένας τον άλλο. Ξαπλώναμε πλάγια ώστε να μπορούμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλο. Ο Τζέικομπ έπαιζε με τα μαλλιά  μου. Περνούσε τα δάκτυλα του μέσα από αυτά και μετά τα τύλιγε γύρω τους. Ήρθε πιο κοντά μου και πήρε μια βαθιά αναπνοή από τη μύτη του. Απορροφούσε τη μυρωδιά μου.


«Μου έλειψες τόσο πολύ. Λατρεύω το πώς η μυρωδιά σου δεν μου καίει τη μύτη όπως κάνει της υπόλοιπης σου οικογένειας. Θα μπορούσα να παίρνω την αναπνοή σου για πάντα χωρίς να με επηρεάζει», είπε ο Τζέικομπ καθώς έτριβε το χέρι μου.


Παρακολουθούσα τον Τζέικομπ καθώς κοίταζε το χέρι του που έτρεχε κάτω στο πλευρό μου. Πήγαινε αργά κάτω. Μετά βίας με άγγιζε όμως μπορούσα ακόμη να τον νιώσω. Σταμάτησε να μετακινεί το χέρι του κάτω όταν έφτασε στην άκρη της μπλούζας μου. Αναρωτιόμουν τί σκεφτόταν. Έπαιζε με την άκρη της μπλούζας μου. Δεν το σκέφτηκα καθόλου αυτό μέχρι που άρχισε να σηκώνει αργά πάνω τη μπλούζα μου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρηγορότερα- πιο γρήγορα από το κανονικό. Μπορούσα να νιώσω το αίμα να τρέχει στο πρόσωπο μου αυτόματα. Με κοίταξε ενώ σήκωνε αργά την φανέλα μου. Ήταν λες και μου ζητούσε την άδεια. Δεν είπα τίποτα για να τον σταματήσω. Δεν ήθελα να σταματήσει. Τράβηξε τη μπλούζα μου πάνω από το κεφάλι μου και την πέταξε στο πάτωμα. Άρχισε να φιλάει το λαιμό μου.


Ένιωθα τόσο ωραία. Ο Τζέικομπ δε με έχει φιλήσει ποτέ έτσι. Θα ήταν μόνο μικρά πεταχτά φιλιά εδώ και εκεί. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα που να είχα φανταστεί. Φίλησε το λαιμό μου και μπορούσα να νιώσω ολόκληρο μου το κορμί να μουδιάζει. Δεν ήξερα πως ήταν δυνατό αυτό. Άρπαξα τα μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού του και αποδέχτηκα το αίσθημα των χειλιών του στο δέρμα μου.


Έβαλε όλο του το χέρι γύρω μου και έφερε το κορμί μου πιο κοντά στο δικό του. Δεν φορούσε φανέλα. Δεν εκπλησσόμουν. Ήταν έξω από το συνηθισμένο για τον Τζέικομπ να φοράει φανέλα. Όταν με τράβηξε πιο κοντά, το δέρμα στο στήθος μας άγγιξε το ένα το άλλο. Μου κόπηκε η ανάσα όταν ένιωσα το δέρμα του πάνω στο δικό μου. Το ένιωσα να είναι σε ολοκληρωτική ισορροπία. Ήταν ζεστός και ήμουν κρύα. Όταν αγγίζαμε ο ένας τον άλλο ήταν  ουδέτερο. Λες και ήμασταν ένα άτομο. Ο Τζέικομπ το κατάλαβε και σταμάτησε να φιλάει το λαιμό μου.


Μετακινήθηκε πάνω από το λαιμό μου και τώρα με φιλούσε παθιασμένα στα χείλη. Έβαλε το χέρι του πάνω στο μάγουλο μου και γλίστρησε το χέρι του μέσα στα μαλλιά μου. Έπιασε τα μαλλιά μου και τράβηξε το πρόσωπο μου πιο κοντά στο δικό του. Δεν ήξερα ότι ο Τζέικομπ είχε τέτοια αισθήματα για μένα. Μου άρεσε. Μου άρεσε-πολύ! Τύλιξα τα πόδια μου γύρω του.


Όλο αυτό το πάθος και η ζέστη ήταν χτισμένα μέσα του και τώρα τα επιτέλους τα άφηνε ελεύθερα. Ήξερα ότι περίμενε εδώ και λίγο καιρό για αυτή τη στιγμή. Το βλέμμα του ήταν το ίδιο βλέμμα με εκείνη τη μέρα που σχεδόν μπήκε μέσα όταν ήμουν στο μπάνιο. Ήταν το πρόσωπο του πόθου. Δεν το ήξερα μέχρι τώρα. Η μόνη διαφορά αυτή τη φορά είναι ότι ακολουθεί αυτό που ήθελε. Δεν απομακρύνεται από αυτό.


Δεν είχα ξανανιώσει με αυτό τον τρόπο πριν για κανένα. Όλο μου το κορμί λαχταρούσε για κάτι και αυτό το κάτι ήταν ο Τζέικομπ. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήξερε πως το ήθελα αυτό όσο και εκείνος. Του ανταπέδωσα το φιλί με όση δύναμη μου έδινε και αυτός. Ενώ φιλιόμασταν δάγκωσα το κάτω χείλος του και εκείνος μου γρύλισε παιχνιδιάρικα. Αυτό με έκανε ακόμη πιο ενθουσιασμένη.


Ο Τζέικομπ έφυγε το χέρι του από το χέρι μου και το μετακίνησε αργά πάνω στο στομάχι μου προς τα κάτω. Έφτασε την άκρη του παντελονιού μου.


Η μαμά μου εισέβαλε μέσα στο δωμάτιο μου και έσπασε την πόρτα. Ούρλιαζε.


«Τι κάνεις; Φύγε τα χέρια σου από την κόρη μου!» είπε καθώς πήδηξε πάνω στο κρεβάτι μας.


 

Κεφάλαιο 13: Αγάπη και Θάνατος

ΜΠΕΛΛΑ


Ο Έντουαρντ και εγώ βρισκόμασταν στο μπροστινό μέρος του σπιτιού και μιλούσαμε. Του ζήτησα να βγούμε έξω επειδή ήξερα ότι αν έμενα μέσα θα τρελαινόμουν. Ήμουν συνηθισμένη να τρέχω γύρω ελεύθερη αλλά αποφασίσαμε να μείνουμε σπίτι με τη Ρενεσμί. Όταν σκεφτόμουν την κόρη μου δε με ένοιαζε εάν θα έπρεπε να μείνω κλεισμένη σε ένα μικρό κουτί για να την κρατήσω ασφαλή. Δεν ήθελα να φύγω από το πλευρό της αφού μπορεί να της συμβεί οτιδήποτε. Δεν ήθελε να βγει έξω και να επισκεφτεί την οικογένεια μας. Ήθελε απλώς να μείνει σπίτι στο δωμάτιο της. Δεν την πίεσα να κάνει τίποτα που να μην ήθελε.


Ο Έντουαρντ συμφωνούσε με τον τρόπο που ένιωθα. Πίστευε ότι θα ήταν εντάξει να πάμε μια βόλτα έξω. Δεν θα πηγαίναμε υπερβολικά μακριά από το σπίτι. Κατεβήκαμε τα σκαλιά καθώς ο Έντουαρντ προχώρησε μπροστά ώστε να μπορέσει να ανοίξει και να κρατήσει την πόρτα για μένα. Τον ευχαρίστησα και πέρασα. Δεν πήρε ούτε στιγμή τα μάτια του από πάνω μου. Είχε ζωγραφισμένο το διαβολικό του χαμόγελο.


Ήταν ωραία να αναπνέω απλώς το καθαρό αέρα της Αλάσκας. Ήταν περίπου 3:00 το πρωί. Ήταν ασυνήθιστα φωτεινά έξω απόψε. Κοίταξα τον ουρανό και κατάλαβα ότι υπήρχε πανσέληνος απόψε. Το φως της αντανακλάται από το χιόνι στο έδαφος. Για αυτό είναι τόσο φωτεινά. Φαινόταν πολύ απόκοσμο αλλά και ωραίο ταυτοχρόνως. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο.


«Θες να δοκιμάσεις και να παίξεις με την ασπίδα μου ξανά;», ρώτησα ενθουσιασμένη.


«Δεν ξέρω», απάντησε ο Έντουαρντ.


«Μα ήμασταν τόσο κοντά!», είπα. Ήμουν λίγο απογοητευμένη από την απάντηση του.


«Δεν θυμάσαι τι έγινε την τελευταία φορά που το δοκιμάσαμε;», είπε ο Έντουαρντ ενώ με κοίταζε με τα χρυσαφένια του μάτια.


Τα μάτια του έμοιαζαν σαν να έλαμπαν στο σεληνόφως. Αναρωτιέμαι πως έμοιαζαν τα μάτια μου αυτή τη στιγμή. Πιθανότατα έμοιαζαν το ίδιο με τον Έντουαρντ. Είμαι σίγουρη όμως ότι τα δικά του είναι πολύ πιο ωραία. Η τελειότητα των ζυγωματικών του είχε μεγαλώσει καθώς μπορούσα να δω τις τέλειες σκιές πάνω στο δέρμα του. Τι άλλο θα μπορούσα να πω; Ήταν ο τέλειος μου άνδρας.


Την τελευταία φορά που προσπαθήσαμε να παίξουμε με την ασπίδα μου ήταν η μέρα που η Πανδώρα είχε πιάσει τη Ρενεσμί. Ο Έντουαρντ συγκεντρωνόταν πολύ σκληρά στο να με βοηθήσει που δεν τον ένοιαξε καν να κοιτάξει το μυαλό της Ρενεσμί και να δει αν ήταν καλά. Όταν καταλάβαμε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο ήταν πολύ αργά. Εάν δεν έπαιζε με το μυαλό μου, θα είχε δει αμέσως ποιος την πήρε και θα έσωζε τους εαυτούς μας από όλο εκείνο το μπέρδεμα.


«Νομίζω ότι θα είναι μια χαρά. Θα είμαστε ικανοί να ακούσουμε εάν έρχεται κάτι. Σε παρακαλώ;» Σούφρωσα το κάτω μου χείλος και κλαψούριζα σαν μικρό κουταβάκι.


«Γιατί πρέπει να μου το κάνεις αυτό; Δε μπορώ ποτέ να αντισταθώ σε αυτό το πρόσωπο. Εντάξει, κέρδισες. Ας προσπαθήσουμε ξανά.» Ο Έντουαρντ υποχώρησε. Πάντα δουλεύει σε αυτόν.


«Ναι!» πετάχτηκα από χαρά.


Αυτό ήταν πολύ θαυμάσιο. Ο Έντουαρντ σκέφτηκε αυτή την ιδέα. Ήθελε να δει εάν μπορούσα να διαβάσω το μυαλό του. Εάν μπορούσα να βρω πώς να διαβάσω το μυαλό του πρώτα, μετά θα μπορούσα πιθανότατα να διαβάσω το μυαλό και άλλων ατόμων επίσης. Προσπαθούσαμε μικρά πράγματα για τώρα.


Ο Έντουαρντ στεκόταν εκεί και καθάριζε το μυαλό του. Τον έβαζα να σκεφτεί κάτι που δε θα μπορούσα ποτέ να μαντέψω. Δεν μου έλεγε τι ήταν επειδή αυτό προφανέστατα θα νικούσε τον σκοπό μου να καταλάβω τι σκεφτόταν. Εύρυνα την ασπίδα μου και κάλυπτα όλο του το κορμί. Δε σταματούσα εκεί όμως. Προσπαθούσα να βυθίσω την ασπίδα μου μέσα στο κεφάλι του. Ξάπλωνε πάνω από το κεφάλι του και εγώ έπρεπε να προσπαθήσω να την σπρώξω μέσα στο κρανίο του. Κάποιες φορές ήταν δυσκολότερο από άλλες. Όταν συγκεντρωνόμουν στ’ αλήθεια, η ασπίδα μου έμενε πάνω από το κρανίο μου και θα βυθιζόταν όταν το έλεγα εγώ.


Δεν έχω καταφέρει ακόμη να διαβάσω προτάσεις μέσα στο μυαλό του. Μπορούσα να δω ένα μάτσο από λέξεις μέσα στο μυαλό του, όπως αίμα, αγάπη, σύζυγος, οικογένεια. Αλλά καμία από αυτές δεν ήταν πρόταση. Συνέχισα να προσπαθώ. Το έχουμε κάνει μόνο τρεις ή τέσσερεις φορές αλλά γινόμουν όλο και καλύτερη σε αυτό. Μαθαίνω γρήγορα. Όσο περισσότερο το δουλεύω, τόσο ευκολότερο θα είναι για μένα. Ήταν όπως τότε που μάθαινα να χρησιμοποιώ την ασπίδα μου για πρώτη φορά.


Προσπάθησα σκληρότερα. Άφησα όλο μου το κορμί να μουδιάσει. Τα χέρια και τα πόδια μου ήταν χαλαρωμένα όσο ποτέ. Έπρεπε να σιγουρευτώ ότι δεν υπήρχε ένταση στο σώμα μου ή αλλιώς δεν θα δούλευε όσο καλά το ήθελα. Όταν έχω ένταση, πρέπει να πιέσω την ασπίδα μου μέσα στο μυαλό του. Όταν όλο μου το κορμί είναι χαλαρό, εκείνη απλά λιώνει μέσα.


Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα ξανά. Οι λέξεις εξαφανίζονταν και μπορούσα να δω μια εικόνα. Ήταν το χρώμα δέρματος. Στην πραγματικότητα ήταν δέρμα. Ήταν βαθύ καραμελέ. Στην αρχή είδα ένα χρώμα, αλλά μετά είδα δύο. Ήταν δύο άτομα με διαφορετικά χρώματα δέρματος. Μπορούσα να δω το γυμνό δέρμα δύο ατόμων. Το ένα ήταν βαθύ καραμελέ ενώ το άλλο ήταν πιο χλωμό.


Σκέφτηκα ότι ο Έντουαρντ σκεφτόταν εμένα και εκείνον να κάνουμε έρωτα αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό αφού κανένας από τους δύο μας δεν είχε χρώμα καραμελέ, ακόμα και όταν ήμουν άνθρωπος. Η εικόνα έγινε πιο καθαρή καθώς συγκεντρωνόμουν περισσότερο. Ήθελα να καταλάβω τι σκεφτόταν. Ο Έντουαρντ φαινόταν εκνευρισμένος αλλά του είπα να μην κινηθεί ή να σκεφτεί κάτι άλλο. Ήθελα να το δω αυτό. Άρχισε να νευριάζει αλλά του είπα να μου δώσει λίγο χρόνο. Ξέρω ότι μπορώ να το κάνω. Έφτανα τόσο κοντά.


Κάτι έγινε. Η εικόνα ξαφνικά έγινε καθαρή. Ήταν ο Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ ήταν το άτομο με το σκούρο δέρμα. Ποιος ήταν ο πιο χλωμός; Σκεφτόταν ο Έντουαρντ τον Τζέικομπ και εμένα μαζί; Ήμουν σοκαρισμένη. Όχι. Δεν ήμουν εγώ στο μυαλό του. Ήταν η Ρενεσμί. Ήταν η Ρενεσμί και ο Τζέικομπ στο κρεβάτι μαζί. Δεν διάβαζα το μυαλό του Έντουαρντ. Διάβαζα το μυαλό του Τζέικομπ! Ο Τζέικομπ ήταν εδώ και ο Έντουαρντ έπιασε το σήμα του μυαλού του. Ο Τζέικομπ ήταν στο κρεβάτι της Ρενεσμί!


Μόλις έβαλα τις φωτογραφίες μαζί, ένιωσα σαν να ήμουν στο μυαλό του Τζέικομπ. Μπορούσα να δω ό,τι έβλεπε. Δε μου άρεσε αυτό που έβλεπα όμως. Το πρώτο δευτερόλεπτο που είχα, απομακρύνθηκα από τον Έντουαρντ και κατευθύνθηκα προς το σπίτι. Δεν συνέβαινε αυτό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο Τζέικομπ ήταν πίσω. Επίσης δε μπορούσα να πιστέψω ότι έκανε στ’ αλήθεια αυτό που τον είδα να κάνει!


Ο Έντουαρντ ήταν από πίσω μου συνεχώς στην αρχή. Έτρεξα μέσα στο σπίτι και πάνω στα σκαλιά. Ο Έντουαρντ δε με ακολούθησε στα σκαλιά. Δε με ένοιαξε καν να τον ρωτήσω πού πήγε.


Η πόρτα της Ρενεσμί ήταν στο οπτικό μου πεδίο. Αυτό ήταν!


«Τι κάνεις; Φύγε τα χέρια σου από την κόρη μου!», φώναξα καθώς εισέβαλα από την πόρτα. Οι μεντεσέδες της πόρτας βγήκαν εντελώς από τον τοίχο. Η πόρτα γλίστρησε κάτω ακριβώς από το κρεβάτι της Ρενεσμί.


Πήδηξα πάνω στο κρεβάτι και έπιασα τον Τζέικομπ και από τα δύο χέρια. Έθαψα τα νύχια μου μέσα στο δέρμα του. Ένιωσα το δέρμα του να σκίζεται και στα 10 μέρη. Μπορούσα να νιώσω τη ζεστασιά του αίματος του πάνω στις άκριες των δακτύλων μου. Δεν υπήρχε και τόσο πολύ αίμα καθόλου. Μπορούσα να το νιώσω από μέσα του. Το αίμα του δεν έσταξε κάτω όμως. Τον κρατούσα ακόμη όταν τον γύρισα γύρω και τον πέταξα στην είσοδο της πόρτας από όπου είχα έρθει.


Κοίταξα τη Ρενεσμί καθώς πετάχτηκε από το κρεβάτι και στάθηκε ενάντια στον τοίχο. Στεκόταν εκεί φορώντας το στηθόδεσμο της  και το παντελόνι της πιτζάμας της. Φόβος είχε καταβάλει κάθε μέρος του προσώπου της. Ήθελα τόσο πολύ να την πιάσω, να την πετάξω σε ένα κλουβί και μετά να πετάξω το κλειδί μακριά αυτή την στιγμή. Όμως θα ασχολούμουν μετά μαζί της.


Κοίταξα τον Τζέικομπ και στεκόταν δίπλα στα κάγκελα των σκαλιών. Έτρεξα και πήδηξα από πάνω του. Πήδηξα στον πρώτο όροφο και κατευθύνθηκα προς τη μπροστινή πόρτα. Τον οδήγησα έξω αφού δεν είχα τη διάθεση να καθαρίζω το χάλι που ετοιμαζόμασταν να κάνουμε. Προφανέστατα με ακολούθησε.


Ήμασταν και οι δύο έξω στη μπροστινή μεριά τώρα. Ο Τζέικομπ δε μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο. Έκανε ένα άλμα κοντά μου και έπιασε τα χέρια μου. Ήξερα ότι δεν ήθελε να με πληγώσει με κάποιο τρόπο. Δεν αντιστάθηκα. Τον άφησα να πιάσει τα χέρια μου και να τα κρατάει στο σφιχτό του κράτημα.


«Μπέλλα, ηρέμησε. Απλά άκου με!» Ο Τζέικομπ προσπάθησε να δικαιολογηθεί.


Δεν θα άκουγα τα σκουπίδια που ήξερα ότι θα έβγαιναν από το στόμα του. Θα ήταν είτε όλα ψέματα, είτε η αλήθεια που δεν ήμουν έτοιμη να ακούσω. Ήμουν τόσο θυμωμένη που τα δόντια μου γυμνώνονταν. Γρύλιζα στον Τζέικομπ. Ήξερα τι ήθελε να κάνει. Δεν είμαι ηλίθια. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είχε τη ευπρέπεια να το σκεφτεί αυτό κάτω από την στέγη μου, με την κόρη μου; Δεν το νομίζω.


«Δεν θέλω να ακούσω τίποτα που να βγαίνει από το στόμα σου αυτή τη στιγμή βρομερή λάσπη!» του φώναξα. Σάλιο βγήκε από το στόμα μου καθώς φώναξα.


Το κράτημα του στα χέρια μου ήταν ακόμη δυνατό. Δεν αντιστάθηκα όμως. Φοβόμουν ότι αν το έκανα, θα του έβγαζα τα χέρια.


«Μπαμπά, όχι!», άκουσα τη Ρενεσμί να φωνάζει.


Όλος ο θυμός μου εξαφανίστηκε εκείνη τη στιγμή. Το πιγούνι μου χαλάρωσε και τα δόντια μου δεν ήταν γυμνωμένα πια. Ο Τζέικομπ άφησε τα χέρια μου καθώς κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. Που ήταν ο Έντουαρντ; Κοίταξα γύρω μου. Ξέχασα εντελώς ότι ο Έντουαρντ δεν ήρθε στο δωμάτιο της Ρενεσμί μαζί μου. Που είχε πάει;


Ο Τζέικομπ και εγώ κρατήσαμε την αναπνοή μας καθώς γυρίσαμε στο σπίτι και ακούσαμε τους θορύβους γύρω μας. Μπορούσα να ακούσω τη Ρενεσμί να κλαίει ενώ ο Έντουαρντ γρύλιζε. Το γρύλισμα του δεν ήταν μόνο του όμως. Μπορούσα να ακούσω ακόμη ένα γρύλισμα μαζί του. Ακουγόταν σαν να μάχονταν. Δεν ήταν βαμπίρικο γρύλισμα όμως. Ήταν γρύλισμα λυκάνθρωπου. Η Λία πρέπει να έχει βρει τον Τζέικομπ.


Ο Τζέικομπ έτρεξε πριν από εμένα. Εγώ ήμουν παγωμένη από το σοκ. Ορκίζομαι ότι αν πάθει οτιδήποτε ο Έντουαρντ ή η Ρενεσμί, θα βάλω τον Τζέικομπ αποκλειστικό υπεύθυνο. Ήξερε ότι θα τον ακολουθούσαν. Ήξερε ότι έκανε μια υπόσχεση μαζί τους να μείνει με τη Λία. Υποσχέθηκε επίσης ότι θα κρατήσει την Ρενεσμί μακριά από οποιουδήποτε είδους κίνδυνο. Άκουσα δυνατό κλαψούρισμα. Συνήλθα και έτρεξα γύρω από το σπίτι στην πίσω αυλή.


Ήταν πολύ πιο σκοτεινά τώρα. Κοίταξα ψηλά και το φεγγάρι ήταν εντελώς καλυμμένο από σύννεφα. Από πού ήρθαν αυτά τα σύννεφα; Ο ουρανός ήταν καθαρός πριν 15 λεπτά. Όπως και να έχει, είχα καλύτερα πράγματα για να ανησυχώ. Δεν είχα καν σημασία πόσο σκοτεινά ήταν. Μπορούσα να δω τέλεια όπως και να είχε.


Μόλις έφτασα στην άλλη πλευρά του σπιτιού το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ένα λυκάνθρωπο στο έδαφος. Δεν ήταν ο Τζέικομπ όμως. Δεν με ένοιαζε να βλέπω άλλο. Είχα αποσπαστεί από τον Έντουαρντ. Ο Έντουαρντ και ο Τζέικομπ στέκονταν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Κοίταξα πάνω και είδα τη Ρενεσμί να κλαίει πάνω στο περβάζι του παραθύρου της. Ήμουν έτοιμη να πάω πάνω για να δω τη Ρενεσμί αλλά ο Έντουαρντ μου απέσπασε την προσοχή.


Ο Έντουαρντ έτρεξε και κατευθυνόταν προς τον Τζέικομπ, με τη μέγιστη ταχύτητα. Ο Τζέικομπ το κατάλαβε έτσι πήγε κα αυτός μπροστά. Συγκρούστηκαν και δημιούργησαν ένα δυνατό θόρυβο σύγκρουσης. Μπορούσα να ακούσω γρύλισμα και από τους δύο τους. Κοίταξα τον άλλο λυκάνθρωπο για μια δεύτερη ματιά και είδα ότι ήταν λιπόθυμος στο έδαφος. Ήταν ο Μάρκο. Πρέπει να έχει έρθει γυρεύοντας τον Τζέικομπ.


Ο Τζέικομπ έβαλε τη μικρή μου κόρη σε κίνδυνο.


«Μπαμπά! Τζέικομπ! Σταματήστε σας παρακαλώ!» ούρλιαζε η Ρενεσμί από το παράθυρο της. φώναζε τόσο δυνατά που το πρόσωπο της είχε γίνει κόκκινο. Τα δάκρυα έπεφταν κάτω στο πρόσωπο της ανεξέλεγκτα.


«Ρενεσμί μείνε στο δωμάτιο σου!» φώναξα και την έδειξα.


Προσπέρασα το Μάρκο και πήγα κοντά στον Έντουαρντ και τον Τζέικομπ. Προσπάθησα να τους σταματήσω από τον καυγά. Έπιασα το χέρι του Έντουαρντ. Τον τράβηξα έξω από τον καυγά. Μόλις άγγιξα το δέρμα του εκείνος ηρέμισε.


«Μπέλλα άσε με!» με κοίταξε και φώναξε ο Έντουαρντ.


Τον άφησα και πήγα πίσω. Αυτή ήταν η πρώτη φορά εδώ και αρκετό καιρό που μου έχει φωνάξει ο Έντουαρντ. Δεν θυμόμουν καν πως ακουγόταν. Έκανα δύο βήματα πίσω και ήμουν εντελώς σοκαρισμένη. Περνούσαν τόσα πολλά πράγματα την ίδια στιγμή μέσα στο μυαλό μου. Είχα την κόρη μου να κλαίει πάνω, είχα τον Έντουαρντ και τον Τζέικομπ να θέλουν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο. Λοιπόν, ο Έντουαρντ ήθελε να σκοτώσει τον Τζέικομπ. Δεν ξέρω εάν ο Τζέικομπ ένιωθε το ίδιο. Και μετά ένιωθα πληγωμένη επειδή ο Έντουαρντ μου φώναξε. Δεν θα έπρεπε να είχα επηρεαστεί τόσο πολύ από αυτό όμως. Καταλαβαίνω από πού έρχεται. Θα έκανα το ίδιο πράγμα. Ίσως δεν θα του φώναζα, αλλά ήθελα να σκοτώσω τον Τζέικομπ. Η Ρενεσμί δεν είναι μόνο το δικό μου μικρό κορίτσι, είναι και του Έντουαρντ. Υποθέτω ήταν κάπως γλυκό να βλέπεις μια υπερβολικά προστατευμένη κόρη.


Στεκόμουν εκεί απορροφώντας το τι μόλις έγινε. Κοίταξα ψηλά και πρόσεξα ότι τα σύννεφα μετακινήθηκαν από το φεγγάρι και ξαναέγινε φωτεινά έξω. Ο Έντουαρντ κοίταξε προς την κατεύθυνση μου. Τα μάτια του γούρλωσαν. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο με φόβο. Ήταν λες και κάποιος έκλεβε την ουσία του από εκείνον. Χάθηκα μέσα στον τρόμο των ματιών του. Έτρεξε προς το μέρος μου όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν ήξερα τι θα έκανε. Στάθηκα εκεί απλώς, περιμένοντας να γίνει κάτι.


Ο Έντουαρντ έφτασε λίγα εκατοστά μπροστά μου και μετά πετάχτηκε από πάνω μου. Άκουσα ένα δυνατό γρύλισμα και ένα ήχο σπασίματος. Γύρισα πίσω μου και είδα τον Έντουαρντ πάνω από τον Μάρκο να πετάγεται στον αέρα, έτοιμος να χτυπήσει στο έδαφος. Μόλις χτύπησα το έδαφος έκανε ένα δυνατό θόρυβο σπασίματος. Με όλη αυτή τη δύναμη ενός βρικόλακα και ενός λυκανθρώπου εκπλήσσομαι που δεν σκίστηκε όλο το έδαφος. Ο Έντουαρντ ήταν πάνω από τον Μάρκο. Ο Μάρκο κλώτσησε τον Έντουαρντ και εκείνος πήγε πετώντας μέσα στο δάσος.


Ο Τζέικομπ ήταν πίσω από τον Έντουαρντ όταν έγινε αυτό. Πριν μπορέσει ο Μάρκο να σηκωθεί ο Τζέικομπ πετάχτηκε πάνω του. Γρύλιζαν και χτυπούσαν ο ένας τον άλλο. Και οι δύο τους είχαν σημάδια από δαγκώματα παντού. Ο Τζέικομπ δάγκωσε το Μάρκο στο χέρι. Ο Μάρκο ούρλιαξε δυνατά. Αίμα έτρεχε από το χέρι του. Δεν φάνηκε να του αρέσει καθόλου. Ο Μάρκο πετάχτηκε πάνω στον Τζέικομπ κα δάγκωσε το κολάρο του. Το στόμα του πήγε και από τις δύο μεριές του ώμου του. Τον είδα να δαγκώνει δυνατά. Άκουσα ένα δυνατό κριτσάνισμα. Αυτό ήταν το κόκαλο του Τζέικομπ να σπάζει στα σίγουρα.


Ο Τζέικομπ ούρλιαξε από πόνο. Μπορούσα να ακούσω την ανάσα της Ρενεσμί να κόβεται από τον τρόμο. Μπορούσα να το καταλάβω ότι δεν έκλαιγε πια παρόλο που δεν την κοίταζα. Η πλάτη μου ήταν προς το παράθυρο της καθώς έβλεπα τον καυγά. Ήξερα ότι ο Έντουαρντ δεν θα ενέκρινε να πολεμούσα έτσι έμεινα πίσω. Δεν θα ήξερα καν από πού να αρχίσω. Τα πόδια μου ήταν παγωμένα στο έδαφος. Κάθε φορά που το μυαλό μου, μου έλεγε να επιτεθώ, ήμουν υπερβολικά σοκαρισμένη για να ξέρω καν πώς να το κάνω. Ήταν λες και ξέχασα πώς να πολεμώ.


Με το τελευταίο του ποσοστό ενέργειας ο Τζέικομπ έβαλε όλη του δύναμη στο δεξί του χέρι αφού το αριστερό του ήταν άχρηστο τώρα από τη δαγκωματιά. Ο Τζέικομπ στριφογύρισε το χέρι του και έκοψε το λαιμό του Μάρκο όσο πιο δυνατά και βαθιά μπορούσε. Ο Τζέικομπ κατέρρευσε στο πάτωμα μετά που  στριφογύρισε στο Μάρκο. Συνήθως έχει περισσότερη ενέργεια από αυτό, όμως έχασε πολύ αίμα.


Ο Μάρκο έφυγε πετώντας ενώ αίμα πέταξε παντού. Κάποιο έφτασε μέχρι τα ρούχα μου. Ο Μάρκο δε μπορούσε καν να ουρλιάξει αφού ο Τζέικομπ του έκοψε τις φωνητικές του χορδές. Το μόνο που μπορούσες να ακούσεις ήταν ένα γουργουρητό που ερχόταν από το στόμα του. Ο Έντουαρντ ήρθε από το δάσος με ένα τεράστιο ογκόλιθο. Ήταν περίπου στο μέγεθος δύο Τζέικομπ.


Μόλις ο Μάρκο χτύπησε το πάτωμα ο Έντουαρντ το πέταξε στον αέρα πάνω από το Μάρκο.


Υπήρχε κάτι που δεν είχαμε καταλάβει μέχρι που ήταν πολύ αργά. Όταν ο Μάρκο χτύπησε το πάτωμα υποθέτω ότι έχασε όλη του την ενέργεια έτσι μεταμορφώθηκε πίσω σε ένα ανυπεράσπιστο άνθρωπο. Η διαφορά μεταξύ ενός μεταμορφιστή και ενός λυκανθρώπου ήταν ότι οι μεταμορφιστές έχουν ακόμη τη περισσότερη από την δύναμη τους όταν μεταμορφώνονται. Αλλά όταν ένας αληθινός λυκάνθρωπος αλλάζει πίσω σε άνθρωπο χάνει όλη του την ενέργεια και γίνεται αβοήθητος.


Ο ογκόλιθος ήρθε χτυπώντας πάνω στη ανθρώπινη μορφή του Μάρκο. Ξέραμε όλοι ότι είχε χαθεί για τα καλά.


Κανένας δεν είπε τίποτα. Το μόνο που μπορούσαμε να ακούσουμε ήταν τον Τζέικομπ να κλαψουρίζει. Μετά μεταμορφώθηκε πίσω σε άνθρωπο και κρατούσε τον ώμο του. Μπήκαμε όλοι μαζί μέσα στο σπίτι. Κοίταξα στο παράθυρο της Ρενεσμί και δεν ήταν εκεί πια. Μπήκαμε μέσα από την πισινή πόρτα.


Μόλις μπήκαμε όλοι μέσα η Ρενεσμί ήρθε μπρος τον Τζέικομπ και τον ρωτούσε ένα εκατομμύριο ερωτήσεις.


«Θεέ μου! Το χέρι σου! Είσαι καλά; Τι χρειάζεσαι; Πως μπορώ να βοηθήσω; Σε πονάει;» Η Ρενεσμί συνέχισε να ρωτάει και να ρωτάει.


«Ναι είμαι καλά. Απλά δώσε μου ένα δευτερόλεπτο», είπε ο Τζέικομπ καθώς απομακρύνθηκε από αυτήν.


Πήγε κοντά στον τοίχο και έβαλε τους ώμους του ίσια εναντίον του.


«Τι κάνεις;»,  ρώτησε η Ρενεσμί.


«Ευθυγραμμίζω τους ώμους μου ώστε να είναι ίσιοι. Τα κοψίματα μου έχουν όλα θεραπευτεί αλλά τα κόκκαλα μου θεραπεύονται λίγο πιο αργά. Θέλω να θεραπευτούν ίσιοι», απάντησε ο Τζέικομπ την ερώτηση της καθώς στάθηκε εκεί ίσιος σαν σανίδι ενάντια στον τοίχο.


«Α, εντάξει», απάντησε η Ρενεσμί. Μετά κοίταξε τον Έντουαρντ. «Άρα ο Μάρκο είναι στ’ αλήθεια νεκρός;»


Ο Έντουαρντ έγνεψε απλά με το κεφάλι του. Η Ρενεσμί κοίταξε κάτω στο έδαφος. Φαινόταν λίγο θλιμμένη. Η Ρενεσμί δεν ήταν ποτέ εκείνη που θα της άρεσε ο κίνδυνος και ο σκοτωμός. Μισούσε το θάνατο, ακόμα και αν ήταν για τον εχθρό.


Παρόλα όσα έγιναν τώρα, η Ρενεσμί δεν πρόκειται να το αφήσει αυτό να με αποσπάσει. Δεν θα ξεμπλέξει τόσο εύκολα.


«Με συγχωρείς δεσποινίδα, αλλά νομίζεις ότι θα ξεφύγεις τόσο εύκολα; Δεν το νομίζω. Χρειάζεται να μιλήσουμε. Όλοι μας»


Όλοι με κοίταξαν. Ξέραμε όλοι περί τίνος θα ήταν αυτό.


 

Κεφάλαιο 14: Η Συζήτηση

ΤΖΕΙΚΟΜΠ


Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Εκπλήσσομαι που περίμεναν τόσο πολύ για να μας μιλήσουν για αυτό. Μάλλον δεν ήξεραν ποτέ ότι η Ρενεσμί και εγώ νιώθαμε έτσι ο ένας για τον άλλο μέχρι σήμερα. Η Μπέλλα μας άκουσε πιθανότατα όταν ήμασταν μαζί στο κρεβάτι. Δεν κάναμε δυνατό θόρυβο, αλλά φυσικά οι βαμπίρικες αισθήσεις της επέτρεψαν να ξέρει τι ακριβώς συνέβαινε. Πιθανότατα μπορούσε να μας ακούσει να φιλιόμαστε και τις καρδιές μας να χτυπάνε γρηγορότερα.


Βαθιά μέσα μου περίμενα τη Μπέλλα ή τον Έντουαρντ να έρθουν και να μας διακόψουν. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν ο Έντουαρντ που θα εισέβαλλε μέσα. Νομίζω ότι θα ήταν αυτός εάν ο Μάρκο δεν ερχόταν να τον αποσπάσει. Όμως από την άλλη, ο Έντουαρντ είναι λίγο πιο χαλαρός από κάθε ένα που ξέρω.


Μόλις συμφώνησα να φύγω με τη Λία το πρώτο πράγμα που σχεδίαζα ήταν το πώς να γυρίσω πίσω στη Ρενεσμί. Ήξερα ότι θα ήταν δύσκολο αλλά θα έπρεπε να το κάνω. Περίμενα μέχρι που ήμασταν αρκετά μακριά ώστε να μπορούσα να είχα προβάδισμα εάν αποφάσιζα ότι ήταν η στιγμή να φύγω. Φτάσαμε μέχρι το Τορόντο, Οντάριο. Βρήκαμε μια περιοχή με βαθύ, πλούσιο δάσος όπου μπορούσαμε να μείνουμε μέσα. Στην αρχή η Λία δεν έφευγε από το πλευρό μου. Δεν ήθελε να με χάνει από τα μάτια της. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν. Πάντα ερχόταν κοντά μου και σιγουρευόταν ότι κάποιο σημείο του κορμιού της με άγγιζε πάντα ελαφρά.


Νομίζω ότι η Λία έχει χάσει τελείως τα λογικά της. Το ξέρω ότι στην αρχή με μισούσε, και μετά άρχιζε να τρέφει αισθήματα για μένα ενώ την έφερα στην αγέλη μου, αλλά τώρα έχει γίνει πάρα πολύ λάθος. Δε μου αρέσει και ποτέ δεν πρόκειται να μου αρέσει. Δεν ξέρω πώς να την κάνω να το δει αυτό. Τίποτα δεν θα αλλάξει το μίσος που νιώθω για αυτήν τώρα.


Μια νύχτα η Πανδώρα και η Λία έφυγαν για να πάνε κυνήγι. Η Λία ήθελε πάω μαζί τους αλλά την έπεισα να με αφήσει με το Μάρκο. Επιτέλους μετά από εβδομάδες η Λία αποφασίζει να με αφήσει μόνο! Ο Μάρκο είπε ότι θα μπορούσε να το χειριστεί. Αυτό επειδή ήταν πανσέληνος και τότε είναι που παίρνει όλη του την ενέργεια. Επιτέλους έφυγαν και ο Μάρκο και εγώ είχαμε μείνει μόνοι μας.


Όταν μεταμορφώθηκε στοιχημάτισα ότι ήμουν γρηγορότερος του. Δεν το πίστευε. Έτσι βάλαμε ένα στοίχημα. Εάν κέρδιζε ο Μάρκο, θα έπρεπε να φιλήσω τη Λία στα χείλη. Όμως εάν κέρδιζα εγώ, ο Μάρκο θα έπρεπε να είναι το σκαμπό  για τα πόδια μου για μία εβδομάδα. Συμφωνήσαμε και φύγαμε. Ήξερα ότι εγώ ήμουν ο γρηγορότερος. Ήθελα απλώς να παίξω μαζί του. Αυτό ήταν επίσης και μέρος του σχεδίου μου φυσικά. Τρέχαμε και τρέχαμε και τρέχαμε! Μπορούσα να το καταλάβω ότι ο Μάρκο άρχισε να κουράζεται.


Ήξερα ότι οι λυκάνθρωποι αλλάζουν πίσω στην ανθρώπινη τους μορφή όταν το φεγγάρι εξαφανιστεί έτσι περίμενα να έρθει ένα μεγάλο σύννεφο. Επιτέλους ήρθε! Ο Μάρκο άλλαξε και εγώ συνέχισα να τρέχω. Το σχέδιο μου πέτυχε!


Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δε με ένοιαζε το τι πατούσα ή το τι ήταν στο δρόμο μου. Έπρεπε να πάω κατευθείαν στη Ρενεσμί όσο πιο γρήγορα μπορούσα πριν ο Μάρκο μεταμορφωνόταν ξανά ή πριν η Πανδώρα και η Λία καταλάβαιναν ότι έφυγα. Ήξερα ότι ο Μάρκο ήταν κάπου στο μονοπάτι μου αλλά δε μπορούσα να καταλάβω πόσο πίσω ήταν.


Μόλις έφτασα στο σπίτι της Ρενεσμί μπορούσα να μυρίσω την μυρωδιά της. Διαγράφηκαν όλα εντελώς από το μυαλό μου και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το να είμαι με τη Ρενεσμί- να μπορώ να την αγγίξω. Μπορούσα να την πιάσω. Σκαρφάλωσα ένα δέντρο που ήταν δίπλα από το παράθυρο της. Κόντεψα λίγο και άνοιξα το παράθυρο της. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Πετάχτηκα μέσα αλλά προσγειώθηκα απαλά στα πόδια μου. Δεν ήθελα να την ξαφνιάσω. Δεν σκέφτηκα καν να κλείσω το παράθυρο. Δικό μου λάθος. Είδα τη Ρενεσμί. Ήταν ακριβώς εκεί, μπροστά μου. Κοιμόταν. Περπάτησα κοντά στο κρεβάτι της όμως ήμουν υπερβολικά νευρικός για να τη αγγίξω ή να την ξυπνήσω. Έμοιαζε με άγγελο όταν κοιμόταν.


Άρχισα να περπατώ γύρω στο δωμάτιο της. Το έκανα για περίπου 10 δευτερόλεπτα και μετά άκουσα τη Ρενεσμί να ξυπνάει. Της κόπηκε η αναπνοή όταν ξύπνησε. Μάλλον είχε δει ένα άσχημο όνειρο. Δε μπορούσα να κουνηθώ. Την έβλεπα απλώς καθώς κοίταζε το ανοιχτό παράθυρο. Φαινόταν τόσο θλιμμένη. Δε μπορούσα να κρατηθώ άλλο.


Είπα το όνομα της. «Ρενεσμί» Όμως βγήκε μόνο σαν ψίθυρος. Δε μπορούσα να το πω δυνατότερα.


Ήξερα ότι αυτό ήταν. Αυτή ήταν η μόνη μας στιγμή που μπορούσαμε να έχουμε. Θα προσπαθούσα να την κάνω την καλύτερη της.


«Τζέικομπ; Είπα ότι ήθελα να μιλήσουμε. Με ακούς καν;» ρώτησε η Μπέλλα.


Επανήλθα στο παρόν. Ξέχασα εντελώς ότι η Μπέλλα ήθελε να μιλήσουμε για τη Ρενεσμί και εμένα. Χάθηκα εντελώς σκεφτόμενος το τι μόλις έγινε σε εμάς σε αυτές τις λίγες ώρες. Η ονειροπόληση μου κάποιες φορές καταλάμβανε το μυαλό μου.


Κοίταξα τη Ρενεσμί και καθόταν στον καναπέ με τα χέρια της πάνω στα πόδια της. Το πρόσωπο της άρχισε να γίνεται ήδη κόκκινο. Έπαιζε με τα χέρια της και δάγκωνε το κάτω της χείλος. Ήξερα ότι δεν ήθελε να το ακούσει αυτό όσο δεν ήθελα και εγώ.


«Ναι είμαι έτοιμος», απάντησα.


Απομακρύνθηκα από τον τοίχο και τέντωσα τα χέρια μου στον αέρα. Κράτησα τα χέρια μου πάνω και μετά έσκυψα κάτω και άγγιξα τα δάκτυλα των ποδιών μου. Σηκώθηκα πάνω και έγειρα το κορμί μου από την μια πλευρά στην άλλη. Ένιωθα ότι όλα ήταν στη θέση τους. Μάλλον θεραπεύτηκα αρκετά ίσια. Δεν χρειαζόμουν κανένα γιατρό για αυτό.  Λύγισα τα δάκτυλα μου και μετά πήγα να καθίσω δίπλα στη Ρενεσμί.


Καθώς περπατούσα προς το μέρος της την είδα να πιάνει κάτι πάνω στην αριστερή της παλάμη. Μόλις κάθισα κάτω σταμάτησε και με κοίταξε. Μου έδωσε ένα αμυδρό χαμόγελο και μετά κάθισε πάνω στα χέρια της. Μπορούσα να το καταλάβω ότι σκεφτόταν κάτι και κοιτούσε τη Μπέλλα.


«Μαμά! Πρέπει να το κάνουμε στ’ αλήθεια τώρα αυτό;» ρώτησε η Ρενεσμί ενώ σηκώθηκε πάνω. Στάθηκε ίσια σαν σανίδα.


Η Μπέλλα την κοίταξε ευθεία στα μάτια και έδειξε τον καναπέ για να καθίσει ξανά η Ρενεσμί. Η Μπέλλα δεν είχε διάθεση να παίξει παιχνίδια τώρα. Μπορούσες να το καταλάβεις από την έκφραση του προσώπου της.  Ήταν ένα μείγμα από πειθαρχία, εξουσία και σοβαρότητα αναμειγμένα σε μία έκφραση. Δεν έχω δει ποτέ τη Μπέλλα να μοιάζει έτσι. Στην πραγματικότητα ήμουν κάπως φοβισμένος να πω οτιδήποτε τώρα. Δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ αλλά –οχ, να πάρει- ο Έντουαρντ πιθανότατα το άκουσε.


«Μην πεις στη Μπέλλα ότι το είπα αυτό. Δεν θα ακούσω το τέλος του εντάξει.» σκέφτηκα. Ήξερα ότι ο Έντουαρντ το άκουσε.


Ο Έντουαρντ χαμογέλασε και έγνεψε το κεφάλι του. Το έκανε αρκετά ελαφρά ώστε να μην το προσέξει η Μπέλλα. Υποθέτω ότι ο Έντουαρντ ήταν αρκετά χαλαρός με αυτή την κατάσταση. Ήξερε ότι θα ερχόταν στο τέλος. Έτσι πιθανότατα προετοίμασε τον εαυτό του περισσότερο από τη Μπέλλα.


«Μπορείτε να φιληθείτε, δεν μπορείτε να αγγίζεστε και απαγορεύεται και οι δύο να κάνετε έρωτα. Τέλος!» Η Μπέλλα έγνεψε το κεφάλι της και έσφιξε τα χέρια της.


Ένα αδύναμο γρύλισμα ξέφυγε από εμένα. Δεν συμφωνούσα με αυτούς τους κανόνες αλλά δεν υπήρχε λόγος γρυλίσματος τώρα. Βγήκε μόνο του. Υποθέτω ότι το εσωτερικό μου ζώο έβγαινε έξω.


«Τώρα Μπέλλα, πρέπει να είμαστε πιο λογικοί από αυτό», είπε ο Έντουαρντ καθώς σήκωσε και τα δύο του χέρια.


Γύρισα προς τη Ρενεσμί για να δω πως το χειριζόταν.


Η Μπέλλα γύρισε προς τον Έντουαρντ. Μπορούσα να ακούσω όλη τους την συνομιλία. Μιλούσα τόσο σιγανά που μετά βίας μπορούσα να τους ακούσω αλλά κατάφερα να καταλάβω τις λέξεις.


 «Τι; Είσαι σοβαρός; Πιο λογικά;», είπε η Μπέλλα καθώς προσπάθησε να ανεβάσει τον τόνο της φωνής της.


«Ναι. Η Ρενεσμί έχει ξεπεράσει κατά πολύ την ηλικία που το κάναμε εμείς για πρώτη φορά», απάντησε ο Έντουαρντ.


«Ναι, αλλά εμείς ήμασταν παντρεμένοι θυμάσαι;», απάντησε η Μπέλλα.


«Δεν ήμασταν παντρεμένοι την πρώτη φορά που ήθελες να το κάνουμε. Θυμάσαι εκείνη τη φορά στο κρεβάτι μου; Το χρυσό και μαύρο που σου αγοράσαμε; Εάν δεν είχα πει όχι εκείνη τη φορά, πολύ πιθανότατα θα το είχαμε κάνει» Ο Έντουαρντ σταύρωσε τα χέρια του και απλώς της χαμογέλασε. Ήξερε ότι το θυμόταν αυτό.


Το στόμα της Μπέλλα έμεινε ανοιχτό ενώ γύρισε αυτόματα προς τη Ρενεσμί και εμένα. Νομίζω ότι αγνόησε παντελώς το τελευταίο που είπε ο Έντουαρντ.


Δε νομίζω ότι πρόσεξε καν ότι άκουγα. Κοιτούσα τη Ρενεσμί όλη την ώρα προσπαθώντας να καταλάβω τι της συνέβαινε.


Η πλάτη της Ρενεσμί ήταν ενάντια στον καναπέ όμως έσκυβε το κεφάλι της κάτω και είχε τα μάτια της κλειστά. Τα δόντια της έτριζαν. Μετακίνησε τα χέρια της ώστε να μην κάθεται πάνω τους πια. Άρχισε να σφίγγει τα χέρια της μεταξύ τους τόσο δυνατά. Έμοιαζε ότι ήταν έτοιμη να εκραγεί! Μπορούσα να ακούσω τον δυνατό θόρυβο των δοντιών της που έτριζαν. Ήταν δίπλα ακριβώς από το αυτί μου. Στην πραγματικότητα έκανε το τρίχωμα των χεριών μου να σηκώνεται. Το αγνόησα αυτό και έβαλα το χέρι μου πάνω στον ώμο της Ρενεσμί πριν να πλήγωνε με κάποιο τρόπο τον εαυτό της.


«Μαμά», είπε η Ρενεσμί. Ήρθε από το πίσω των δοντιών της. Είχε τα μπροστινά κλειστά σφιχτά μεταξύ τους.


«Ναι Ρενεσμί;», η Μπέλλα ήταν επιφυλακτική. Μπορούσε να καταλάβει και αυτή την κατάσταση της Ρενεσμί.


Το πρόσωπο της Ρενεσμί άρχισε να γίνεται ακόμη πιο κόκκινο και τώρα είχα αρχίσει να ανησυχώ. Η Ρενεσμί είχε ακόμη το κεφάλι της κάτω όμως αυτή τη φορά άνοιξε τα μάτια της. Την κοίταξα και είδα ότι τα μάτια της άρχιζαν να υγραίνουν. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κοίταξα τη Μπέλλα για κάποιου είδους μητρική κίνηση.


Η Μπέλλα ήξερε αμέσως τι να κάνει. Η μητρική της άμυνα κατέβηκε και ξαναέγινε η φυσιολογική γλυκιά Μπέλλα που πάντα είναι. Νομίζω ότι κατάλαβε πως ήταν πολύ δύσκολο για τη Ρενεσμί ή κάτι. Δεν ήξερα τι συνέβαινε.


Η Μπέλλα ήρθε και κάθισε δίπλα στη Ρενεσμί και εμένα. Έπιασε τα χέρια της Ρενεσμί και της μίλησε απαλά.


«Συγνώμη γλυκιά μου. Όμως ήδη ξέρεις αυτά τα πράγματα. Απλώς κάνω αυτό που είναι καλύτερο για εσένα. Το ξέρεις αυτό έτσι;» Η φωνή της Μπέλλας ήταν τόσο χαλαρωτική. Δεν υπάρχει αμφιβολία γιατί μπορούν να κάνουν πλύση εγκεφάλου στο θήραμα τους με τη φωνή τους.


Η Ρενεσμί πήρε μια βαθιά αναπνοή και συμμάζεψε τον εαυτό της.


«Μαμά, δεν είναι αυτό. Συμφωνώ εντελώς μαζί σου. Δε θα έκανα ποτέ τέτοιου είδους πράγμα με τον Τζέικομπ. Είμαι πιο έξυπνη από αυτό. Ήξερα ότι δε θα συνέβαινε τίποτα. Ήταν απλώς μια κατάσταση μιας μόνο στιγμής. Ήξερα ότι εσύ ή ο μπαμπάς θα μας σταματούσατε έτσι σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να είχα το καλύτερο αυτής της στιγμής»


«Τι; Κατάστασης μιας στιγμής; Μιλάει σοβαρά;» σκέφτηκα από μέσα μου. Ο Έντουαρντ άκουσε. Έριξε απλώς μια γρήγορη ματιά στην κατεύθυνση μου αλλά δεν είπε τίποτα. Νομίζω ότι προσπαθεί να μην ακούει τις σκέψεις μου. «Έλα τώρα Έντουαρντ, όλοι ξέρουμε ότι ακούς και όλοι ξέρουμε ότι είμαι ένας άνδρας με ορμόνες εντάξει. Άφησε με ήσυχο!»


Ο Έντουαρντ κούνησε απλώς το κεφάλι του. Δεν χαμογέλασε αυτή τη φορά. Όμως ήξερα ότι ήθελε να το κάνει. Το κρατούσε μέσα του.


«Άρα δεν θες να κάνεις έρωτα με τον Τζέικομπ;» Η Μπέλλα ήταν έκπληκτη.


«Όχι. Καθόλου. Θέλω να περιμένω μέχρι τον γάμο. Εσύ και ο μπαμπάς περιμένατε μέχρι τον γάμο έτσι; Λοιπόν, τότε και εγώ το ίδιο.» Η Ρενεσμί χαμογελούσε για αυτό.


Η Μπέλλα και ο Έντουαρντ κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Ήξερα ότι η Μπέλλα δεν ήθελε να πει τίποτα ο Έντουαρντ για το ότι εκείνη ήθελε να το κάνει πριν να παντρευτούν. Δε νομίζω ότι ο Έντουαρντ θα το φανέρωνε τόσο εύκολα. Ήταν ένα προσωπικό δεδομένο που εγώ απλώς έτυχε να το ακούσω ενώ μάλωναν.


Έτσι υποθέτω ότι η κατάσταση μου είναι το ακριβές αντίθετο από της Μπέλλα και του Έντουαρντ. Η Μπέλλα ήθελε να το κάνει ενώ ο Έντουαρντ ήθελε να περιμένει μέχρι τον γάμο. Αλλά στη δική μου και της Ρενεσμίς κατάσταση, ήθελα εγώ να το κάνω όμως η Ρενεσμί θέλει να περιμένει μέχρι τον γάμο. Νομίζω ότι αυτό μπορεί να διευθετηθεί εύκολα.


Η Μπέλλα κοίταξε εμένα.


«Το άκουσες αυτό Τζέικομπ; Η Ρενεσμί θέλει να περιμένει μέχρι τον γάμο.» Η Μπέλλα μου το έτριβε στα μούτρα.


«Φυσικά και το άκουσα. Και θα συμφωνήσω με οτιδήποτε εύχεται. Δεν θα έκανα ποτέ μου κάτι για να την αναστατώσω ή να την κάνω να πάει ενάντια στο λόγο της προς τον εαυτό της. Δεν θα την πίεζα ποτέ να κάνει κάτι ενάντια στη θέληση της. Είμαι εδώ απλώς για να την κάνω χαρούμενη. Θα προσπαθήσω όσο πιο σκληρά μπορώ για όσο είμαστε μαζί» Στ’ αλήθεια το εννοούσα αυτό.


«Ω Τζέικομπ. Ευχαριστώ!» Η Ρενεσμί έγειρε προς το μέρος μου και έβαλε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου.


«Δεν υπάρχει πρόβλημα κολοκυθάκι», είπα ενώ της έδωσα ένα μικρό φιλί στο μάγουλο. Κοκκίνισε λίγο.


Η Ρενεσμί κάθισε πάνω στα χέρια της πάλι και άρχισε να νιώθει ανήσυχη και νευρική. Την κοιτάξαμε όλοι μας.


«Ρενεσμί, υπάρχει κάτι που θες να πεις;» ρώτησε ο Έντουαρντ. Πιθανότατα ήξερε ήδη τι σκεφτόταν.


«Λοιπόν, ναι υπάρχει.» Η Ρενεσμί σηκώθηκε και έβαλε τα χέρια της μέσα στις πίσω τις τσέπες καθώς σηκώθηκε για να μας κοιτάξει.


«Το ξέρω ότι ο Μάρκο ήταν ένα κακό άτομο και όλα αυτά, αλλά μπορούμε να σκάψουμε ένα τάφο και να τον θάψουμε μέσα. Δε θέλω να τον αφήσω απλώς έτσι κάτω από τον ογκόλιθο. Νομίζω ότι αυτό είναι απλώς τελείως απάνθρωπο»


Περίμενα κάπως κάτι τέτοιο από τη Ρενεσμί. Ήταν εκείνος ο τύπος του γλυκού, με ζεστή καρδιά ατόμου.


«Φυσικά και μπορούμε» απάντησαν μαζί η Μπέλλα και ο Έντουαρντ.


Ο Έντουαρντ και η Μπέλλα βγήκαν έξω πρώτοι. Η Ρενεσμί και εγώ ήμασταν από πίσω τους. Έβαλα το χέρι μου γύρω από την Ρενεσμί καθώς περπατήσαμε έξω μαζί. Η Μπέλλα πήγε μέσα στη αποθήκη για να φέρει ένα φτυάρι.


Η Μπέλλα γύρισε σε εμένα, πέταξε το φτυάρι στην κατεύθυνση μου και είπε μια λέξη. «Σκάψε»


Δε με πείραζε. Μου άρεσε να κάνω τέτοιου είδους σκληρές δουλειές. Έσκαψα την τρύπα ενώ ο Έντουαρντ με περίμενε. Όλοι με κοίταζαν καθώς έσκαβα. Έπρεπε να σκάψω μέσα από χιόνι, πάγο, και χώμα σκληρό σαν πέτρα. Αυτό θα έπαιρνε ώρες σε ένα φυσιολογικό άνθρωπο. Θα μπορούσα να πω περίπου 3-4 ώρες για να είμαι ακριβής. Αλλά εμένα μου πήρε μόνο δύο λεπτά.


Μόλις τελείωσα με την τρύπα, ο Έντουαρντ πήγε κοντά στον ογκόλιθο και τον σήκωσε πάνω. Εκεί ήταν ο Μάρκο. Ήταν συμπιεσμένος. Το σώμα του ήταν τόσο επίπεδο. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο σε όλη μου τη ζωή. Η Ρενεσμί έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και αγκάλιασε τη Μπέλλα. Δεν ήθελε να το δει αυτό. Χαίρομαι που η Μπέλλα ήταν εκεί μαζί της.


Ο Έντουαρντ πήγε εκεί και έπιασε το Μάρκο από τα πόδια και μου είπε να βοηθήσω. Ήξερα ότι ο Έντουαρντ μπορούσε να τον σηκώσει μόνος του χωρίς καθόλου προσπάθεια. Μάλλον μου ζήτησε να βοηθήσω αφού δεν ήθελε ο Μάρκο να σπάσει σε κομμάτια καθώς τον μετακινούσε. Ο Έντουαρντ έπιασε και τα δύο πόδια του Μάρκο ενώ εγώ περπάτησα κοντά στο κεφάλι του. Έβαλα το φτυάρι κάτω από το κεφάλι του και το σήκωσα. Κοίταζα τον Έντουαρντ καθώς τον περίμενα να σηκώσει τα πόδια. Ο Έντουαρντ σταμάτησε και με κοίταξε.


«Τι; Δεν το αγγίζω αυτό», είπα.


«Μπορείς να σκοτώσεις και να φας νεκρά ζώα, αλλά δε μπορείς να το αγγίξεις αυτό;» είπε ο Έντουαρντ.


Δεν είπα τίποτα καθώς τον πιάσαμε και οι δύο και τον πετάξαμε μέσα στην τρύπα που έσκαψα. Ήταν έξω από την περιουσία τους το οποίο δεν ήταν και τόσο κακό. Δεν θα ήταν τόσο καλό να έχουν ένα πτώμα στην πίσω τους αυλή. Μόλις τελείωσα να καλύπτω τον τάφο, σιγουρεύτηκα ότι ήταν ωραίο και ίσιο έτσι ώστε να μην το πρόσεχε κάποιος. Θα καλυπτόταν με χιόνι ούτως ή άλλως σύντομα.


Η Ρενεσμί πήγε κοντά στον τάφο και έγνεψε αντίο. Μετά γύρισε από την άλλη και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι. Δεν κοίταξε πίσω ούτε μια φορά. Η Μπέλλα, ο Έντουαρντ και εγώ κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο. Κοιτάζαμε επίμονα ο ένας τον άλλο για λίγα δευτερόλεπτα. Σκεφτήκαμε να πούμε αντίο. Τελικά καταλήξαμε να γυρίσουμε όλοι τις πλάτες μας την ίδια στιγμή και να απομακρυνθούμε. Δε νιώθαμε ότι ο Μάρκο άξιζε ένα αντίο. Δεν θέλαμε καν να τον θάψουμε. Το κάναμε μόνο για τη Ρενεσμί. Πέταξα το φτυάρι πίσω στην αποθήκη καθώς μπήκαμε όλοι μέσα στο σπίτι μαζί.


«Λοιπόν, έχουμε ένα κάτω και τώρα υπάρχουν δύο ακόμα.» προσδιόρισα. «Μόλις η Λία καταλάβει ότι χάθηκα, εκείνη και η Πανδώρα θα έρθει πίσω γυρεύοντας μας»


«Α ναι. Τις ξέχασα αυτές. Θα πρέπει να καλέσουμε την υπόλοιπη οικογένεια να έρθει και να μας βοηθήσει;» ρώτησε η Ρενεσμί τη Μπέλλα και τον Έντουαρντ.


«Θα το κάναμε αλλά δεν χρειάζεται. Μπορούμε να το χειριστούμε μόνοι μας. Εξάλλου, δεν είναι καν στην Αλάσκα τώρα», απάντησε ο Έντουαρντ.


«Και; Μπορούν να έρθουν εδώ. Είναι πολύ κοντινό το τρέξιμο από το Φορκς μέχρι εδώ. Όμως την τελευταία φορά που τους μιλήσαμε δεν ήταν στην Αλάσκα; Τι κάνουν πίσω στο Φορκς;» ρώτησε η Ρενεσμί. Φαινόταν λίγο μπερδεμένη.


«Λοιπόν στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε στο Φορκς. Ο Κάρλαϊλ φαινόταν γενναιόδωρος έτσι αγόρασε ένα καινούργιο έρημο νησί. Όλοι πήγαν να το ελέγξουν και να δουν αν ήταν καλό. Μας είπαν να πάμε αλλά σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλύτερο να μέναμε εδώ. Σε περίπτωση που ο Τζέικομπ αποφάσιζε στ’ αλήθεια να επιστρέψει πίσω. Το οποίο έκανε», πρόσθεσε η Μπέλλα.


«Γουάου ακόμη ένα νησί; Που;» ρώτησα.


Χριστέ μου αυτά τα άτομα έχουν τόσα πολλά λεφτά, που δεν ξέρουν καν πώς να τα ξοδέψουν πια. Έχουν τα φανταχτερά του σπίτια, τα φανταχτερά τους αυτοκίνητα και τώρα έχουν δύο φανταχτερά νησιά. Μπορεί να γίνει καλύτερο από αυτό;


Η Μπέλλα κοίταξε τον Έντουαρντ και ήταν αβέβαιη. «Εμ, νομίζω ότι είναι κοντά στην ακτή της Κύπρου»


Ξαφνικά ακούσαμε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και ο Τσάρλι μπήκε μέσα με βιασύνη.


«Μπέλλα υπάρχει κάτι για το οποίο πρέπει να σου μιλήσω. Είναι κάτι πολύ σημαντικό!», είπε ο Τσάρλι.


«Μπαμπά τι είναι; Περί τίνος πρόκειται; Δεν υποτίθεται ότι θα ήσουν στο νέο νησί;»


«Ναι, αλλά χρειαζόταν να σου μιλήσω για κάτι. Χρειάζεται να σου μιλήσω για τη Σου», είπε ο Τσάρλι ενώ τα πλατιά του μάτια κοίταζαν βαθιά όλους μας.


 

Κεφάλαιο 15: Η Κατάρα

ΡΕΝΕΣΜΙ


Αναρωτιέμαι σε τι έμπλεξε ο παππούς τον εαυτό του. Φαινόταν πολύ αναστατωμένος. Κάτι συνέβαινε. Μπορούσα να το καταλάβω από το ύφος του ότι κάτι είχε συμβεί. Κατ’ ακρίβεια φαινόταν ένοχος την ίδια στιγμή. Στεκόταν απλώς εκεί με τα μεγάλα του μάτια να κοιτάζουν τη μαμά. Ήξερε πως ό,τι και να ήταν αυτό που θα έλεγε, δεν θα την χαροποιούσε. Του παππού δεν του άρεσε ποτέ να κρατάει μυστικά από τη μαμά, έτσι υποθέτω ότι την εμπιστευόταν αρκετά για να της πει. Μάλλον θα έπρεπε όμως. Χρωστούσε τη ζωή του στη μαμά. Στην πραγματικότητα στον μπαμπά χρωστούσε τη ζωή του. Ο μπαμπάς ήταν αυτός που πήρε την απόφαση να αλλάξει τον παππού σε βρικόλακα. Θα μπορούσα να πω ότι αυτή ήταν μια από τις καλύτερες αποφάσεις που έκανε ποτέ ο μπαμπάς μου από τότε που ήμουν ζωντανή για να τον ξέρω.


«Μπαμπά, πες μου τα όλα», είπε η μαμά στον παππού. Προετοίμαζε τον εαυτό της για το χειρότερο. Η μαμά μου μπορούσε να αντέξει οποιουδήποτε είδους νέα. Ήταν  μια δυνατή γυναίκα- ή βρικόλακας κατ’ ακρίβεια. Νομίζω ότι έχει ακούσει κάθε είδους νέα που θα μπορούσαν να βρεθούν στο δρόμο της.


Ο παππούς κοίταξε αλλού καθώς μίλησε στη μαμά ξανά. Δεν ήθελε να την βλέπει στα μάτια πια. Στην πραγματικότητα δεν κοιτούσε σε κανένα από εμάς. Φαινόταν τόσο αθώος. Δεν θα μπορούσα ποτέ να θυμώσω με τον παππού, ακόμη και αν προσπαθούσε. Τον αγαπάω τόσο πολύ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που ο παππούς έπαθε καρδιακή προσβολή. Επίσης δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν σκέφτηκα ότι ο παππούς ήταν νεκρός. Εκείνες ήταν πολύ σκληρές στιγμές. Όμως τώρα που είναι βρικόλακας και είναι ολοκληρωτικό μέλος της οικογένειας μας, όλα είναι μια χαρά.


Ο παππούς πηγαινοερχόταν καθώς μιλούσε στο πάτωμα.


«Λοιπόν… είναι κάπως μεγάλη ιστορία και δεν έχουμε πολύ χρόνο», πρόσθεσε ο παππούς καθώς περπάτησε προς την πόρτα, έβγαλε το κεφάλι του για να κοιτάξει έξω και μετά την έκλεισε. Κλείδωσε την πόρτα και περπάτησε ξανά προς το μέρος μας για να σταθεί μπροστά μας. Ο παππούς συνέχισε.


«Μην θυμώσεις, αλλά έχω πει ψέματα σε όλους μέσα στην οικογένεια σου» ο παππούς σταμάτησε να περπατάει καθώς κοίταξε τα πρόσωπα όλων μας.  Ήθελε να δει πως θα αντιδρούσαμε.


Αυτό δεν ακούγεται καλό. Σε κανένα δεν αρέσει ένας ψεύτης. Είμαι σίγουρη ότι είχε καλό σκοπό όμως. Κάποιες φορές είναι καλό να λες ψέματα όταν τα αισθήματα κάποιου άλλου προσώπου είναι αναμειγμένα.


Θυμάμαι μια φορά που ο Μπίλι αγόρασε στον Τζέικομπ μια φανέλα για τα Χριστούγεννα. Δεν την έχω δει πριν μέχρι τα Χριστούγεννα. Ο Μπίλι ήταν τόσο ενθουσιασμένος να του την δώσει. Ήξερε ότι ο Τζέικομπ θα την λάτρευε. Ο Τζέικομπ την άνοιξε και θα πρέπει να ήταν η πιο άσχημη φανέλα που έχω δει ποτέ μου. Όλοι ήξεραν ότι ήταν άσχημη αλλά δεν είπαμε τίποτα. Ο Τζέικομπ ευχαρίστησε το μπαμπά του. Του είπε ότι του άρεσε πολύ. Η Μπίλι φαινόταν τόσο χαρούμενος. Νομίζω ότι αυτή η φανέλα είναι κάπου στο πίσω μέρος της ντουλάπας του, ακόμη μέσα στο κουτί.


Είναι εντάξει να λες τέτοια ψέματα. Ο Τζέικομπ δεν ήθελε να πληγώσει τα αισθήματα του Μπίλι έτσι του είπε απλώς ψέματα και του είπε ότι του άρεσε. Ελπίζω αυτό το ψέμα να είναι τέτοιου είδους. Είναι για να ωφελήσεις το άλλο άτομο.


Όπως και να έχει, πίσω στον παππού που εξηγάει το ψέμα του.


«Εντάξει», η μαμά έκανε παύση και εξέπνευσε. Δέχτηκε το γεγονός ότι ο παππούς είπε ψέματα. Αυτό δεν είναι και τόσο κακό. Τώρα μπορούσα να το καταλάβω ότι ήθελε να μάθει γιατί. «Εξήγησε» είπε η μαμά.


«Χμμμ, από πού να αρχίσω; Εντάξει, λοιπόν έλεγα σε όλους ότι πήγαινα κυνήγι. Πήγαινα μακριά ταξίδια κυνηγιού μόνος μου και όλοι με ρωτούσαν τί μου πήρε τόση ώρα. Τους έλεγα ψέματα και τους έλεγα ότι ήθελα να έχω μια καλύτερη ποικιλία έτσι πήγαινα πιο μακριά. Αλλά στην πραγματικότητα, έτρεχα πίσω στο Φορκς για να δω την Σού»


«Πολύ καλό Τσάρλι», είπε ο Τζέικομπ με ένα μεγάλο ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο του. Άρχισε να γελάει. Του έριξα μια διαβολική ματιά και του έγνεψα να σιωπήσει. Σιώπησε. Τώρα, αυτό ήταν ένα τελείως διαφορετικό ψέμα. Το έκανε για να ωφελήσει τον εαυτό του. Ωχ παππού. Κάθισα εκεί ήσυχα και άφησα τη μαμά και τον μπαμπά να συνεχίσουν.


«Αυτό είναι πολύ άσχημο αλλά μπορείς να ελέγξεις τον εαυτό σου γύρω από ανθρώπους τώρα, έτσι; Νομίζω ότι η συγκράτηση σου είναι αρκετά καλή από αυτά που έχω ακούσει την τελευταία φορά από τον Κάρλαϊλ. Αφού δεν σε είδε τότε είναι καλά», είπε η μαμά. Δε φαινόταν τόσο αναστατωμένη. Αυτό δεν ήταν τόσο άσχημο μάλλον.


«Ωχ. Λοιπόν, αυτό δεν είναι τόσο καλό», είπε ο μπαμπάς καθώς σταύρωσε τα χέρια του.


«Τι δεν είναι τόσο καλό;» η μαμά κοίταξε το μπαμπά. Δεν της άρεσε όταν το έκανε αυτό. Ο μπαμπάς ξέρει πάντα τι συμβαίνει αφού διαβάζει το μυαλό του παππού και η μαμά πρέπει απλώς να στέκεται εκεί στο σκοτάδι και να περιμένει κάποιον να πει κάτι. Του μπαμπά δεν του άρεσε να μαρτυράει  τις ιστορίες των άλλων, έτσι η μαμά έπρεπε να περιμένει για αυτό σαν ένα φυσιολογικό άτομο. Νομίζω ότι αυτό ήταν ένα από τα χειρότερα πράγματα που ενοχλούσαν τη μαμά.


«Κατά κάποιο τρόπο εκείνη… με είδε-λίγες φορές. Λοιπόν, στην πραγματικότητα με είδε κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι της» ο παππούς αποτραβήχτηκε σαν να ήξερε τι θα συνέβαινε τώρα.


«Μπαμπά! Τρελάθηκες; Είσαι νεκρός-θυμάσαι; Τι θα γίνει αν το είπε σε κάποιο; Τι θα γίνει αν έρθουν γυρεύοντας σε; Βρισκόταν στην κηδεία σου! Όλη η πόλη ήταν στην κηδεία σου! Δε μπορώ να το πιστέψω ότι έμπλεξες τον εαυτό σου σε τέτοιο μπέρδεμα!» η μαμά κουνούσε τα χέρια της θυμωμένα στον αέρα καθώς φώναζε στον παππού. Φαινόταν πολύ θυμωμένη όμως όλες εκείνες οι φωνές δεν θα βοηθούσαν κάτι ή κάποιον. Δε θα έκανε τη μνήμη της Σου να διαγραφεί.


«Ναι το ξέρω. Είναι άσχημο. Και εδώ είναι που έρχεται ο ρόλος της έλλειψης του χρόνου.. Έρχεται εδώ τώρα. Οδήγησε μέχρι εδώ στην Αλάσκα για να σας δει και να σας το πει. Σκέφτηκα απλώς ότι θα έπρεπε να σας προετοιμάσω. Θα κρύβομαι στο άλλο δωμάτιο. Αντίο!»


Πριν μπορέσει να πει κάτι η μαμά, υπήρχε ένα χτύπημα στην πόρτα και ο παππούς δεν ήταν  πουθενά στην όραση της.


«Έντουαρντ, τι κάνουμε; Δε μπορούμε να απαντήσουμε. Ξέρει καν ότι εγώ είμαι βρικόλακας; Φυσικά ξέρει ότι εσύ είσαι –νομίζω- αλλά δεν είμαι σίγουρη εάν ξέρει για εμένα» η μαμά άρχισε να πανικοβάλλεται.


Ακόμη ένα χτύπημα ακούστηκε.


«Παρακαλώ; Είναι κανένας σπίτι; Είμαι η Σου Κλήαργουότερ. Βλέπω ανοιχτά τα φώτα και το αμάξι σας είναι εδώ. Μπορεί κάποιος να ανοίξει παρακαλώ την πόρτα;» Άρχισε να γυρίζει το πόμολο της πόρτας. Έλεγχε να δει εάν η πόρτα ήταν ανοιχτή.


Ήταν νύχτα τώρα και ήταν πολύ κρυάδα έξω. Δε μπορούσαμε να την αφήσουμε έτσι έξω. Η θερμοκρασία του Φορκς δεν φτάνει ποτέ τόσο χαμηλά. Είναι Αλάσκα εδώ για όνομα του Θεού! Πιθανότατα δεν έχει το κατάλληλο ντύσιμο για να κρατηθεί ζεστή. Πιθανότατα πάγωνε.


 «Δε μπορούμε να την αφήσουμε έξω στο κρύο μαμά» είπα. Όλοι συμφώνησαν μαζί μου.


Η μαμά κούνησε το κεφάλι της καθώς πήρε μια βαθιά αναπνοή. Πρώτα περπάτησε προς το διακόπτη του φωτός και χαμήλωσε τα φώτα. Μετά περπάτησε προς την πόρτα και την άνοιξε. Περπάτησε αργά. Δεν βιαζόταν.


Ήταν πολύ έξυπνο να σκεφτεί να χαμηλώσει τα φώτα. Δε θα μπορούσα να το σκεφτώ εγώ αυτό. Το να χαμηλώσει τα φώτα θα το έκανε δυσκολότερο για τη Σου να δει καθαρά. Ήταν περισσότερο για τη μαμά όμως. Αφού δεν είχε μεγαλώσει ούτε μέρα από τότε που έφυγε από το Φορκς.


«Σου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» η μαμά προσποιήθηκε ότι ήταν ενθουσιασμένη.


Η Σου μπήκε μέσα χωρίς να πει ούτε λέξη. Φορούσε μαύρα. Μάλλον ακόμη θρηνούσε για το χαμό του παππού.


Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν μπήκε μέσα ήταν να κοιτάξει τα φώτα. Μάλλον αναρωτιόταν γιατί τα φώτα ήταν χαμηλωμένα. Κοίταξε απλώς τη μαμά και έσφιξε τα μάτια της. Πήγε κοντά στον τοίχο και γύρισε τα φώτα στο φυσιολογικό τους επίπεδο. Νομίζω ότι ήταν στην ίδια βάση που ήταν ο παππούς όταν δεν ήξερε ότι η μαμά ήταν βρικόλακας. Βαθιά μέσα του ήξερε αλλά δεν ήθελε να το αποδεχτεί. Νομίζω ότι έτσι είναι η Σου. Ξέρει τα πάντα για τους λυκανθρώπους όμως όχι τόσα πολλά για τους βρικόλακες. Ακόμη και αν ήξερε ότι η μαμά ήταν βρικόλακας δεν θα έλεγε τίποτα. Ήταν μια ευγενική γυναίκα. Ήταν πολύ δυνατή και δεν αποθαρρυνόταν με μικρά πράγματα σαν αυτά. Ξέρει ότι οι βρικόλακες είναι οι σύμμαχοι των λυκανθρώπων αυτή τη στιγμή έτσι δεν την πείραζε.


Η προσοχή της αποσπάστηκε από όλο το ‘μαμά να είναι βρικόλακας’ θέμα εύκολα. Αυτό ήταν το λιγότερο από τα προβλήματα της τώρα. Έμοιαζε σαν να είχε δει φάντασμα. Το σκέφτηκα αυτό για περίπου 2 δευτερόλεπτα και μετά κατάλαβα ότι είχε δει. Ο παππούς στα μάτια της Σου είναι φάντασμα. Λοιπόν, αυτό θα είναι ενδιαφέρον.


Η Σου πήγαινε μπροστά και πίσω. Φαινόταν πολύ μεγαλύτερη τώρα. Όλοι γύρω μας γερνούσαν. Δε μου άρεσε πολύ, αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσαμε να κάνουμε για αυτό. Αυτός είναι απλά ένα τρόπος ζωής.


«Είναι όλα εντάξει Σου;» η μαμά το έκανε να μοιάζει σαν να μην ήξερε τίποτα.


«Δεν ξέρω. Κάτι δεν είναι σωστό. Κάτι δεν είναι καθόλου σωστό. Ήρθα εδώ για κάτι άλλο αλλά τώρα είμαι λίγο αποσπασμένη. Μόλις μπήκα σε αυτό το σπίτι ήξερα ότι κάτι συνέβαινε. Τι συμβαίνει εδώ; Δε νιώθετε τίποτα;» Η Σου έμοιαζε σαν να είχε ένα απόκοσμο συναίσθημα ή κάτι τέτοιο. Έπιασε τα χέρια της σαν να προστάτευε τον εαυτό της από κάτι.


Τι συνέβαινε; Μόλις το είπε αυτό, το αριστερό μου χέρι άρχισε να με πονάει. Έσφιξα τη γροθιά μου και αγνόησα τον πόνο. Νόμισα ότι η Σου ήρθε εδώ επειδή έβλεπε το ‘φάντασμα’ του παππού. Τώρα νομίζω ότι κατάλαβε πως ήταν κάτι άλλο. Ο μπαμπάς φαινόταν μπερδεμένος. Διάβαζε το μυαλό της αλλά ακόμη δεν ήξερε τι συνέβαινε. Του μπαμπά δεν του άρεσε να νιώθει μπερδεμένος σε καμία κατάσταση. Του άρεσε πάντα να είναι ο πρώτος που θα τα ήξερε όλα.


«Υπάρχει κάτι σατανικό σε αυτό το σπίτι. Υπάρχει μια κατάρα. Κάποιος έβαλε κατάρα σε αυτό το σπίτι. Δεν είναι μια φυσιολογική κατάρα όμως. Δεν μπορώ να καταλάβω ποια είναι. Είναι πολύ δυνατή όμως. Μπορώ να νιώσω το κακό μέσα στις φλέβες μου» Η Σου είχε τα χέρια της σηκωμένα στον αέρα. Λες και προσπαθούσε να νιώσει κάτι μέσα στο δωμάτιο που κανένας από εμάς δε μπορούσε να δει.


«Νομίζω ότι κατάλαβες λάθος Σου. Δεν υπάρχει κατάρα σε αυτό το σπίτι. Δε νιώθουμε τίποτα. Έχουμε ζήσει εδώ χωρίς καθόλου προβλήματα» η μαμά πήγε κοντά της και προσπάθησε να την διαβεβαιώσει.


«Σσς» Η Σού έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά εισπνοή. Είχε τα χέρια της  μαζί μπροστά από το στήθος της. Έμοιαζε σαν να προσευχόταν όμως ήξερα ότι δεν το έκανε. Προσπαθούσε να βρει την σατανική ενέργεια ή κατάρα ή ό,τι και αν ήταν.


Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και ξαφνικά η Σού πάλευε για αέρα ενώ άνοιξε τα μάτια της απότομα. Έπιασε το στήθος της καθώς εμείς αυτόματα σηκώσαμε ένα χέρι έτοιμοι να την πιάσουμε εάν έπεφτε.


«Μαμά, τι συμβαίνει; Φοβάμαι» είπα. Δε μου άρεσε αυτό.


«Καλά κάνεις παιδί μου» μου απάντησε η Σου. «Πρέπει όλοι σας να φύγετε από αυτό το μέρος. Δεν είναι σωστό. Υπάρχει μια αρχαία κατάρα εδώ. Δε μπορώ να καταλάβω εάν είναι στο σπίτι σας ή σε ένα άτομο που ζει εδώ. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιου είδους μαύρη μαγεία πριν. Είναι ο τύπος της μαγείας που δεν μιλούμε για αυτόν. Απαγορεύεται να το κάνουμε. Είναι απαγορευμένο από τη φυλή των προγόνων μας πολλά, πολλά χρόνια πριν. Δεν ξέρω γιατί ή πώς έχει επιστρέψει-ή ακόμη χειρότερα, γιατί είναι εδώ τώρα στο σπίτι σας»


«Εντάξει, ευχαριστούμε Σου αλλά νομίζω ότι αρκετά. Αναρωτιόμουν τι σε φέρνει εδώ στο σπίτι μας» η μαμά προσπάθησε να αλλάξει θέμα.


Η Σου κοιτούσε γύρω το σπίτι. Αγνόησε τη μαμά. Η Σού κούνησε το κεφάλι της από απογοήτευση. Υποθέτω ότι ήταν κάπως αναστατωμένη που αγνοούσαμε τα λόγια της. Παράτησε την προσπάθεια της να μας πείσει. Άφησε ένα απογοητευτικό αναστέναγμα και απάντησε στη μαμά.


«Νομίζω ότι είμαι κυνηγημένη» είπε η Σου.


Το σώμα της μαμάς χαλάρωσε καθώς ήταν χαρούμενη που η Σου σταμάτησε με όλο εκείνο το θέμα της κατάρας. Χαμογέλασε και λίγο.


«Κυνηγημένη; Από τι; Αυτό είναι αδύνατον Σου. Έλα, ας καθίσουμε» η μαμά έδειξε τον καναπέ. Δεν είχα καταλάβει καν ότι στεκόμασταν όλοι τόσο ακίνητοι στην είσοδο του σπιτιού.


Καθίσαμε όλοι στον καναπέ ενώ η μαμά ήταν έτοιμη να ακούσει την Σου να εξηγάει. Οτιδήποτε ήταν καλύτερο από το να ακούς για αυτή την κατάρα.


«Σου, θα ήθελες να πιεις κάτι;» ρώτησε ο μπαμπάς.


«Ναι, λίγο βοτανικό τσάι θα ήταν ωραίο, παρακαλώ» ο μπαμπάς σηκώθηκε πάνω για να φτιάξει λίγο τσάι. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ακόμη άκουγε όμως.


«Ώστε Σου, είπες ότι σε κυνηγούν; Πώς; Από ποιόν ή από τι;» ρώτησε η μαμά παρόλο που ήξερε. Προσποιήθηκε ότι είχε σοκαριστεί στ’ αλήθεια. Σχεδόν άρχισα να γελάω. Η μαμά δεν ήταν ποτέ η καλύτερη ηθοποιός. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήταν ψέματα. Δε νομίζω ότι η Σου το καταλάβαινε όμως. Απλώς εγώ ήξερα τη μαμά πολύ καλά.


«Μπορεί να νομίσεις ότι είμαι τρελή αλλά….» η Σου σταμάτησε.


«Συνέχισε» είπε η μαμά.


Η Σου το σκέφτηκε για λίγο και μετά ανοίχτηκε. «Νομίζω ότι ο Τσάρλι με κυνηγάει» είπε η Σου καθώς ο μπαμπάς της έδωσε το τσάι.


«Ευχαριστώ» είπε η Σου.


«Πως είναι δυνατόν αυτό; Μπορείς στ’ αλήθεια να δεις το φάντασμα του Τσάρλι;» ρώτησε ο μπαμπάς. Τώρα υποθέτω ότι ήθελε να είναι και αυτός μέρος της παράστασης. Ήταν καλύτερος ηθοποιός από τη μαμά. Όλοι το ξέραμε. Ο μπαμπάς είχε την πιο παράξενη έκφραση πάνω στο πρόσωπο του. Έμοιαζε λες και την πίστευε στ’ αλήθεια.


Ο μπαμπάς κάθισε στο διθέσιο καναπέ μαζί με τη μαμά. Η Σου καθόταν στην πολυθρόνα ενώ εγώ και ο Τζέικομπ είχαμε τον μεγαλύτερο καναπέ. Ο Τζέικομπ καθόταν τόσο κοντά μου. Μου τσιμπούσε συνεχώς το πόδι μου. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήθελε να ξεσπάσει σε γέλια από όλο αυτό το θέατρο. Είχαμε ξεχάσει όλοι εντελώς όλο εκείνο το θέμα με την κατάρα. Ήμασταν τόσο παιδιά.


«Δεν ξέρω. Τον βλέπω σχεδόν 3 φορές την εβδομάδα. Μόνο σύντομα όμως. Κοιμάμαι και ξυπνάω και τον βλέπω να με κοιτάζει. Πεταρίζω τα βλέφαρα μου και εκείνος χάνεται»


«Είσαι σίγουρη ότι δεν ονειρεύεσαι απλώς;» ρώτησε η μαμά.


«Δεν ξέρω. Φαίνεται τόσο αληθινός. Το ξέρω ότι είναι νεκρός, αλλά η καρδιά μου δεν θέλει ακόμη να το πιστέψει» Κοίταξε κάτω τον καφέ της. Νομίζω ότι τα μάτια της άρχισαν να υγραίνουν.


Ο Τζέικομπ σταμάτησε να με τσιμπάει. Δεν ήταν αστεία πια η κατάσταση. Η Σου ήταν στην πραγματικότητα πονούσε πολύ από αυτό.


«Υπάρχει και κάτι άλλο» Η Σου σήκωσε βλέμμα της πάνω μας και πήρε μια κοφτή εισπνοή από τη μύτη της. Είχε αρχίζει να τρέχει. Σηκώθηκα και τις έδωσα λίγα χαρτομάντιλα. Πήγα να καθίσω πίσω. Ο Τζέικομπ κρατούσε το χέρι μου.


«Τι;» ρώτησε η μαμά.


Η Σού γέλασε νευρικά λίγο. «Θα νομίσετε ότι έχω τρελαθεί και ότι τα έχω χάσει τελείως»


Κανένας δεν είπε τίποτα. Καθόμασταν απλώς εκεί και την περιμέναμε να συνεχίσει.


«Χθες τη νύχτα τον είδα ξανά. Αλλά αυτή τη φορά… με φίλησε» Η Σου πήρε μια γουλιά από το τσάι της. Δεν ήθελε να δει την έκφραση στο πρόσωπο μας. Νομίζω ότι ντρεπόταν.


Η πλάτη της μαμάς ίσιωσε όταν το άκουσε αυτό. Γύρισε αυτόματα το κεφάλι της στην κουζίνα. Εκεί ήταν ο παππούς. «Ω, μπαμπά, είσαι νεκρός» είπε η μαμά κάτω από την αναπνοή της. Δεν υπήρχε περίπτωση να είχε ακούσει η Σου. Αλλά ήξερα ότι ο παππούς είχε ακούσει ολοκάθαρα.


Η Σου συνέχισε.


«Όταν με φίλησε έκλεισα τα μάτια μου. Μπορούσα να νιώσω τα κρύα του χείλη πάνω στα δικά μου. Ήταν τόσο κρύα. Δεν είχα ξανανιώσει κάτι τέτοιο στη ζωή μου. Ήταν λες και είχε έρθει από τους νεκρούς και εγώ φιλούσα το κρύο νεκρό του σώμα, όσο τρελό και αν ακούγεται. Ολόκληρο μου το κορμί ανατρίχιασε. Το τρίχωμα στα χέρια μου σηκώθηκε λες και με είχα πάθει ηλεκτροπληξία με κεραυνό. Ήταν τόσο ορμητικό. Ήξερα ότι αυτό έπρεπε να είναι αληθινό. Ο κτύπος της καρδιάς μου έγινε πιο γρήγορος και ένιωθα σαν να πετούσα. Τα μάτια μου ήταν ακόμη κλειστά ενώ σήκωσα το χέρι μου για να αγγίξω το πρόσωπο του. Μόλις το έκανα αυτό, εκείνος εξαφανίστηκε» η Σου κοίταξε πίσω στο φλιτζάνι της. Ένα δάκρυ κύλησε πάνω στο πρόσωπο της.


Η μαμά χαμογέλασε καθώς έπιασε το χέρι του μπαμπά. Υποθέτω ότι ξέρει αυτό το αίσθημα. Η μαμά πρωτογνώρισε το μπαμπά όταν εκείνος ήταν βρικόλακας και εκείνη άνθρωπος. Πρέπει να είχε νιώσει το ίδιο ακριβώς αίσθημα. Τι γλυκό.


«Και για αυτό ήρθα εδώ. Ένιωθα ότι χρειαζόμουν να σας τα πω όλα αυτά. Χρειαζόμουν να τα βγάλω από το στήθος μου και να τα πω σε κάποιον. Χαίρομαι που ήρθα εδώ. Σας ευχαριστώ που με ακούσατε»


«Σε ευχαριστούμε που μας εμπιστεύτηκες με αυτό» είπε η μαμά. Ήταν σχεδόν σας ψίθυρος, αλλά η Σου το άκουσε.


«Στ’ αλήθεια  μου λείπει» πρόσθεσε η Σου καθώς κοίταξε πάνω και σκούπισε τα δάκρυα της.


Φαινόταν τόσο στεναχωρημένη. Η Σού και ο Τσάρλι είχαν κάτι μεταξύ τους κάποτε. Ήταν πολύ χαριτωμένο. Αγάπη σαν και αυτή δεν πρέπει να κατακρατείται. Αγάπη σαν και αυτή πρέπει να ανθίζει και να καλλιεργείται. Η Σου πρέπει να περνάει τις πιο δύσκολες τις στιγμές της τώρα. Μπορούσα να φανταστώ μόνο το αίσθημα του να χάνεις αυτόν που αγαπάς. Όλο μου το σώμα ανατρίχιασε όταν το σκέφτηκα αυτό. Δεν θέλω να μάθω ποτέ πώς νιώθει η Σου αυτή τη στιγμή. Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στον ώμο του Τζέικομπ. Φίλησε το πάνω μέρος της κεφαλής μου. Ήθελα σχεδόν να αρχίσω να κλαίω για τη Σου. Ένιωθα τόσο άσχημα για αυτήν. Αναρωτιέμαι εάν η μαμά και ο μπαμπάς θα της πουν ότι είναι ζωντανός. Λοιπόν, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε και να δούμε.


 

Κεφάλαιο 16: Το Σημάδι Της Κατάρας

Καθόμασταν εκεί για δύο λεπτά σε απόλυτη σιγή. Κανένας δεν ήξερε τι να πει. Η Σου ήταν εκεί, καθόταν μπροστά μας μέσα σε τόσο πολύ πόνο. Αυτές τις τελευταίες μέρες ζούσε με τον πόνο του θανάτου του Κάρλαϊλ, που την σκότωνε  μέσα της αργά-αργά. Όλοι ξέραμε ότι ο παππούς ήταν ζωντανός-λοιπόν κάπως ζωντανός- αλλά δεν μπορούσαμε να πούμε τίποτα. Με πονούσε βαθιά μέσα μου να ξέρω ότι εμείς ήμασταν αυτοί που της προκαλούσαμε ένα μέρος του πόνου της. Το να ξέρουμε ότι αυτές  λίγες εύκολες λέξεις-ο Τσάρλι δεν είναι νεκρός- μπορούσε να κάνει τον πόνο της να φύγει άμεσα.


Ήθελα τόσο πολύ να της το πω αλλά ήξερα ότι η μαμά και ο μπαμπάς θα θύμωναν μαζί μου εάν το έκανα. Πάντα έλεγαν ότι όσα λιγότερα άτομα ήξεραν για εμάς, τόσο το καλύτερο. Δεν μπορούμε να πηγαίνουμε και να λέμε σε όλους ποιος είναι και ποιος δεν είναι βρικόλακας. Αφού η Σου πήρε τη θέση του Χάρι στη φυλή, νομίζω ότι θα έπρεπε να ξέρει. Ήδη τα ήξερε όλα για τους λυκανθρώπους και πως ο μόνος λόγος που υπήρχαν ήταν λόγω των βρικολάκων. Ήξερε ότι οι Κάλεν ήταν βρικόλακες όμως δεν ξέρω αν το γνωρίζει πως και η μαμά είναι. Υποθέτω ότι το έχει ήδη καταλάβει. Η ξαφνική αλλαγή της εμφάνισης και το δέρμα που δεν γερνάει την προδίδουν. Δεν θέλαμε να ξέρει ότι και ο Τσάρλι ήταν επίσης ένας από εμάς. Δεν θέλαμε άτομα να ξέρουν ότι ο αριθμός μας μεγάλωνε. Δάγκωνα τη γλώσσα μου τόσο δυνατά προσπαθώντας να αποφύγω να το μαρτυρήσω.


Η Σου καθόταν εκεί χαμένη στις σκέψεις τις. Μίλησε μέσα στο φλιτζάνι της. Ακόμα ντρεπόταν να μας κοιτάξει.


«Τα πράγματα έχουν γίνει πολύ δύσκολα για εμένα τώρα τελευταία. Είμαι τόσο τυχερή που έχω τον Σεθ. Με βοηθάει να περνάω τις μέρες σαν ένα κομμάτι. Εάν δεν ήταν αυτός δεν ξέρω τί θα μου είχε συμβεί. Ακόμη ανησυχώ και για τη Λία καθημερινά. Ξέρω ότι πιθανότατα θα μπορούσε να προσέχει τον εαυτό της αλλά είναι το μικρό μου μωρό. Από τότε που άλλαξαν και οι δύο σε λυκανθρώπους είναι λες και οι ζωές μας έχουν αλλάξει δραστικά. Κάποια πράγματα άλλαξαν για το καλύτερο, αλλά επίσης κάποια άλλα προς το χειρότερο. Η Λία είπε ότι δε με χρειαζόταν να την προσέχω άλλο έτσι έφυγε και δε μου είπε καν που πήγαινε. Δεν έχω ακούσει τίποτα για αυτή όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ξέρω καν αν είναι ζωντανή»


«Είμαι σίγουρη ότι είναι καλά. Η Λία είναι ένα σκληρό κορίτσι. Μπορεί να ελέγξει τον εαυτό της» είπε η μαμά με θυμό κρυμμένο πίσω από τη φωνή της. Προσπάθησε να μην τον δείξει.


Όποτε μιλούσαν για τη Λία, το σώμα του Τζέικομπ τεντωνόταν. Δεν τον κατηγορούσα που την μισούσε μετά από όλα αυτά που έχει κάνει. Ο Τζέικομπ ήταν ο πρώτος που ήθελε να την σκοτώσει.


«Ναι, το ξέρω. Είναι απλώς δύσκολο κάποιες φορές να προσέχεις ένα λυκάνθρωπο που μεγαλώνει. Εύχομαι απλώς να είχα κάποιον που να μπορούσε να προσέχει τον Σεθ μαζί με εμένα» η Σου μιλούσε για τον παππού.


«Ούτε να το σκεφτείς Τσάρλι», είπε ο μπαμπάς κάτω από την αναπνοή του καθώς άρχισε να περπατάει προς την κουζίνα. Θα είχε τρέξει με μέγιστη ταχύτητα αλλά ήξερα ότι δεν ήθελε η Σου να δει αυτή την πλευρά του.


Η Σου δεν κοίταξε ούτε μια φορά πάνω από το φλιτζάνι της. Αναρωτιέμαι τι σκεφτόταν. Ήξερα πως ο μπαμπάς γνώριζε αλλά είμαι σίγουρη ήταν πάρα πολύ προσωπικό για να το πει σε άλλα άτομα. Κάποια πράγματα στο μυαλό των ατόμων πρέπει να μένουν κρυμμένα και μακριά από άλλους. Η μαμά είναι το μόνο άτομο στον κόσμο αυτή τη στιγμή που είναι ασφαλής με τα μυστικά της και τα αισθήματα της. Όλοι είχαν τα άσχημα τους αισθήματα κάπου βαθιά μέσα τους.


Θα το παραδεχτώ ότι έχω άσχημα αισθήματα. Αυτή τη στιγμή ακόμη φοβάμαι για τη ζωή μου. Φοβάμαι ότι η Λία θα έρθει πίσω και θα με σκοτώσει. Επίσης φοβάμαι ότι ο Τζέικομπ θα με αφήσει ξανά. Δε θέλω να σκέφτομαι αυτά τα πράγματα όμως υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα στη ζωή μου αυτή τη στιγμή. Ξέρω ότι ο μπαμπάς μου γνωρίζει πως νιώθω αυτή τη στιγμή, όμως κάποιες φορές εύχομαι να μην ήξερε. Αυτή ήταν η εσωτερική μου πάλη που μόνο εγώ μπορώ να την  φτιάξω μέσα μου. Προσπαθεί να βοηθήσει, αλλά κάποιες φορές θέλω απλά να μείνω μόνη μου με τις σκέψεις μου.


Μπορούσα να ακούσω τον μπαμπά και τον παππού στην κουζίνα. Ο Τζέικομπ ακόμη καθόταν στα δεξιά μου χωρίς να λέει ούτε λέξη. Καθόμασταν σιωπηλοί ενώ εκείνος κρατούσε το χέρι μου. Έκλεισα τα μάτια μου για να ακούσω προσεχτικά τι έλεγαν ο παππούς και ο μπαμπάς μου. Μιλούσαν τόσο σιγά που με δυσκολία μπορούσα να ακούσω.


«Τσάρλι δεν μπορείς να πας εκεί μέσα. Θα καταστρέψεις τα πάντα!» είπε ο μπαμπάς.


«Μα Έντουαρντ, πρέπει να το κάνω. Πονάει τόσο πολύ. Είμαι ο μόνος που μπορεί να τη βοηθήσει τώρα. Δεν έχει κανένα. Την άκουσες. Είναι τόσο μόνη χωρίς να έχει κανένα να την προσέχει. Πρέπει να είμαι αυτός ο κάποιος. Θα πρέπει να είμαι εκεί προσέχοντας την και βοηθώντας την όταν το χρειάζεται περισσότερο. Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό. Πρέπει να της το πούμε! Σε παρακαλώ Έντουαρντ!» ικέτευε ο παππούς.


Ξαφνικά η πόρτα στο σπίτι μας άνοιξε. Κοίταξα στα αριστερά μου και είδα ότι ο παππούς Κάρλαϊλ και η γιαγιά Έσμι είχαν επιστρέψει από τις διακοπές τους. Αυτό ήταν γρήγορο. Μόλις πέρασαν την πόρτα είδα επίσης τη θεία Άλις, τη θεία Ρόζαλι, το θείο Έμμετ και το θείο Τζάσπερ να έρχονται από πίσω τους. Είχαν τα μεγαλύτερα χαμόγελα στο πρόσωπο τους. Η γιαγιά Εσμί κρατούσε το χέρι του παππού Κάρλαϊλ. Έμοιαζαν τόσο ερωτευμένοι. Ο θείος Έμμετ και ο θείος Τζάσπερ είχαν και οι δύο τα χέρια τους γύρω από τη θεία Άλις και τη θεία Ρόζαλι.


Ζήλευα κάπως τις τρεις τέλειες τους σχέσεις. Είχαν όλα όσα θα μπορούσαν να ήθελαν και κανένας δεν μπορούσε να τους χωρίσει. Είχαν ο ένας τον άλλο σε αυτό τον κόσμο και αυτό ήταν το μόνο που χρειάζονταν-τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.


Μόλις η Σου τους είδε να έρχονται μέσα, σηκώθηκε από τη θέση της. Έδωσε το φλιτζάνι με το τσάι που κρατούσε στη μαμά.


«Λοιπόν, γεια σε όλους. Συγνώμη που εισέβαλα έτσι, ήθελα απλά να μιλήσω γρήγορα με τη Μπέλλα και τον Έντουαρντ» η Σου άρχισε να περπατάει προς την πόρτα. Ο Κάρλαϊλ την σταμάτησε ακριβώς μπροστά του. Η πλάτη της ήταν προς τη μαμά, τον Τζέικομπ και εμένα. Ο μπαμπάς και ο παππούς ήταν ακόμη στην κουζίνα. Ο μπαμπάς προσπαθούσε ακόμη να πείσει τον παππού να μην εισβάλει μέσα. Έμοιαζε ότι ο μπαμπάς έχανε αυτή τη μάχη.


«Σου! Τι ευχάριστη έκπληξη. Σε παρακαλώ μείνε. Πάντα μας αρέσει να έχουμε επισκέπτες. Κανένας δεν έρχεται να μας επισκεφτεί τώρα πια που ζούμε στην Αλάσκα» είπε ο παππούς Κάρλαϊλ με τα χέρια του ανοιχτά.


«Όσο και να μου άρεσε, είμαι εδώ αρκετή ώρα και δεν θέλω να πάρω άλλο από το χρόνο σας» Η Σου ήταν ευγενική.


«Μην ανησυχείς. Έχουμε πολύ για να μοιραστούμε» ο θείος Έμμετ έκανε αστείο.


«Σας ευχαριστώ όμως πρέπει να πάω. Ο Σεθ πιθανότατα θα αναρωτιέται τι μου πήρε τόση ώρα» Μπορούσαμε όλοι να καταλάβουμε ότι έλεγε ψέματα. Ο Σεθ θα καταλάβαινε και δεν θα ανησυχούσε για αυτή.


«Πολύ καλά τότε. Πρέπει να έρθεις και να μας επισκεφτείς ξανά» ο παππούς Κάρλαϊλ είχε ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο του. Πάντα βρισκόταν σε καλή διάθεση. Δε θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα τον θείο Κάρλαϊλ αναστατωμένο.


Ο παππούς Κάρλαϊλ μετακινήθηκε από μπροστά της και έδειξε στη Σου την πόρτα. Δεν ήθελε να την κρατήσει ενάντια στη θέληση της. Ο παππούς Κάρλαϊλ απλώς κοιτάζει για το καλύτερο όλων. Κάνει ό,τι μπορεί για να τους κάνει όλους χαρούμενους. Όλοι οι υπόλοιποι που στέκονταν πίσω από τον παππού Κάρλαϊλ μετακινήθηκαν από τη μέση. Ήρθαν όλοι να καθίσουν στους καναπέδες.


Η Σου γύρισε πίσω για τελευταία φορά και μας έγνεψε αντίο. Είχε βγει σχεδόν έξω από την πόρτα όταν έγινε κάτι.


«Σου!» είπε ο παππούς Τσάρλι καθώς έτρεξε έξω από την κουζίνα. Είχε το χέρι του τεντωμένο για εκείνη.


Όλοι πάγωσαν.


Η Σου κοίταξε κάτω το χαλί μπροστά από την πόρτα και χαμογέλασε. Κούνησε το κεφάλι της και είπε, «Πρέπει στ’ αλήθεια να τρελαίνομαι. Ακόμη και τώρα μπορώ ακόμη να ακούσω τη φωνή του» Αναστέναξε βαθιά αλλά στάθηκε ακίνητη.


«Δεν είσαι τρελή. Γύρισε» η φωνή του Τσάρλι ήταν τόσο ήρεμη και απαλή. Δεν είχα ακούσει ξανά κάτι σαν και αυτό πριν.


Μπορούσα να το καταλάβω ότι η Σου δεν ήθελε να γυρίσει. Φοβόταν ότι όλο αυτό ήταν ένα όνειρο που παιζόταν ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της. Όλο της το κορμί τεντώθηκε και τα χέρια της έγιναν γροθιές. Δεν ήθελε να γυρίσει και να απογοητευτεί. Όλες τις προηγούμενες φορές τον έβλεπε μόνο στο δωμάτιο της. Τώρα ήταν εδώ στο σπίτι μας. Ελπίζω να γυρίσει.


Στεκόμασταν όλοι εκεί με το στόμα μας ανοιχτό και κρατώντας την αναπνοή μας. Κανένας δεν μπορούσε να κινηθεί, να μιλήσει ή ακόμη και να αντιδράσει. Δεν ξέραμε τι να κάναμε. Υποθέτω ότι έπρεπε να το είχαμε δει αυτό να έρχεται αργά ή γρήγορα. Μπορούσα να το καταλάβω από τον τρόπο που ο παππούς Κάρλαϊλ μιλούσε στον μπαμπά. Είχε αποφασίσει να αφήσει τη Σου να μάθει όλα όσα συνέβαιναν. Στην οικογένεια μας, τίποτα δεν στέκεται ανάμεσα στην αληθινή αγάπη. Αυτό ήταν το νούμερο ένα πράγμα που έμαθα όλη μου τη ζωή. Η υπόλοιπη οικογένεια μου ήταν επίσης εντελώς σοκαρισμένη. Μόλις έφτασαν σπίτι και δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε.


«Σου, εγώ είμαι. Σε παρακαλώ γύρνα» είπε ο παππούς Τσάρλι για τελευταία φορά. Μίλησε λες και του είχε κοπεί η αναπνοή τρέχοντας την  για τόσο πολύ. Είχε σταματήσει να τρέχει. Τώρα ήταν η στιγμή να σταματήσει και να συμβαδίσει μαζί της.


Η Σου πήρε μια βαθιά αναπνοή. Είδαμε το στήθος της να γεμίζει με αέρα καθώς έκλεισε τα μάτια της όσο πιο σφιχτά μπορούσε και γύρισε. Δεν είχε αφήσει ακόμη τον αέρα. Μόλις γύρισε τελείως, εξέπνευσε αργά από το στόμα της. Ενώ το έκανε αυτό τα μάτια της άνοιξαν αργά επίσης. Ο παππούς Τσάρλι στεκόταν περίπου 3 μέτρα μακριά της. Η Σου άνοιξε τα μάτια της και πετάρισε τα βλέφαρα της δύο φορές. Τα μάτια της ήταν πιο πλατιά από ποτέ.


Το στόμα της άνοιξε καθώς τα μάτια της γύρισαν στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Η Σου ήταν πολύ κοντά στο να λιποθυμήσει στο πάτωμα αλλά ο παππούς Τσάρλι έτρεξε κοντά της και την έπιασε την κατάλληλη στιγμή. Ο παππούς Τσάρλι γονάτισε στο πάτωμα με τη Σου στα χέρια του.


«Ω, Τσάρλι εσύ είσαι;» τα βλέφαρα της Σου πετάριζαν καθώς προσπαθούσε να βγάλει νόημα από το τι συνέβαινε.


«Ναι Σου, εγώ είμαι» είπε ο παππούς Κάρλαϊλ καθώς έδιωξε τις τούφες των μαλλιών από το πρόσωπο της.


Η Σου σήκωσε τα χέρια της και τα έβαλε στο πρόσωπο του. Ένιωσε το κρύο σαν πάγο και σκληρό του δέρμα για πρώτη φορά. Ο παππούς Τσάρλι την έπιασε πάνω του και την έφερε στον καναπέ που ο Τζέικομπ και εγώ καθόμασταν. Σηκωθήκαμε πάνω ώστε να μπορέσει να την ξαπλώσει. Ο παππούς Τσάρλι κάθισε στην άκρη του καναπέ δίπλα στο κεφάλι της. Η Σου τον ρωτούσε τόσες πολλές ερωτήσεις που ο Τσάρλι θα απαντούσε.


«Θα σου πω τα πάντα. Θα σου πω για τους βρικόλακες και για το πώς η κοινωνία μας προσπαθεί να μείνει μυστική» είπε ο παππούς.


«Μην ανησυχείς. Εάν μπορώ να κρατήσω το μυστικό ότι και τα δύο μου παιδιά και οι φίλοι τους είναι λυκάνθρωποι, μπορώ να κρατήσω και το μυστικό ότι είσαι βρικόλακας. Τα πράγματα είναι πολύ καθαρότερα τώρα» Η Σου κάθισε. «Σε ευχαριστώ που μου το είπες. Νιώθω ολόκληρη τώρα που ξέρω ότι ακόμη είσαι σε αυτή τη γη μαζί μου. Δεν έφυγες. Ήξερα βαθιά μέσα στην καρδιά μου ότι δεν είχες φύγει στ’ αλήθεια. Όλες εκείνες τις νύχτες στο δωμάτιο μου, δεν υπήρχε φάντασμα. Ήσουν εσύ που ερχόσουν να με επισκεφτείς» η Σου άρχισε να κοκκινίζει καθώς πέρασε τα δάκτυλα της πάνω από τα χέρια του παππού.


«Δεν μπορούσα να μείνω μακριά σου. Νιώθω σαν να είσαι μέλος της οικογένειας μου τώρα και θέλω να το κρατήσω έτσι. Τώρα είμαστε όλοι μια μεγάλη οικογένεια. Δεν νόμιζα ότι ήταν δυνατόν για μένα να νιώσω έτσι καν» είπε ο παππούς Τσάρλι καθώς χαμογέλασε με το πιο προστατευτικό, χαρούμενο χαμόγελο που έχω δει ποτέ στο πρόσωπο του.


Κοίταζαν ο ένας βαθιά στα μάτια του άλλου. Ο παππούς Κάρλαϊλ και η υπόλοιπη οικογένεια ένιωσαν ότι ήταν ώρα να γυρίσουν πίσω στο σπίτι τους. Οι έξι τους έφυγαν. Η μαμά και ο μπαμπάς πήγαν στο δωμάτιο τους για να δώσουν στον παππού Τσάρλι και την Σου λίγη ώρα μόνους τους. Ο Τζέικομπ και εγώ σκεφτήκαμε ότι ήταν το σωστό πράγμα να κάνουμε και εμείς.


Ο Τζέικομπ και εγώ πήγαμε στο δωμάτιο μου ενώ πήγα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου. Ξάπλωσα πίσω ανάσκελα κοιτώντας απλώς τη λάμπα στο ταβάνι. Τέντωσα τα χέρια μου και τα έβαλα πίσω από το κεφάλι μου. Ο Τζέικομπ ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Μετακινήθηκα για να του κάνω χώρο να καθίσει.


«Χαίρομαι που ο μπαμπάς μου δεν κράτησε τον Τσάρλι πίσω και δεν του αρνήθηκε να το πει στη Σου. Ο μπαμπάς δεν είναι εκείνος που θα κρατήσει χωρισμένη μια αληθινή αγάπη. Ξέρει πως νιώθεις εάν χάσεις εκείνον που αγαπάς. Το ήξερες ότι πριν πολύ καιρό ο μπαμπάς νόμιζε ότι η μαμά πέθανε έτσι πήγε να σκοτώσει τον εαυτό του επίσης επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν; Τώρα, αυτή είναι αληθινή αγάπη» Ο Τζέικομπ το ήξερε ήδη. Ήθελα απλώς να το τονίσω.


«Δεν ξέρεις ούτε τη μισή ιστορία» είπε ο Τζέικομπ κάτω από την αναπνοή του.


«Τι;» τον ρώτησα- παρόλο που τον άκουσα καθαρά. Δεν ήθελα να το περάσω ξανά αυτό. Θα προκαλούσε απλώς ένα καυγά. Ήξερα τα πάντα για την σχέση μεταξύ της μαμάς μου και του Τζέικομπ και πως ο μπαμπάς την άφησε. Ήταν μια δύσκολη εποχή στην σχέση τους επίσης όμως το ξεπέρασαν. Αποφάσισα να αλλάξω θέμα.


«Πρέπει να είναι απίθανο να ξέρεις ότι έχεις ένα άτομο στη ζωή σου που μπορείς να περάσεις το υπόλοιπο της αιωνιότητας μαζί του» είπα καθώς είχα τα μάτια μου κλειδωμένα πάνω στη λάμπα.


«Ναι» είπε ο Τζέικομπ με ένα λυπημένο τόνο.


«Τι συμβαίνει; Γιατί ακούγεσαι λυπημένος;» τον ρώτησα. Αυτή δεν ήταν μια λυπημένη στιγμή της ημέρας. Εάν θα έπρεπε να ήταν κάτι, αυτό θα ήταν χαρούμενος.


«Το ξέρω αλλά… το θέμα είναι… θα λάτρευα να περνούσα το για-πάντα μαζί σου. Όμως φαίνεται ότι πάντα υπάρχει κάτι στο δρόμο. Θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί σου-αυτή τη στιγμή. Όμως απλώς δεν φαίνεται δυνατόν. Είναι σαν και η μοίρα δεν μας θέλει μαζί. Κάθε φορά που νομίζουμε ότι ήμαστε μια χαρά, κάτι απαίσιο συμβαίνει. Πρώτα εγώ που θύμωσα μαζί σου με όλο εκείνο το θέμα του Μάρκο και που σου είπα να μην μου μιλήσεις ξανά, μετά εσύ που προχώρησες με τον Ράιαν, μετά σε απήγαγαν. Μετά εμένα με εκβίαζαν να μείνω μακριά σου, και τώρα, ακόμη φοβάμαι για τη ζωή σου αυτή τη στιγμή που μιλάμε» Ο Τζέικομπ με κοιτούσε επίμονα και ανάσαινε βαριά. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα.


«Το ξέρω αλλά μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτά τα πράγματα. Τα ξεπεράσαμε στην αρχή. Σε συγχώρεσα που θύμωσες μαζί μου σχετικά με το Μάρκο. Αγχωνόσουν υπερβολικά για αυτό. Ήξερα ότι βαθιά μέσα σου ακόμη με αγαπούσες και ότι έκανες λάθος. Και εμ, δεν προχώρησα ποτέ με τον Ράιαν. Βγήκαμε απλώς έξω μια φορά επειδή με παρακαλούσε. Ήταν είτε αυτό είτε να μάθει ότι ζω ώρες μακριά και τρέχω πίσω στο σπίτι καθημερινά μετά το σχολείο» Αρχίσαμε και οι δύο να γελάμε. «Και όλο αυτό το θέμα της απαγωγής και του εκβιασμού είναι κάτι από το οποίο μπορούμε να μάθουμε. Είναι και τα δύο εμπειρίες της ζωής που  μπορούμε να ξεπεράσουμε και να ξεχάσουμε»


«Ο Ράιαν είναι τόσο παράξενο παιδί» είπε ο Τζέικομπ καθώς ξάπλωσε δίπλα μου.


«Το ξέρω» απάντησα γελώντας. Ακόμη ξάπλωνα ανάσκελα ενώ ο Τζέικομπ ξάπλωσε πάνω στο πλευρό του κοιτάζοντας εμένα. Του άρεσε να το κάνει αυτό. Ο Τζέικομπ μπορούσε να κάθεται εκεί για ώρες και απλά να με κοιτάζει. Δε με πείραζε. Μου άρεσε να νιώθω τη ζεστασιά του δέρματος του τόσο κοντά μου.


«Μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Πρέπει απλώς να αντέξουμε τις δύσκολες στιγμές και να τονίσουμε τις καλές. Πρέπει να μείνουμε θετικοί και όλα θα δουλέψουν. Πρέπει να το κάνουν» είπα. Γύρισα και έδωσα στον Τζέικομπ μια σφιχτή στριμωχτή αγκαλιά.  Σε εμένα έμοιαζε τόσο μεγάλη αγκαλιά, αλλά πιθανότατα δεν ήταν τίποτα για αυτόν. Του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Πήδηξα πάνω από τον Τζέικομπ και πήγα στην ντουλάπα μου. Έπιασα τη χτένα των μαλλιών μου και άρχισα να ξεδιαλύνω τα μαλλιά μου.


«Τα μαλλιά μου είναι πιο απαλά τώρα που δεν μου επιτίθεσαι πια. Όχι άλλες πάλες σημαίνει όχι άλλους κόμπους» Έπρεπε να του το τρίψω στη μούρη. Περίμενε, ήταν καλό που το έκανα αυτό;


Πριν μπορέσω καν να τελειώσω να του μιλάω με είχε στον αέρα μέσα στα χέρια του. Τσίριξα από φόβο αλλά και χαρά την ίδια στιγμή. Μου έλειψε να κάνω τέτοιες τρέλες μαζί του. Τον δάγκωσα στο χέρι-κάτι που δεν είχα κάνει εδώ και χρόνια. Ένιωθα ωραία που έπαιζα απλώς ότι πάλευα και ήμουν πίσω στον τρόπο που ήταν παλιά τα πράγματα. Παρόλο που διασκεδάζαμε τώρα, ακόμη είχαμε φόβο στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Αυτός ο φόβος ήταν πολύ πίσω τώρα· προσπαθήσαμε να μην τον σκεφτόμαστε τόσο πολύ. Θα απολαμβάναμε απλώς το χρόνο μας που είχαμε ο ένας με τον άλλο.


Πηδούσαμε πάνω στο κρεβάτι. Ακουγόταν σαν ήταν έτοιμο να σπάσει όμως δεν μας ένοιαζε. Εάν έσπαζε, η μαμά και ο μπαμπάς θα μου αγόραζαν απλώς ένα καινούργιο. Το ξέρω ότι είναι κακό που το σκέφτομαι όμως είναι η αλήθεια. Είχαμε μαξιλαροπόλεμο. μαξιλάρια πετιόντουσαν παντού. Τα πετούσαμε τόσο δυνατά και τόσο γρήγορα, που ένα φυσιολογικό άτομο πιθανότατα θα λιποθυμούσε από τα δυνατά χτυπήματα και από την προσοχή που θα έδινε για να δει που πήγαιναν τα μαξιλάρια.


Στεκόμουν μπροστά από την ντουλάπα μου ενώ ο Τζέικομπ στεκόταν πάνω στο κρεβάτι μου. Ο Τζέικομπ έπιασε ένα από τα μεγαλύτερα μαξιλάρια και το πέταξε κατευθείαν στην κατεύθυνση μου. Αντέδρασα ακριβώς στην στιγμή και έσκυψα πριν να με χτυπήσει. Έξυσε απλώς το πάνω μέρος του κεφαλιού μου. Χτύπησε τη λάμπα που είχα πάνω στην ντουλάπα μου. Γύρισα από την άλλη και την είδα να πέφτει. Σήκωσα το χέρι μου για να την πιάσω, αλλά δεν το έκανα έγκαιρα. Η λάμπα έσπασε κάτω στο πάτωμα με ένα δυνατό ήχο.


Ο Τζέικομπ και εγώ κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο με το στόμα μας ανοιχτό. Αρχίσαμε να ξεσπάμε σε γέλια. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου και το στομάχι μου με πονούσε. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που γελάσαμε και οι δύο τόσο πολύ.


«Παιδιά; Τι κάνετε;» φώναξε η μαμά από το δωμάτιο της.


«Τίποτα, μαμά!» φώναξα, προσπαθώντας να συγκρατήσω το γέλιο μου.


Άρχισα να μαζεύω τα κομμάτια από το έδαφος και να τα πετάω στα σκουπίδια. Ο Τζέικομπ πετάχτηκε από το κρεβάτι και άρχισε να με βοηθάει. Πρόσεχα να μην κοπώ. Η λάμπα ήταν από γυαλί και υπήρχαν παντού μικρά κομμάτια.


Είχαμε σχεδόν τελειώσει έτσι κοίταξα γύρω και στάθηκα για να δω αν υπήρχαν άλλα κομμάτια στο πάτωμα που δεν τα είχαμε προσέξει. Ο Τζέικομπ ήταν ακόμη σκυμμένος στο πάτωμα πιάνοντας τα μικρά κομμάτια. Σκούπισα τα χέρια μου και κοίταξα κάτω τον Τζέικομπ. Μόλις τελείωσε να μαζεύει τα κομμάτια. Έμεινε σκυμμένος στο πάτωμα ενώ εγώ στεκόμουν εκεί κοιτώντας τον. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. Βλέπαμε βαθιά στα μάτια του άλλου.


Ο Τζέικομπ έπιασε το αριστερό μου χέρι και με τα δύο του χέρια. Τι έκανε;


«Ρενεσμί, θέλεις να με παντρέ…» Κοίταξε το χέρι μου και σταμάτησε.


Τράβηξα απότομα το χέρι μου από εκείνον και το έκρυψα πίσω από την πλάτη μου. Έκανα ένα βήμα μακριά του.


«Ρενεσμί, τι έχεις στο χέρι σου; Τι είναι πάνω στην παλάμη σου; Άσε με να δω το χέρι σου» Κράτησε το χέρι του ψηλά για εμένα.


Εγώ κούνησα απλώς το κεφάλι μου. Δεν ήθελα να δει το χέρι μου. Ήρθε πιο κοντά μου και άρπαξε το χέρι μου. Ήταν πιο δυνατός από εμένα. Κράτησε το αριστερό μου χέρι και το κοίταξε. Τα μάτια του γούρλωσαν.


«Τι είναι αυτό; Τι έκανες στον εαυτό σου;» ρώτησε σοκαρισμένος ο Τζέικομπ καθώς άρχισε να τσιμπάει την παλάμη μου.


Πρόσεξε το αστέρι που είχα πάνω στο χέρι μου. Ήταν απίστευτα εμφανές τώρα. Αρχικά ήταν απλά ένα περίγραμμα αστεριού που μετά βίας το πρόσεχες. Τώρα ήταν κόκκινο σαν αίμα και ήταν φουσκωμένο σαν πληγωμένος αντίχειρας.


«Δεν ξέρω. Δεν το έκανα εγώ. Δεν έχω ιδέα από πού ήρθε αυτό το αστέρι. Ήταν διαφορετικό πριν. Νόμιζα ότι θα έφευγε αλλά συνέχιζε απλώς να γίνεται όλο και χειρότερο καθώς περνούσαν οι μέρες. Το αστέρι είναι πιο φανερό τώρα» είπα ενώ κοίταξα κάτω στο χέρι μου το οποίο κρατούσε ο Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ κοιτούσε απλώς το χέρι μου.


«Αυτό δεν είναι αστέρι, Ρενεσμί. Αυτό είναι ένα Πεντάγωνο. Αυτό είναι σημάδι μιας αρχαίας κατάρας!» με κοίταξε αυτόματα σοκαρισμένος.


«Εσύ! Εσύ είσαι αυτή που είναι καταραμένη!» είπε ο Τζέικομπ ενώ το χέρι μου γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε το πλευρό μου. Ο Τζέικομπ στεκόταν εκεί κοιτώντας με εμένα με μάτια γουρλωμένα και το στόμα του ανοιχτό.


Δεν είχα ιδέα τι να κάνω. Πως έγινε αυτό;


 

Κεφάλαιο 17: Ο Δεσμός Του Θανάτου

Δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό. Δεν έχω κατάρα. Ο Τζέικομπ λέει ψέματα. Δεν ξέρει τίποτα για τέτοιου είδους θέματα. Δεν είναι δυνατόν αυτό. Δεν υπάρχουν κατάρες πια. Λοιπόν υποθέτω ότι δεν μπορώ να το πω αυτό αφού οι άνθρωποι νομίζουν ότι οι λυκάνθρωποι και οι βρικόλακες δεν υπάρχουν. Σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε τώρα, όλα είναι πιθανά. Κοίταξα  το χέρι μου. Τι άλλο θα μπορούσε να το προκαλέσει αυτό; Στην αρχή ήταν ένα ξεθωριασμένο περίγραμμα, μετά έγινε πιο σκούρο και μετά άρχισε να βγάζει φουσκάλες. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να το καλύψω. Δοκίμασα τα πάντα. Έβαλα πάγο για να διώξω την κοκκινίλα-δεν δούλεψε αυτό. Προσπάθησα να το κόψω όμως θεραπευόταν και ξαναβρισκόταν εκεί. Ό,τι και να ήταν το σημάδι του αστεριού-ήταν μέρος του σώματος μου τώρα.


Στην αρχή ξέφευγα κρύβοντας το από τον Τζέικομπ. Θα έκανα τα πάντα από το να στέκομαι και να κάθομαι στην αντίθετη του πλευρά μέχρι και ακόμη να κάθομαι πάνω στα χέρια μου ώστε να μην το προσέξει. Το ξέχασα εντελώς όταν κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. Είχα χαθεί τόσο πολύ στα σκούρα, μυστηριώδη του μάτια που απλώς ξέχασα να κρύψω το χέρι μου από εκείνον. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το να κρύψω το χέρι μου ήταν το τελευταίο πράγμα μέσα στο μυαλό μου.


Νομίζω ότι ο Τζέικομπ ήταν έτοιμος να μου κάνει πρόταση γάμου! Στ’ αλήθεια το νομίζω ότι θα το έκανε. Είπε, ‘Ρενεσμί, θέλεις να με παντρε…’. Είμαι αρκετά σίγουρη ότι θα έλεγε ‘με παντρευτείς’. Το ξέρω ότι θα το έλεγε. Το χέρι μου κατέστρεψε τα πάντα. Θα ήμουν αρραβωνιασμένη. Θα μπορούσα να παντρευτώ τον Τζέικομπ Μπλακ. Θα μπορούσα να ήμουν η Ρενεσμί Μπλακ, αλλά όλα αυτά καταστραφήκαν λόγω του ηλίθιου μου χεριού. Η καρδιά μου σταμάτησε εντελώς όταν κατάλαβα ότι πρόσεξε το χέρι μου. Η έκφραση στο πρόσωπο του με φόβισε και σταμάτησα να αναπνέω. Ήξερα ότι έπρεπε να ήταν κάτι άσχημο.


Στάθηκα εκεί ενώ ο Τζέικομπ με κοίταζε με τρόμο. Ποιος θα το έκανε αυτό και πως; Πως δουλεύουν οι κατάρες; Ήθελα να σηκώσω το χέρι μου για να το κοιτάξω αλλά ένιωθα ότι ζύγισε χίλιους τόνους και δεν είχα την ενέργεια να το σηκώσω. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από την ραγισμένη έκφραση Τζέικομπ.


Επέστρεψα ξανά στο παρόν και άρχισα να κάνω ερωτήσεις στον Τζέικομπ.


«Πως μπορεί αυτή να είναι κατάρα; Τι κάνει μια κατάρα; Πρόκειται να πεθάνω;» Ήμουν πολύ φοβισμένη τώρα. Δεν είχα μια κατάρα πάνω μου ξανά.


«Δεν ξέρω Ρενεσμί. Δεν-ξέ-ρω» Ο Τζέικομπ απομάκρυνε τα μάτια του από τα δικά μου και έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του. Άρχισε να πηγαίνει μπροστά και πίσω. Αντιλήφθηκα ότι ο Τζέικομπ πηγαινοέρχεται όποτε είναι φοβισμένος ή νευρικός ή κάτι τέτοιο. «Που είναι ο υπολογιστής σου;» Κοίταξε το γραφείο μου. Ήξερε που ήταν. «Είναι ενεργοποιημένος;» μετακίνησε το ποντίκι και η προστασία οθόνης εξαφανίστηκε. Άναψε η οθόνη και εμφανίστηκε η επιφάνεια εργασίας μου. Ήταν μια φωτογραφία δική μου και του Τζέικομπ. Κάθισε στην καρέκλα ενώ εγώ στάθηκα δίπλα του σκυμμένη ώστε να μπορώ να βλέπω τι γράφει. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ανοίξει μια μηχανή αναζήτησης.


Έγραψε: Κατάρες-πεντάγωνο χαραγμένο πάνω σε χέρι


Πάτησε το enter και ένα ολόκληρο μάτσο με διαφορετικά πράγματα εμφανίστηκε. Πάτησε πάνω σε ένα από τα αποτελέσματα που έλεγε ‘Αρχαία Φυλετική Κατάρα’. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο καθώς πάτησε πάνω του. Ήμασταν τόσο νευρικοί. Ήμουν αγχωμένη να μάθω τι θα διάβαζα. Έφερα το πρόσωπο μου πιο κοντά στην οθόνη.


Διάβαζα δυνατά ενώ ο Τζέικομπ ακολουθούσε πάνω στην οθόνη.


Η Κατάρα του Πενταγώνου δημιουργήθηκε πολλά, πολλά χρόνια πριν. Δεν την θυμούνται πολλά άτομα επειδή ήταν απλώς μια ιστορία που έχει περάσει από γενεά σε γενεά. Κανένας δεν ήταν εκεί αρκετό καιρό για να πει την αληθινή ιστορία του τι κάνει στην πραγματικότητα. Κανένας δεν μπορεί ποτέ να θυμηθεί που έχουν δει την Κατάρα του Πενταγώνου σε δράση. Κάποιοι έχουν πει ότι αυτή η κατάρα είναι επίσης γνωστή και ως η ‘δεσμευτική κατάρα’ όμως κανένας δεν ξέρει γιατί.


Όμως προσοχή:  Λέγεται ότι η Κατάρα του Πενταγώνου είναι μια από τις δυνατότερες κατάρες που υπάρχουν. Ήταν απαγορευμένη μαζί με τον κακόβουλο δημιουργό που την έκανε από κάθε φυλή. Κανένας δεν ξέρει που πήγε. Η φυλή των Κουήλαγιουτ σιγουρεύτηκε ότι δεν θα επιτρεπόταν πίσω σε καμία φυλή ξανά. Δεν την ήθελε να διαφθείρει άλλα άτομα.


Σημάδια:


1ες 3 μέρες: παράξενο ροζέ περίγραμμα στη εσωτερική πλευρά της παλάμης σου.


2ες 3 μέρες: το περίγραμμα αρχίζει να γίνεται πιο σκούρο και να γίνεται κόκκινο.


3ες 3 μέρες: το περίγραμμα βγάζει φουσκάλες και μπορείς να καταλάβεις το σχήμα του πενταγώνου-που είναι επίσης γνωστό και ως το αστέρι με όλες τις γραμμές να περνούν από μέσα του.


Τελευταίες 3 μέρες: Θάνατος.


Διάβασα την τελευταία πρόταση και το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει. Ο Τζέικομπ σηκώθηκε γρήγορα πάνω. Στάθηκε τόσο γρήγορα που η καρέκλα που καθόταν πετάχτηκε πίσω. Στάθηκε εκεί χωρίς καν να με κοιτάζει. Κοιτούσε την οθόνη. Γρύλιζε υπερβολικά δυνατά. Τα χέρια του είχαν σχηματίσει σφιχτές γροθιές. Μπορούσα να δω μια φλέβα να εμφανίζεται  ακριβώς στο μέσο του μετώπου του. Δεν μπορούσε καν να με κοιτάξει.


Δεν μπορούσα να στέκομαι άλλο. Ήμουν εντελώς σοκαρισμένη. Θα πέθαινα σε λιγότερο από 3 μέρες; Πως; Θα κατέρρεα απλώς και αυτό θα ήταν; Κανένα σημάδι, τίποτα; Έκανα βήματα πίσω μέχρι που έφτασα το κρεβάτι μου. Κάθισα κάτω μόλις το άγγιξαν τα πόδια μου. Μόλις το σώμα μου κάθισε, η πόρτα του δωματίου μου άνοιξε απότομα. Δεν κοίταξα καν. Κοίταζα απλώς σε ένα σημείο του δωματίου μου και έχασα επαφή με το περιβάλλον μου. Τα μάτια μου ήταν άδεια για όποιον και να με κοίταζε. Ήμουν ένα εκατομμύριο μίλια μακριά. Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα. Δεν κοίταξα καν να δω ποιος ήρθε εισβάλλοντας μέσα από την πόρτα μου.


Κάθισα εκεί χαμένη. Δεν μπορούσα να μιλήσω, να ακούσω ή να δω σωστά. Δεν μπορούσα να εστιάσω τα μάτια μου σε τίποτα εκτός από εκείνο το σημείο του δωματίου μου. Δεν κοιτούσα κάτι. Τα μάτια μου απλώς κλείδωσαν κα τώρα έχω κολλήσει. Κάποιος ήρθε μπροστά μου. Στάθηκε εκεί και έβαλε τα χέρια του πάνω στον ώμο μου και προσπάθησε να με συνεφέρει κουνώντας με. Παρόλο που δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ήταν, υπέθεσα ότι ήταν ο μπαμπάς μου. Έσκυψε για να είναι στο ίδιο ύψος με εμένα για να με κοιτάξει. Τον κοίταξα. Το πρόσωπο του ήταν απλώς μια θολή εικόνα. Μπορούσα να δω το στόμα του να κινείται αλλά δεν μπορούσα να τον ακούσω. Ήθελα να μιλήσω όμως το στόμα μου δεν έλεγε να κινηθεί και οι λέξεις δεν ήξεραν πώς να βγουν έξω.


Η μαμά τον έσπρωξε απαλά από μπροστά μου και προσπάθησε. Όμως για ακόμη μια φορά, το μόνο που ήταν για μένα ήταν ένα θολό πρόσωπο. Δεν μπορούσα να την νιώσω να με κουνάει και δεν μπορούσα να την ακούσω. Την είδα να ανεμίζει το χέρι της μπροστά από το πρόσωπο μου αλλά αυτό δεν έκανε τίποτα. Από την γλώσσα του σώματος της μαμάς μπορούσα να το καταλάβω ότι είχε αρχίσει να τα χάνει.


Η Τζέικομπ σταμάτησε να γρυλίζει στον υπολογιστή για να προσπαθήσει να με συνεφέρει από αυτό. Δεν ήταν ότι το έκανα ξεπίτηδες. Στα αλήθεια δεν μπορούσα να το ελέγξω. Ήταν λες και το μυαλό μου υπερφορτίστηκε και τώρα έκλεισε. Μπορούσα να δω τι συνέβαινε γύρω μου αλλά μετά βίας μπορούσα να το καταλάβω και δεν μπορούσα να αντιδράσω σε τίποτα απολύτως.


Ο Τζέικομπ με κούνησε πιο δυνατά και από τους δύο μου γονείς. Με κούνησε τρεις φορές. Την Τρίτη φορά νομίζω ότι ένιωσα και λίγο. Ήθελα να μιλήσω στον Τζέικομπ. Ήθελα να μιλήσω. Ήθελα να μπορώ να τους μιλήσω. Όσο σκληρά και να προσπαθούσα δεν μπορούσα. Άρχιζα να εκνευρίζομαι και να φοβάμαι πολύ την ίδια στιγμή. Αυτό δεν ήταν ωραίο πια. Δεν ήθελα να είμαι έτσι. Ήθελα να κουνηθώ και να απελευθερωθώ από όλο αυτό. Ήταν λες και η ψυχή μου έλειπε από το σώμα μου. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν κάτω στο πρόσωπο μου όμως δεν μπορούσα να τα ελέγξω. Δεν έκλαιγα καν. Το πρόσωπο μου ήταν άδειο όσο ποτέ, όμως έτρεχαν δάκρυα.


Μόλις το είδε αυτό ο Τζέικομπ σταμάτησε. Με κοίταξε απλώς και σταμάτησε εκεί που ήταν. Φαινόταν αβοήθητος. Όλο το αίμα έτρεξε μέσα στο πρόσωπο του καθώς μπορούσα να τον δω να αρχίζει να βρίζει. Ο Τζέικομπ γύρισε από την άλλη, έπιασε τον υπολογιστή μου και τον πέταξε έξω από το παράθυρο με ανεξέλεγκτο θυμό. Ο ήχος της συντριβής με ξύπνησε. Όλα άρχισαν να επιστρέφουν πίσω σε εμένα. Μπορούσα να ακούσω σωστά. Οι θόρυβοι γύρω μου ήταν τόσο δυνατοί. Πως μπορούσα να μην τους έχω ακούσει πριν; Μπορούσα να επικεντρωθώ πάνω στα πρόσωπα των ατόμων γύρω μου. Μπορούσα να μιλήσω ξανά. Πήρα μια βαθιά αναπνοή. Υποθέτω ότι τώρα μπορώ επίσης να ανασάνω ξανά. Δεν είμαι πολύ σίγουρη εάν ανέπνεα όλο αυτό το διάστημα. Δεν μπορώ καν να εξηγήσω τι έπαθα.


«Μαμά» Ήταν το μόνο που μπορούσα να πω τώρα. Άρχισε να κλαίει στα χέρια μου καθώς κάθισα πάνω στο κρεβάτι ακίνητη.


Σταμάτησα να κλαίω ενώ ο μπαμπάς μου επέμβηκε μεταξύ εμένα και της μαμάς. Έβαλε το χέρι του πάνω στον ώμο της. Η μαμά ήξερε αυτόματα να μετακινηθεί από εκεί. Ο μπαμπάς σήκωσε το δεξί του χέρι. Έβαλα το αριστερό μου χέρι πάνω του. Το έβαλα εσκεμμένα να βλέπει προς τα κάτω έτσι ώστε το πεντάγωνο να είναι προς τα κάτω. Με τα αριστερό του χέρι γύρισε το χέρι μου από την άλλη μεριά.


«Τι.. είναι.. αυτό;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Πως έγινε καν αυτό;»


«Μπαμπά, ορκίζομαι ότι δεν ξέρω. Ήρθε από το πουθενά.» Στα αλήθεια δεν ήξερα. Μπορούσε να το καταλάβει ότι δεν του κρατούσα τίποτα μυστικό. Ήδη ήξερε ό,τι ήξερα. Πιθανότατα διάβασε το μυαλό μου όταν ο Τζέικομπ και εγώ διαβάζαμε τι έλεγε πάνω στον υπολογιστή. Ο μπαμπάς ήξερε για το πεντάγωνο πάνω στο χέρι μου επίσης αλλά δεν σκέφτηκε ότι θα ήταν κάτι-όπως και εγώ.


«Είναι όλα καλά; Τι συμβαίνει; Άκουσα μια πρόσκρουση» ο παππούς Τσάρλι στεκόταν ακριβώς στο μέσο του σκελετού της πόρτας.


 «Μπαμπά, σε παρακαλώ πήγαινε κάτω για να προσέχεις τη Σου. Δεν θέλουμε να πάθει κακό. Θα σου εξηγήσω τα πάντα μετά όταν καταλάβω τι συμβαίνει. Εντάξει;» είπε η μαμά.


«Εντάξει, σίγουρα. Θα είμαι κάτω με τη Σου αν με χρειαστείτε» ο παππούς δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε. Ήμουν κάπως ευγνώμων που δεν ήξερε. Δεν ήθελα να ξέρει κάποιος άλλος.


«Περίμενε, στην πραγματικότητα σε χρειαζόμαστε. Πως νιώθει η Σου;» ρώτησε η μαμά.


«Εμ, η Σου είναι καλά τώρα. Μιλούμε απλώς για κάποια πράγματα» ο παππούς φαινόταν μπερδεμένος.


«Εντάξει, χρειάζεται να την φέρεις πάνω, δεν με νοιάζει εάν περπατήσει ή εάν πρέπει να την κουβαλήσεις. Απλώς φέρε την εδώ-τώρα!» η μαμά απαιτούσε να την φέρει.


«Εντάξει, εντάξει ηρέμησε. Δώσε μου δύο δευτερόλεπτα» ο παππούς εξαφανίστηκε και πήγε να φέρει τη Σου. Και σε λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα ήταν εδώ. Η Σου ήταν στα χέρια του παππού καθώς εκείνος έμπαινε μέσα στο δωμάτιο μου.


«Σε χρειάζομαι να μου πεις τι συμβαίνει με το μωρό μου» είπε η μαμά στη Σου.


«Νομίζω ότι εγώ είμαι αυτή με την κατάρα» είπα στη Σου ενώ περπατούσε προς το μέρος μου. Γονάτισε μπροστά μου. Ντρεπόμουν τόσο πολύ να της μιλήσω. Την κάναμε να νιώθει σαν να ήταν τρελή όταν μιλούσε για μια ισχυρή κατάρα πριν. Και τώρα εδώ είμαστε, μιλώντας για την κατάρα μου.


Δημιούργησα μια γροθιά με το αριστερό μου χέρι και την άφησα να δει. Είχε και τα δύο της χέρια ανοιχτά μαζί μπροστά και από τις δύο μας. Μόλις έβαλα το χέρι μου μέσα στα δικά της το άνοιξα.


Μόλις είδε το πεντάγωνο κόπηκε η αναπνοή της.


«Αυτό είναι χειρότερο από ότι νόμιζα» η Σου κούνησε το κεφάλι της. «Καημένο μου πράγμα»


Τράβηξα γρήγορα το χέρι μου ενώ η Σου με κοίταζε σοκαρισμένη. Δεν νομίζω ότι περίμενε να το κάνω αυτό. Δεν χρειαζόμουν συμπάθεια από εκείνη. Χρειαζόμουν απαντήσεις. Χρειαζόμουν να ξέρω πως θα θεραπευόμουν.


«Δεν ξέρω και πολλά για αυτή την κατάρα. Δεν ξέρω πώς να την θεραπεύσω εάν είναι αυτό που σκέφτεσαι. Υπάρχουν δύο μέρη σε αυτή την κατάρα. Είναι το σημάδι στο χέρι σου και είναι και το μενταγιόν. Το μενταγιόν είναι αυτό που κρατάει όλη την δύναμη. Πρέπει να είναι κάποιος με τον οποίο ήσουν μαζί του πρόσφατα επειδή για να μπορέσει να σου βάλει την κατάρα, χρειάζεται μια τούφα από τα μαλλιά σου. Την λιώνουν και την βάζουν ακριβώς στο μέσο του μενταγιόν. Με αυτό τον τρόπο ελέγχουν σε ποιον θέλουν να βάλουν την κατάρα. Όμως συγνώμη, αυτά είναι τα μόνα που ξέρω. Έχω ακούσει ότι την αποκαλούν δεσμευτική κατάρα, όμως δεν ξέρω γιατί. Κανένας δεν μπορούσε να μου το εξηγήσει όσα χρόνια μάθαινα για αυτά τα πράγματα. Έχεις καμία ιδέα ποιος μπορεί να σου το έχει κάνει αυτό;»


«Ξέρω ποιος της το έκανε αυτό! Ήταν η κόρη σου η Λία!» ξέσπασε ο Τζέικομπ πάνω στη Σου. Το έφτυσε σχεδόν πάνω στο πρόσωπο της.


Η Σου σηκώθηκε πάνω. Φαινόταν θυμωμένη και έκπληκτη την ίδια στιγμή.


«Τι; Όχι. Η Λία δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν είναι ικανή» Η Σου κουνούσε το χέρι της από δυσπιστία. Μας κοίταξε όλους. «Λέω σωστά;»


Κανένας δεν την κοίταξε. Η μαμά και ο μπαμπάς κοιτούσαν εμένα ενώ εγώ κοιτούσα αυτούς. Ο Τζέικομπ ήταν ο μόνος που την κοιτούσε. Κοίταξα προς το μέρος της και έμοιαζε σαν να μας πίστευε.


«Ετοιμαστείτε. Έχουμε ανεπιθύμητους επισκέπτες» Ο μπαμπάς και η μαμά έσκυψαν προς το παράθυρο το οποίο ήταν  θρυμματισμένο επειδή ο Τζέικομπ πέταξε τον υπολογιστή από μέσα του.


Γύρισα προς τον Τζέικομπ και πριν καν να το καταλάβω είχε ήδη πεταχτεί μέσα από το παράθυρο. Οι γονείς μου ήταν από πίσω του και σκέφτηκα ότι ίσως να ακολουθήσω και εγώ είτε τους άρεσε είτε όχι. Ο Τσάρλι έπιασε την Σου και την έφερε έξω από το παράθυρο επίσης.


Οι τέσσερεις μας ήμασταν σκυμμένοι κάτω και γρυλίζαμε στη Λία και την Πανδώρα. Η Πανδώρα ήταν τόσο τρομαχτική όσο ποτέ και η Λία ήταν στην ανθρώπινη της μορφή. Φορούμε σκισμένο αντρίκιο παντελόνι- κάτι που θα φορούσε ο Τζέικομπ και μια άσπρη φανέλα η οποία δεν ήταν τόσο άσπρη πια. Ήταν καλυμμένη με λάσπη παντού. Έμοιαζε σαν να μην έχει κάνει μπάνιο εδώ και μήνες. Τα μαλλιά της ήταν ατημέλητα. Εκεί ήταν! Είδα το μενταγιόν. Ήταν γύρω από το λαιμό της Λία. Και οι δύο τους γελούσαν με εμάς λες και όλα αυτά ήταν ένα μεγάλο αστείο.


Στεκόμασταν όλοι μπροστά από τη Σου. Πέρασε ανάμεσα μας για να δει καλύτερα τη Λία.


«Μαμά;» Η Λία ήταν σοκαρισμένη. Το απειλητικό της χαμόγελο χάθηκε αυτόματα. Το πρόσωπο της φαινόταν θυμωμένο και σαν να σκιζόταν την ίδια στιγμή. Μεταμορφώθηκε αμέσως σε λυκάνθρωπο. Άρχισε να ουρλιάζει στη μαμά της. Τα αυτιά της Σου δεν μπορούσαν να το αντέξουν. Τα κάλυψε και απομακρύνθηκε πηγαίνοντας κοντά στον Τσάρλι.


«Γιατί το κάνει αυτό;» ρώτησε σιγανά τον εαυτό της η Σου.


Η Λία συνέχισε να ουρλιάζει. Τι είχε πάθει; Κανένας δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν επιτιθόταν. Στεκόταν εκεί σκυμμένη και στα τέσσερα της πόδια, ουρλιάζοντας πιο δυνατά από ποτέ. Ακόμη και η Πανδώρα έπρεπε να καλύψει τα αυτιά της.


«Λία! Σταμάτα!» φώναξε η Πανδώρα.


Η Λία σταμάτησε και την κοίταξε. Άρχισε να κλαψουρίζει. Θα έδινα τα πάντα για να μπορούσα να διαβάζω το μυαλό της αυτή τη στιγμή.


«Ρενεσμί, βλέπω ότι η κατάρα δούλεψε τελικά πάνω σου» Γύρισε προς τη Λία. «Πολύ καλά. Δούλεψε» Η Πανδώρα γελούσε ξανά. Τα δόντια της ήταν γυμνά και ήταν τόσο άσχημη.


«Τι είναι αυτή η κατάρα; Τι μου έχεις κάνει;» φώναξα στη Λία.


«Λοιπόν αφού δεν μπορεί να σου απαντήσει, νομίζω ότι εγώ πρέπει να είμαι αυτή που θα σου πει» Η Πανδώρα καθάρισε το λαιμό της και άρχισε να λέει την ιστορία. «Η Λία ήθελε να μάθει περισσότερα για τη φυλή της από τότε που έφυγε και υπήρχαν τόσα πολλά που δεν ήξερε. Πήγε να βρει κάποιους μεγαλύτερους ανθρώπους που θα μπορούσαν να της δώσουν κάποιες απαντήσεις. Κανένας δεν της μιλούσε. Ο Τζέικομπ είπε σε όλους τι είχε κάνει η Λία και όλοι την αγνοούσαν και της έριχναν άγριες ματιές. Έμαθε από ένα πρόσωπο όμως. Κανένας δεν ήξερε για αυτήν. Ήταν μια μικροσκοπική γυναίκα της οποίας η προ-προγιαγιά της είχε διωχθεί με τον ίδιο τρόπο με την Λία. Πήγαμε να την βρούμε. Όταν την βρήκαμε, της είπαμε την κατάσταση μας-πως η Λία είχε εκδιωχθεί από την φυλή και όλα αυτά. Ήξερε ακριβώς πως ένιωθε η Λία έτσι της το έδωσε αυτό» Ο Πανδώρα πήγε κοντά στη Λία και έδειξε το μενταγιόν-περιδέραιο. Ήταν πάνω σε ένα σκοινί από καουτσούκ ώστε να τεντώνεται όταν ήταν στη λυκίσια της μορφή.


«Κανένας δεν δικαιούται να το αγγίξει εκτός από τη Λία. Εάν το αγγίξεις, θα σου δώσει το σοκ της ζωής σου. Από ότι φαίνεται όλο σου το σώμα μουδιάζει και σταματάει να λειτουργεί. Δεν το έχω αγγίξει, όμως αυτό μας έχουν πει»


«Δώστε μας το περιδέραιο και κανένας δεν πρόκειται να πληγωθεί» τους γρύλισε ο Τζέικομπ. Εκπλήσσομαι που είναι ακόμη στην ανθρώπινη του μορφή. Νομίζω ότι έμεινε άνθρωπος επειδή ήθελε να μπορεί να συζητάει μαζί τους. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν στις αμυντικές τους θέσεις.


Η Πανδώρα άρχισε να γελάει. «Δεν το νομίζω αγόρι λύκε!»


«Σε παρακαλώ, Πανδώρα. Μπορείς να μου πεις γιατί το αποκαλούν αυτό δεσμευτική κατάρα;» παρακάλεσα.


«Ω, ώστε το έμαθες. Λοιπόν αυτή η μεγαλύτερη γυναίκα μας είπε ότι η οικογένεια της ήταν εκείνη που δημιούργησε αυτή την κατάρα. Το αποκαλούν δεσμευτική κατάρα επειδή όποιοι είναι αναμειγμένοι είναι δεμένοι μαζί. Είναι ένα άτομο»


Τι; Η Λία και εγώ ένα άτομο; Μα πως μπορούσε να συμβαίνει αυτό; Στεκόμουν εδώ και εκείνη στεκόταν σαν λυκάνθρωπος εκεί. Δεν μου έβγαζε νόημα. Δεν ένιωθα διαφορετικά. Δεν μπορούσα να διαβάσω το μυαλό της. Είμαι μπερδεμένη.


«Αρκετά με τις εξηγήσεις- φύγε αυτή την κατάρα τώρα!» ο Τζέικομπ δεν μπορούσε να κρατηθεί πια. Μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο και αυτόματα πήγε να επιτεθεί στην Πανδώρα. Ο Τζέικομπ είχε σταματήσει να παίζει παιχνίδια. Η Πανδώρα στάθηκε εκεί με το μυστηριώδη της χαμόγελο. Δεν μετακινήθηκε καν. Η Λία πετάχτηκε μπροστά του και ο Τζέικομπ συγκρούστηκε μαζί της.


Ξαφνικά όλο μου το κορμί πετάχτηκε πίσω. Άκουσα μια σύγκρουση πάνω στο στήθος μου. Και ο αέρας είχε κοπεί από μέσα μου. Ξάπλωνα στο πάτωμα χαμένη τελείως από λέξεις. Άσθμαινα για αέρα.


«Τζέικομπ, σταμάτα!» Άκουσα τον μπαμπά μου να φωνάζει καθώς έτρεξε στον Τζέικομπ και τον τράβηξε από τη Λία. Το μόνο που άκουσα ήταν τον Τζέικομπ να γρυλίζει με το γεγονός ότι ο Τζέικομπ τον τράβηξε από την Λία και μπορούσα να ακούσω το γέλιο της Λία που ήταν σαν γαύγισμα.


«Θυμάσαι τι είπε η Πανδώρα; Είναι δεμένες μεταξύ τους. Εάν πληγώσεις τη Λία, πληγώνεις και τη Ρενεσμί»


Η ανάσα όλων κόπηκε. Ο Τζέικομπ, η μαμά, ο παππούς ακόμη και  Σου ήταν αναστατωμένοι. Ο Τζέικομπ χτύπησε το πόδι του πάνω στο έδαφος και έκανε ένα δυνατό θόρυβο διάλυσης. Η Λία νόμιζε ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο παιχνίδι, έτσι έτρεξε μακριά. Μπορούσα να την ακούω να τρέχει μέσα στο δάσος. Ήμουν ακόμη στο έδαφος προσπαθώντας να βρω την αναπνοή μου. Κάθισα αργά και είδα τον Τζέικομπ να τρέχει μέσα στο δάσος πίσω από τη Λία.


Η Σου άρχισε να φωνάζει μέσα στο δάσος καθώς και ο Τζέικομπ και η Λία εξαφανίστηκαν. «Σε παρακαλώ μην την πληγώσεις Τζέικομπ. Είναι το μωρό μου ακόμη»


«Μπέλλα, πρόσεχε την Πανδώρα. Θα πάω πίσω από τον Τζέικομπ για να σιγουρευτώ ότι δεν θα πληγώσει τη Λία» είπε ο μπαμπάς καθώς ήταν έτοιμος να τρέξει μέσα στο δάσος.


«Έι Έντουαρντ, γιατί υπάρχει τόση φασαρία εδώ; Ήμασταν έτοιμοι να πάμε κυνήγι όταν μυρίσαμε κάτι διαφορετικό. Οι άλλοι πήγαν κυνήγι επίσης, όμως από την αντίθετη πλευρά» ο Έμμετ και ο Τζάσπερ ήρθαν από την άλλη πλευρά της Πανδώρα. Ήταν παγιδευμένη.


«Παιδιά, χρειάζομαι να φροντίσετε την Πανδώρα ενώ εγώ θα πάνω να βρω τον Τζέικομπ και τη Λία»


«Όχι, όχι!» φώναξε η Πανδώρα. Όμως πριν να μπορέσει να κάνει κάτι ο Τζάσπερ ήταν πάνω στην πλάτη της. Όλες αυτές οι ικανότητες στην πάλη απέδιδαν τελικά. Χαίρομαι που ήταν με τη μεριά μας.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η μαμά ήταν στο πλευρό μου. Με έπιασε και με πήρε μέσα. «Δεν χρειάζεται να το δεις αυτό» Είπε καθώς πήγαμε μέσα. Ο παππούς και η Σου ήταν ακριβώς στο πλευρό μας. Το μόνο που μπορούσα να ακούσω ήταν την Πανδώρα να ουρλιάζει και μπορούσα επίσης να ακούσω το σκίσιμο μετάλλου και ρούχων.


Καθόμασταν στον καναπέ καθώς κάλυψα τα αυτιά μου. Δεν ήταν και πολύ ευχάριστος ήχος. Ήταν λες και ένα ρομπότ βασανιζόταν. Τα μεταλλικά του μέρη κόβονταν σε κομμάτια καθώς φώναζε με την τελευταία αναπνοή που είχε. Δεν ήταν ένα φυσιολογικό ουρλιαχτό όμως. Η Πανδώρα ούρλιαζε από οδύνη. Η μαμά είχε και τα δύο της χέρια γύρω μου ενώ χρησιμοποιούσε το ένα της χέρι για να καλύψει το αυτί μου. Το άλλο μου αυτί ήταν πάνω στο στήθος της εκεί όπου θα έπρεπε να ήταν η καρδιά της. Προσπάθησα να την ακούσω. Οτιδήποτε ήταν καλύτερο από το να ακούω εκείνον τον απαίσιο ήχο. Προφανέστατα δεν άκουγα τίποτα. Το ουρλιαχτό και το σκίσιμο είχαν περάσει. Σηκώθηκα από την αγκαλιά της μαμάς. Μπορούσα να δω μια λαμπερή ακτινοβολία έξω. Κοίταξα και αναρωτήθηκα τι ήταν. Μπορούσα να δω ένα λιλά σύννεφο να σχηματίζεται.


Έβαλα το χέρι μου πάνω στο πρόσωπο της μαμάς και την ρώτησα τι ήταν. Δεν χρησιμοποίησα την ιδιαίτερη μου ικανότητα εδώ και πολύ καιρό. Στην πραγματικότητα μου έλειψε. Ήταν τόσο καλύτερο από το να μιλάς. Απλώς συνήθισα τόσο πολύ στο να προσπαθώ να είμαι φυσιολογική άνθρωπος, που ξέχασα ότι ήμουν και μισή βρικόλακας που είχε ιδιαίτερες ικανότητες.


«Είναι φωτιά, βλέπεις. Πρέπει να κάψουν το σώμα της Πανδώρας ή αλλιώς θα μπορούσε να μαζέψει το σώμα της και να ξαναγίνει ένα. Καίγουν τα κομμάτια ώστε να ολοκληρωθεί ο θάνατος. Ο καπνός είναι φυσιολογικός καπνός που βλέπεις όταν καίγεται ένας βρικόλακας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που τον είδα. Θα σου το εξηγήσω μια άλλη φορά όμως»


Ξαφνικά από το πουθενά ήταν σαν και κάποιος μου έριξε μπουνιά όσο πιο δυνατά μπορούσε στο στομάχι. Άσθμαινα για αέρα. Η μαμά, ο Τζάσπερ και ο Έμμετ ήρθαν όλοι αυτόματα στο πλευρό μου. Άρχισα να κλαίω. Ο πόνος ήταν υπερβολικός. Μήπως ο Τζέικομπ επιτιθόταν στη Λία; Μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του; Θα την σκότωνε εκείνη και θα με σκότωνε και εμένα; Μα δεν έφτασα να πω καν αντίο.


Ένιωσα ένα μεγαλύτερο χτύπημα στο πλευρό του κορμιού μου και λιποθύμησα από τον πόνο. Ο Θάνατος ερχόταν για εμένα. Η ώρα μου σε αυτό τον κόσμο άρχισε αργά να σβήνει.


 

Κεφάλαιο 18: Απόδραση

Ήμασταν και οι δύο κοντά στον υπολογιστή. Έπρεπε να ψάξω αυτή την κατάρα. Έπρεπε να καταλάβω τι συνέβαινε. Χρειάζεται να ξέρω τις πληροφορίες. Η Ρενεσμί διάβαζε δυνατά ενώ εγώ προσποιούμουν ότι διάβαζα την οθόνη. Δεν είχα όρεξη για να διαβάζω αυτή τη στιγμή. Το μυαλό μου σκεφτόταν χίλια πράγματα ταυτόχρονα. Είχα αρχίσει να εξοργίζομαι και ήξερα ότι έπρεπε να υπενθυμίζω στον εαυτό μου να ηρεμίσει και να χαλαρώσει. Αυτή ήταν μια τέλεια στιγμή για να αρχίσω να εξασκούμαι στο πώς να χαλαρώνω περισσότερο. Έδινα προσοχή σε κάθε αναπνοή που έπαιρνα. Η Ρενεσμί διάβασε τα σημάδια της Κατάρας. Διάβασε το τελευταίο σημάδι και την άκουσα να λέει θάνατος. Ο Θάνατος ήταν το τελευταίο σημάδι της κατάρας. Σηκώθηκα αμέσως πάνω. Η καρέκλα πίσω μου πετάχτηκε πίσω. Δεν την πίστεψα έτσι το διάβασα ξανά. Ενώ διάβαζα, ένα γρύλισμα άρχισε να βγαίνει από το στήθος μου. Δεν μπορούσα να το ελέγξω.


Κοίταξα τη Ρενεσμί και πήγαινε αργά πίσω προς το κρεβάτι. Μόλις κάθισε κάτω, ήρθε ο Έντουαρντ μέσα στο δωμάτιο της εισβάλλοντας μέσα από την πόρτα. Η Μπέλλα ήταν ακριβώς πίσω του. Υποθέτω ότι ο Έντουαρντ διάβασε το μυαλό της και ήρθε όσο πιο σύντομα μπορούσε. Πάγωσα εκεί που ήμουν. Μπορούσα να νιώσω μέσα μου ότι αν μετακινιόμουν έστω και μια ίντσα θα μεταμορφωνόμουν ακριβώς εδώ, τώρα.


Ο Έντουαρντ κουνούσε τους ώμους της όμως η Ρενεσμί δεν αντιδρούσε. Ο Έντουαρντ έσκυψε για να είναι στο ίδιο ύψος με αυτήν και έλεγε το όνομα της ξανά και ξανά. Όμως και πάλι, η Ρενεσμί δεν αντιδρούσε. Κοίταξα γύρω από το κεφάλι του Έντουαρντ και κοίταξα τη Ρενεσμί. Έμοιαζε σαν να ήταν νεκρή. Καθόταν απλώς εκεί με τα μάτια της ανοιχτά. Ήταν λες και η ψυχή της είχε σκιστεί από πάνω της μπροστά στα μάτια της.


Η Μπέλλα άρχισε να φρικάρει.


«Τι κάνουμε; Τι έγινε; Έχει αρχίσει η κατάρα;» Η Μπέλλα δεν μπορούσε να σταθεί ακίνητη. Δεν μπορούσα να στέκομαι άλλο εκεί. Περπάτησα κοντά στο κρεβάτι της Ρενεσμί. Έβαλα τα χέρια μου πάνω στα γόνατα της και την κούνησα.


«Ρενεσμί, ξύπνα! Τώρα! Έλα!» της φώναξα.


Την κούνησα δύο ακόμη φορές, όμως αυτή τη φορά κρατούσα τους ώμους της.


«Τζέικομπ, τίποτα δεν δουλεύει. Βοήθησε την» είπε η Μπέλλα απεγνωσμένα.


Δεν μπορούσα να το αντέξω. Κοίταξα μέσα στα άδεια της μάτια. Ήταν ένα εκατομμύριο μίλια μακριά. Κοιτούσε εμένα, όμως δεν με έβλεπε. Ήταν σαν να μην στεκόμασταν εκεί. Σαν να μπορούσε μέσα από εμένα και εγώ δεν υπήρχα. Στάθηκα απλώς εκεί, έσκυψα κάτω κοιτώντας μέσα στα μάτια της.


 


Ξαφνικά τα μάτια της άρχισαν να υγραίνουν. Σηκώθηκα πάνω χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω της ούτε μια φορά. Άρχισε να κλαίει. Δεν υπήρχε συναίσθημα στο πρόσωπο της όμως. Δάκρυα κυλούσαν πάνω στο πρόσωπο της. Κοίταξα τον Έντουαρντ και την Μπέλλα και φαίνονταν εντελώς σοκαρισμένοι και θυμωμένοι την ίδια στιγμή. Δεν μπορούσα να βλέπω τη Ρενεσμί να κλαίει. Δεν θα άφηνα τίποτα να την αναστατώνει τόσο πολύ. Όμως τι να κάνω; Πώς να την βοηθήσω όταν δεν μπορώ καν να δω ποιο είναι το πρόβλημα;


Το στομάχι μου άρχισε να γυρίζει και άρχισα να νιώθω άρρωστος. Υπήρχε ένα κάψιμο μέσα στο λαιμό μου και το κεφάλι μου με πονούσε. Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Μπορούσα να νιώσω το πρόσωπο μου να ζεσταίνεται και άρχισα να πετάω όποια βλασφημία μπορούσα να σκεφτώ. Ένιωθα αβοήθητος και το να βλαστημάω ήταν ο πιο εύκολος τρόπος να ελευθερώσω τον θυμό μου. Στάθηκα εκεί και κοίταξα γύρω μου. Πως θα καταφέρω  να την ξυπνήσω; Τα χέρια μου έτρεμαν. Άρπαξα το πρώτο πράγμα που είδα. Άρπαξα τον υπολογιστή της Ρενεσμί και τον πέταξα έξω από το παράθυρο. Το παράθυρο έσπασε σε ένα εκατομμύριο κομμάτια και είμαι σίγουρος ότι και ο υπολογιστής το ίδιο. Δεν ένιωθα μετανιωμένος που το έσπασα. Δεν είχα καθόλου τύψεις. Αυτή η κίνηση ελευθέρωσε τη Ρενεσμί από την ασυναισθησία της.


Το πρώτο πράγμα που ζήτησε ήταν την Μπέλλα. Ένιωσα κάπως πληγωμένος που δεν ζήτησε εμένα, όμως δεν είπα τίποτα. Ήμουν χαρούμενος που ήταν απλά  στ’ αλήθεια μαζί μας τώρα. Ήταν μαζί μας ψυχικά αντί μόνο σωματικά.


Στάθηκα δίπλα στο σπασμένο τζάμι για να πάρω λίγο αέρα. Ένιωθα ότι δεν θα μπορούσα να συγκρατηθώ άλλο. Το στήθος μου με έκαιγε. Ακόμη πονούσα τόσο πολύ. Έπρεπε όμως να συγκρατηθώ. Δεν μπορούσα να δείξω τα πραγματικά μου συναισθήματα. Δεν είμαι κανένα χυμώδες παιδί. Είμαι ένας δυνατός ηγέτης της φυλής μου. Έπρεπε να συγκρατηθώ.


Η Ρενεσμί προσπάθησε να εξηγήσει τα γεγονότα στον Έντουαρντ όμως δεν ήξερε. Η Ρενεσμί δεν με κοίταξε ούτε μια φορά. Εγώ την κοιτούσα συνεχώς. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. Ο θυμός μου αυξανόταν. Ο Τσάρλι ήρθε μέσα στο δωμάτιο και η Μπέλλα του μιλούσε. Εγώ ήθελα απλώς να πάρω τη Ρενεσμί και να τρέξουμε όσο πιο μακριά μπορούσαμε. Ήθελα να φύγω μακριά από όλους και μακριά από αυτή την κατάρα.


Η Σου ήρθε μέσα στο δωμάτιο και κοίταξε τη Ρενεσμί. Ελπίζω να μπορέσει να βοηθήσει. Πήγε κοντά στη Ρενεσμί και την κοίταξε. Είπε κάποια πράγματα όμως δεν άκουσα. Έπρεπε να συγκεντρωθώ στο να ηρεμήσω. Εάν την άκουγα θα άκουγα κάτι που δεν ήθελα και θα ξεσπούσα και θα έχανα τον έλεγχο του εαυτού μου. Άκουσα το τελευταίο πράγμα που είπε στη Ρενεσμί.


«Έχεις καμία ιδέα ποιος μπορεί να σου το έχει κάνει αυτό;»


Μόλις το ρώτησε αυτό ήξερα ότι έπρεπε να πω κάτι. Δεν θα την κρατούσα στο σκοτάδι. Πρέπει να ξέρει ότι ήταν η Λία που το έκανε. Πρέπει να μάθει ότι η κόρη της είναι μια σατανική, ύπουλη προδότρια. Έκανα ένα βήμα μπροστά προς τη Σου και μίλησα.


«Ξέρω ποιος της το έκανε αυτό! Ήταν η κόρη σου η Λία!» θα μπορούσα να έφτυνα ενώ έλεγα το όνομα της, όμως δεν της άξιζε αυτό της Σου. Τεχνικώς η Σου δεν έκανε τίποτα.


Η Σου σηκώθηκε πάνω και με κοίταξε απλώς αναστατωμένη.


«Τι; Όχι. Η Λία δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν είναι ικανή»  Δεν το αποδεχόταν. Δεν ήθελε να πιστέψει την αλήθεια. «Λέω σωστά;»


Την κοίταζα επίμονα για να της αποδείξω ότι μιλούσα πολύ σοβαρά. Δεν αστειεύομαι όταν είναι για τέτοια θέματα. Η Σου χαμήλωσε το βλέμμα της αποδεχόμενη την αλήθεια. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήταν τελείως ντροπιασμένη από αυτό που έχει κάνει η Λία.


Άκουσα κάτι να έρχεται. Έτρεχε μέσα στο δάσος προς το σπίτι. Μια ριπή αέρα πέρασε μέσα από το παράθυρο. Μύρισα σατανικό, μύρισα τη Λία. Πήδηξα αμέσως μέσα από το παράθυρο. Μόλις το έκανα αυτό μπορούσα να ακούσω τον Έντουαρντ να λέει σε όλους ότι ερχόταν η Λία. Ήμουν ένα βήμα μπροστά του. Θα έπιανα τη Λία και θα την σκότωνα αμέσως. Δεν με νοιάζει εάν η Σου έπρεπε να είναι εκεί και να βλέπει την κόρη της να πεθαίνει.


Όλοι οι άλλοι ήταν λίγα δευτερόλεπτα πιο πίσω μου. Μόλις ήρθαν κάτω από το παράθυρο η Σου κοίταξε τη Λία. Η Λία ήταν τόσο σοκαρισμένη που έβλεπε τη μαμά της που ούρλιαζε ανεξέλεγκτα. Μπορούσα να το καταλάβω ότι πονούσε. Ωραία. Θέλω να νιώσει κάθε είδους πόνο που υπάρχει.


Εκείνη τη στιγμή ενώ η Λία ούρλιαζε, το κεφάλι έσκυψε προς τα πίσω. Όταν το έκανε, είδα το μενταγιόν. Το είδα να κρέμεται σφιχτά πάνω στο λαιμό της.


«Δώστε μας το περιδέραιο και κανένας δεν πρόκειται να πληγωθεί» είπα ψέματα. Μόλις της έσκιζα εκείνο το περιδέραιο από πάνω της, θα της έκοβα και το κεφάλι της επίσης.


Η Πανδώρα άρχισε να γελάει. «Δεν το νομίζω αγόρι λύκε!»


Η Πανδώρα μας εξήγησε γιατί η Λία και η Ρενεσμί είναι δεμένες μαζί. Ήταν ένα άτομο. Δεν μου άρεσε ο ήχος του αυτού-καθόλου. Ποτέ μου δεν είχα νιώσει τόσο πολύ θυμό για ένα άτομο. Ήταν λες και όλο μου το μίσος χτιζόταν σταθερά μέσα στο στήθος μου. Το κέντρο του κορμιού μου λαχταρούσε να σκοτώσει τη Λία.


«Αρκετά με τις εξηγήσεις.  Φύγε αυτή την κατάρα τώρα!» Κάτι ξέσπασε. Το σώμα μου έκαιγε, λαχταρώντας να επιτεθεί. Μεταμορφώθηκα σε λυκάνθρωπο και πήγα ίσια προς την Πανδώρα. Σκέφτηκα ότι αν την ξεφορτωνόμουν αυτή πρώτα, δεν θα είχα παρεμβάσεις στο να σκοτώσω τη Λία. Η Πανδώρα στάθηκε εκεί χαμογελώντας ενώ εγώ ήμουν έτοιμος να πηδήξω πάνω της και την σκίσω σε κομματάκια. Η Λία πετάχτηκε στη μέση. Συγκρούστηκα απευθείας με τη Λία σπρώχνοντας την πίσω πάνω σε ένα δέντρο. Τα πόδια μου ήταν πάνω στο στήθος της.


«Τζέικομπ, σταμάτα!» ούρλιαξε ο Έντουαρντ καθώς με άρπαξε και με πέταξε μακριά από τη Λία.


Τι έκανε ο Έντουαρντ; Αυτόματα του γρύλισα. Γιατί με σταμάτησε; Ήμουν στην τέλεια θέση για να δαγκώσω το λαιμό της και να την σκοτώσω μια για πάντα.


«Γιατί δεν με άφησες να την σκοτώσω; Θα μπορούσα να την είχα σκοτώσει» είπα ενώ μπορούσα να ακούσω το μυστηριώδη γέλιο της Λίας. Ξέρω ότι ο Έντουαρντ διάβαζε το μυαλό μου όταν τον ρώτησα.


«Θυμάσαι τι είπε η Πανδώρα; Είναι δεμένες μεταξύ τους. Εάν πληγώσεις τη Λία, πληγώνεις και τη Ρενεσμί»


Χτύπησα τα πόδια μου στο έδαφος. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό!  Πως μπορώ να την σκοτώσω τότε; Δεν μπορώ να κερδίσω! Δεν με νοιάζει. Πρέπει να κάνω κάτι. Εκείνο το άθλιο κομμάτι από σκατά! Θα την αρπάξω και θα την κάνω να φύγει την κατάρα.


Η Λία-ακόμη γελώντας- έτρεξε μέσα στο δάσος. Δεν θα την άφηνα να το σκάσει τόσο εύκολα. Έτρεξα πίσω της. Η Σου φώναξε κάτι σε εμένα ενώ έτρεχα μακριά όμως δεν της έδωσα προσοχή. Το μόνο που περνούσε από το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή ήταν να πιάσω τη Λία και να την κάνω να διώξει αυτή την ηλίθια κατάρα.


Η Λία σταμάτησε και πήρε την αμυντική της θέση. Αυτό ήταν. Αυτή ήταν η μάχη μας. Όμως, δεν μπορούσα να την σκοτώσω. Δεν μπορούσα να την πληγώσω. Στάθηκα εκεί σκεφτόμενος τι να κάνω.


Έχασα εντελώς το ειρμό της σκέψης μου. Ξαφνικά μπορούσα να μυριστώ κάτι. Ήξερα ότι και η Λία το μυριζόταν επίσης επειδή μπορούσα να την ακούσω να οσφραίνεται. Κοίταξε σε κάτι πίσω μου. Γύρισα από την άλλη μόνο για να δω ένα μεγάλο σύννεφο καπνού. Δεν ήταν οποιοσδήποτε καπνός, ήταν ένας λιλά καπνός. Ήταν η γνωστή μυρωδιά του καιγόμενου λιβανιού.


Υποθέτω ότι μόλις έφυγα επιτέθηκαν στην Πανδώρα. Αναρωτιέμαι ποιος την σκότωσε. Μετά προφανέστατα κάποιος έπρεπε να ανάψει τη φωτιά ώστε να ολοκληρώσει το θάνατο της. Εάν δεν την έκαιγαν, η Πανδώρα θα μπορούσε να ‘ξαναφτιάξει’ τον εαυτό της.


Μάλλον η Λία αποφάσισε να κάνει την πρώτη κίνηση. Προετοίμασα τον εαυτό μου. Η Λία δεν έτρεξε πάνω μου όμως. Έτρεξε πάνω σε ένα πεσμένο δέντρο και έκοψε την αναπνοή της μόνη της. Το βήξιμο της ακουγόταν σαν γαύγισμα. Στεκόμουν εκεί γρυλίζοντας, παρακολουθώντας την. Τι έκανε;


Θυμήθηκα τι είχε πει ο Έντουαρντ. «Εάν πληγώσεις τη Λία, πληγώνεις και τη Ρενεσμί» Η Λία δεν πλήγωνε μόνο τον εαυτό της αλλά και την Ρενεσμί επίσης.


Δεν μπορούσα να τη αφήσω να το κάνει αυτό. Έπρεπε να την σταματήσω από το να πληγώνει τον εαυτό της-όσο κακό και αν ακούγεται. Η Λία ήταν έτοιμη να τρέξει. Μόλις όμως γύρισε ο Έντουαρντ ήταν στην άλλη της πλευρά. Ήταν παγιδευμένη μεταξύ μας. Μόλις είδε ότι ήταν παγιδευμένη έτρεξε ανάμεσα μας. Τρέχαμε παράλληλα της. Δεν την αφήναμε να το σκάσει.


Έμοιαζε σαν να χαμογελούσε. Ήταν λες και ήξερε τι έκανε. Καταλήξαμε σε μια κατασκήνωση. Τρέξαμε μέσα της. Υπήρχε ένας άντρας που άναβε φωτιά. Καθώς τρέχαμε, η Λία τον έπιασε στο στόμα της και συνέχισε να τρέχει. Σταμάτησε και γύρισε προς τον Έντουαρντ.


«Λία, άφησε τον άντρα να φύγει. Δεν είναι μέρος αυτού» ο Έντουαρντ δεν ήθελε να πάθει κακό ο άντρας.


«Τι συμβαίνει; Ποιοι είστε εσείς; Άφησε με! Κάποιος να με βοηθήσει!» φώναζε ο άντρας. Έδινε γροθιές στη Λία στο πρόσωπο της όμως ήξερα ότι δεν ένιωθε τίποτα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι η Λία θα κατέβαινε σε τέτοιο επίπεδο. Στην πραγματικότητα, δεν υποτιμώ τη Λία. Θα έκανε τα πάντα για να έχει αυτό που θέλει. Νοιάζεται για ένα μονάχα πράγμα-τον εαυτό της. Είναι τόσο χαρακτηριστικό για εκείνη να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν μπορούσαμε να αφήσουμε εκείνο τον άνθρωπο απλώς να πεθάνει όμως. Ήξερα ότι ο Έντουαρντ δεν θα την άφηνε να το κάνει. Άφησα τον Έντουαρντ να αναλάβει. Εάν ήταν πάνω μου-γενικά- νομίζω ότι θα καταλήγαμε με τον τύπο νεκρό. Το να δώσω αυτή την κατάσταση στον Έντουαρντ φαινόταν το καλύτερο.


Πήγα πιο κοντά στη Λία ενώ εκείνη πήγε πιο κοντά στον Έντουαρντ. Με κάθε βήμα που έκανε, έκανα και εγώ ένα.


«Καταλαβαίνω ότι θέλεις να τον σκοτώσεις εάν δεν σε αφήσουμε να περάσεις. Όμως δεν είναι ανάγκη να φτάσει μέχρι εκεί» Ο Έντουαρντ προσπαθούσε να βρει τη λύση. «Δώσε μας απλώς το περιδέραιο και θα σε αφήσουμε να περάσεις σώα»


Γρύλισα. Ήθελα να της πάρω το περιδέραιο και μετά να την σκοτώσω. Όμως ήξερα ότι δεν θα συνέβαινε αυτό, έτσι σιώπησα. Είδα τον Έντουαρντ να με κοιτάζει όμως αυτό δεν του απέσπασε την συγκέντρωση του από τη Λία.


Η Λία έθαψε τα δόντια της πιο βαθιά στο χέρι του ανθρώπου. Είδα αίμα να τρέχει πάνω στο χέρι του ενώ εκείνος ούρλιαζε από πόνο.


«Αα! Σε παρακαλώ σταμάτα! Δεν έχω κάνει τίποτα κακό. Εσύ εκεί!» κοιτούσε τον Έντουαρντ. «Βοήθησε με. Μην στέκεσαι απλώς εκεί. Βοήθησε ένα άνθρωπο εδώ!» ο άντρας άρχισε να κλαίει.


«Προσπαθώ να σε βοηθήσω όμως αυτή είναι μια δύσκολη κατάσταση. Απλά σε παρακαλώ μείνε ήρεμος. Δεν θα αφήσω να σου συμβεί τίποτα» Ο Έντουαρντ έμοιαζε σαν να άρχιζε να πανικοβάλλεται.


«Εντάξει Λία, κέρδισες» Ο Έντουαρντ μετακινήθηκε στο πλάι για να την αφήσει να περάσει.


Δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό του Έντουαρντ, όμως νομίζω ότι τα έχει χάσει. Δεν μπορεί να την αφήσει να φύγει. Την είχαμε ακριβώς εκεί που την θέλαμε. Ήταν παγιδευμένη μεταξύ μας. Δεν υπήρχε πουθενά αλλού να πάει. Γρύλισα όμως ο Έντουαρντ σήκωσε το ένα του χέρι και μου είπε να μείνω. Τον άκουσα μόνο και μόνο επειδή νομίζω ότι είχε ένα σχέδιο.


Η Λία έφυγε και ο Έντουαρντ εξαφανίστηκε. Όλο αυτό το διάστημα κοίταζα τη Λία. Δεν είχα ιδέα τι έπαθε ο Έντουαρντ. Τον άκουσα να σφαδάζει από πόνο όμως δεν ήξερα που ήταν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Λία πέταξε τον άνθρωπο σε έναν από τους θάμνους. Περίμενα δύο δευτερόλεπτα και πήγα κοντά στον άνδρα.


Η Λία είχε χαθεί για τα καλά τώρα. Ήμουν απογοητευμένος με τον εαυτό μου. Υποθέτω ότι το προτιμούσα που την άφησα να φύγει ζωντανή. Η Ρενεσμί θα ήταν σώα. Κοίταξα τον άνδρα και είδα ότι τα τραύματα του ήταν μικρά. Τα δόντια της δεν του έκαναν και πολλή ζημιά. Ήταν τρομοκρατημένος από εμένα. Απομακρυνόταν από κοντά μου σερνόμενος πάνω στο πάτωμα.


«Σε παρακαλώ μην με φας. Σε παρακαλώ» ο άνδρας ήταν καλυμμένος με δάκρυα, αίμα και χώμα.


Έκανα ένα βήμα προς το μέρος του και έγλειψα τις πληγές του. Δεν είχα άλλο τρόπο για να του δείξω ότι δεν ήθελα το κακό του. Κάθισε εκεί ενώ εγώ καθάρισα τις πληγές του. Μόλις τελείωσα γύρισα από την άλλη και απομακρύνθηκα. Ο τύπος έμεινε εκεί ξαπλωμένος. Φαινόταν καλά για να σηκωθεί και να φύγει. Ο Έντουαρντ στεκόταν εκεί που στεκόμασταν πριν. Περίμενε εμένα.


«Αυτό ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρος σου να το κάνεις σε εκείνο τον άνδρα» είπε ο Έντουαρντ.


Ξεφύσησα απλά. «Πάμε να δούμε τι κάνει η Ρενεσμί» έτρεξα ενώ ο Έντουαρντ ακολούθησε. Μόλις φτάσαμε πίσω στο σπίτι μεταμορφώθηκα πίσω σε άνθρωπο. Σταμάτησα, κοίταξα τον εαυτό μου και πήγα να κρυφτώ πίσω από ένα δέντρο.


«Δώσε μου ένα δευτερόλεπτο» είπε ο Έντουαρντ ενώ έτρεξε μακριά. Ήρθε πίσω γρήγορα και μου πέταξε μια φανέλα και ένα τζιν.


«Ευχαριστώ είπα» Ο Έντουαρντ ήξερε πράγματα για μένα πριν καν να τα ξέρω εγώ.


Ντύθηκα και πήγαμε μαζί μέσα στο σπίτι. Παρακολούθησα την φωτιά να καίει στην πίσω τους αυλή. Μπορούσα να μυριστώ τον Τζάσπερ και το  Έμμετ. Υποθέτω ότι ήρθαν εδώ όταν έφυγα. Μέσα η Σου, ο Τσάρλι και η Μπέλλα περικύκλωναν τη Ρενεσμί. Έτρεξα αμέσως κοντά στη Ρενεσμί. Η Μπέλλα απομακρύνθηκε μόλις με είδε να έρχομαι. Η Ρενεσμί ξάπλωνε πάνω στον καναπέ. Φαινόταν τόσο αδύναμη. Γονάτισα δίπλα στον καναπέ και έβαλα το χέρι μου πάνω στο πρόσωπο της Ρενεσμί. Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε.


«Τζέικομπ» είπε με την αδύναμη της φωνή. Κάθισε και κρατούσε το στομάχι της. Κοίταξα το χέρι της και ήταν  γεμάτο μώλωπες.


«Τι έγινε; Σου επιτέθηκε η Πανδώρα ενώ μαλώνατε;» Σηκώθηκα πάνω και γρύλισα. Ήξερα ότι η Πανδώρα ήταν νεκρή, αυτό όμως δεν λιγόστεψε τον θυμό μου.


«Όχι. Δεν ήταν η Πανδώρα. Ήταν η Λία. Γιατί της επιτέθηκες ενώ ήξερες ότι ήταν δεμένη μαζί μου;» Η Ρενεσμί με κοίταζε με τα υγρά της μάτια.


«Ρενεσμί, δεν της επιτέθηκα. Στο υπόσχομαι!» Έπεσα και πάλι στα γόνατα μου κρατώντας ένα από τα χέρια της Ρενεσμί. Κοίταξε τον Έντουαρντ και εκείνος έγνεψε με το κεφάλι του. Ο Έντουαρντ ήξερε ότι έλεγα την αλήθεια.


«Τότε γιατί είμαι γεμάτη μώλωπες;» Είχε το άλλο της χέρι πάνω στο στομάχι της. Της εξήγησα πως η Λία πλήγωνε τον εαυτό της. Έριχνε όλο της το σώμα πάνω σε δέντρα και έκανε κακό στον εαυτό της. Δεν ήξερα πώς να την σταματήσω χωρίς να πληγώσω τη Ρενεσμί. Η Ρενεσμί κατάλαβε.


«Όμως επίσης, η Λία το έσκασε. Ο Έντουαρντ και εγώ δεν είχαμε άλλο τρόπο να την κρατήσουμε εδώ. Έπιασε ένα αθώο άντρα και έθαψε τα δόντια της μέσα του. Θα τον σκότωνε εάν δεν την αφήναμε να φύγει» Έριξα το κεφάλι μου.


Της Μπέλλας της κόπηκε η αναπνοή ενώ κοίταξε τον Έντουαρντ. Όλα όσα είπα ήταν αλήθεια. Δεν ξέρω γιατί έπρεπε να κοιτάξουν τον Έντουαρντ για να δουν εάν αυτά που έλεγα ήταν η αλήθεια. Όπως και να είναι, υπήρχαν άλλα πράγματα για να ανησυχώ.


«Λυπάμαι τόσο πολύ Ρενεσμί. Έφυγε με το μενταγιόν. Δεν ξέρω σε τι επέβαλε τον εαυτό της για να σου κάνει κακό. Συγνώμη. Σε παρακαλώ συγχώρεσε με» Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στα χέρια μας. Εάν η Ρενεσμί πέθαινε τώρα το λάθος θα ήταν δικό μου. Η Λία πιθανότατα θα σκότωνε τον εαυτό της για να μην είμαστε η Ρενεσμί και εγώ μαζί. Πιθανότατα σκέφτεται, «Εάν δεν μπορώ να έχω τον Τζέικομπ, κανένας δεν μπορεί»


Ο Έντουαρντ καθάρισε το λαιμό του. Όλοι τον κοίταξαν. Σήκωσα το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω και εγώ. Πήγε να πάρει κάτι από την τσέπη του. Έβαλε το χέρι του μέσα στην τσέπη του, ούρλιαξε και έβγαλε το χέρι του πίσω. Έβαλε το δάκτυλο του μέσα στο στόμα του. Το έγλυφε για να κάνει τον πόνο να φύγει.


Σηκώθηκα αμέσως πάνω και κοίταξα τον Έντουαρντ. Τι είχε μέσα στην τσέπη του;


Δοκίμασε ξανά. Κράτησε την τσέπη του ανοιχτή με το αριστερό του χέρι και έβαλε ξανά το δεξί του μέσα. Τράβηξε αργά κάτι έξω. Το κράτησε ψηλά στον αέρα ενώ όλοι κοίταξαν καλά τι ήταν.


Η αναπνοή όλων μας κόπηκε και είπαμε το ίδιο πράγμα την ίδια στιγμή. «Το μενταγιόν!»


 

Κεφάλαιο 19: Πράσινη Έκρηξη

ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ


Κράτησα το μενταγιόν ψηλά  για να το δουν όλοι. Ο ήλιος έλαμψε μέσα στο δωμάτιο και το μενταγιόν ακτινοβολούσε όταν το άγγιξε ο ήλιος. Όλοι θαυμάσαμε το κόσμημα που υπήρχε στη μέση. Ήταν ένα μαύρο κόσμημα όμως είχε μια παράξενη πράσινη  λάμψη. Εάν είχα καρδιά αυτή τη στιγμή, πιθανότατα θα είχα 2 καρδιακά επεισόδια την προηγούμενη ώρα.


«Είναι στ’ αλήθεια στο μενταγιόν της Λία; Πως το πήρες αυτό;» ρώτησε ο Τζέικομπ ενώ το τρίχωμα των χεριών του σηκώθηκε. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου και ήθελε να το πάρει από το χέρι μου. Το τράβηξα πίσω.


«Μην το αγγίξεις. Θυμάσαι όταν έτρεξε μακριά η Λία; Πριν πετάξει τον άνδρα, έτρεξα πάνω της και το έπιασα» κοίταξα το μενταγιόν. Το κουνούσα μπροστά-πίσω αργά. Θα μπορούσα να το κρατήσω εκεί όλη μέρα.


Μπήκα μέσα στην κουζίνα και έβαλα το μενταγιόν πάνω στο τραπέζι. Όλοι ήρθαν γύρω του και κάθισαν. Ο καθένας μας είχε τη θέση του να καθίσει. Κανένας δεν έπαιρνε τα μάτια του από το μυστηριώδες μενταγιόν όμως, ούτε ένα δευτερόλεπτο. Έπιασα τη Ρενεσμί να κοιτάζει το χέρι της. Ήλπιζε ότι το αστέρι θα έφευγε, όμως δεν έχει ακόμη. Το αστέρι θα φύγει μόνο όταν το μενταγιόν καταστραφεί. Όμως πως καταστρέφεις κάτι που δεν μπορείς καν να αγγίξεις;


Κοίταξα τη Σου και την είδα ότι μετά δυσκολίας μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά. Έμεινε ξύπνια όλη τη νύχτα. Της αξίζει λίγη ξεκούραση τώρα.


«Σου, σε παρακαλώ μην ντρέπεσαι να χρησιμοποιήσεις ένα από τα κρεβάτια μας. Θα αλλάξουμε τα καλύμματα και θα σου δώσουμε κάποια ρούχα για να μπορέσεις να ξεκουραστείς» προσπάθησα να την κάνω να νιώσει όσο πιο άνετα μπορούσα.


Η Σου άνοιξε τα μάτια της σε μια προσπάθεια να τα κρατήσει στην πραγματικότητα ανοιχτά πλατιά. «Ευχαριστώ, όμως όχι Έντουαρντ. Είμαι καλά. Θέλω να δω τι θα συμβεί τώρα με το μενταγιόν. Για εκατοντάδες χρόνια κανένας δεν ήξερε τι να κάνει. Θέλω να ξέρω πώς να το καταστρέψω ώστε να μπορώ να προειδοποιήσω τους άλλους. Εάν αυτή εγγονή της εκδιωγμένης κυρίας τα δίνει αυτά σαν να είναι γλυκά, τότε πρέπει όλοι να ξέρουμε πώς να το καταστρέψουμε»


Είχε κάποιο δίκαιο εδώ. Σταμάτησα να την ρωτάω αν θέλει να ξαπλώσει για λίγο. Η Σου στάθηκε ίσια και κοίταξε ξανά το περιδέραιο.


«Άφησε με να το διαλύσω!» είπε ο Τζέικομπ καθώς σηκώθηκε πάνω και χτύπησε και τις δύο του γροθιές στο τραπέζι. Ευτυχώς δεν έσπασε το τραπέζι.


Τσίμπησα την ράχη της μύτης μου. Πως ξεχνάει ο Τζέικομπ τόσο εύκολα αυτά τα πράγματα; «Εάν το αγγίξεις, θα σου προκαλέσει σοκ, θυμάσαι;» κούνησα το κεφάλι μου.


«Α ναι, σωστά» είπε ο Τζέικομπ ενώ κάθισε ξανά δίπλα στη Ρενεσμί. Εκείνην του χαμογελούσε. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήθελε να συγκρατήσει το γέλιο της. Έβαλε το χέρι της πάνω στον ώμο του. Και εγώ συγκρατούσα ένα χαμόγελο επίσης.


«Ίσως θα προσπαθούσα να το καταστρέψω. Ποιος ξέρει, ίσως εμένα να μην μου προκαλέσει σοκ» Η Μπέλλα με κοιτούσε ενώ το έλεγε αυτό.


«Αυτό το σοκ είναι διαφορετικό από εκείνο της Τζέιν Μπέλλα. Αυτό είναι σωματικό. Της Τζέιν ήταν πνευματικό και μπορούσες να την μπλοκάρεις έξω. Αυτό όμως-δεν μπορείς να το κάνεις. Θα τραυματιστείς» την κοίταξα με απόλυτη σοβαρότητα στο πρόσωπο μου.


Δεν μπορούσα να αφήσω εκείνο το πράγμα να την πληγώσει. Ήξερα ότι θα το έκανε. Δεν μπορούσε να το χειριστεί.


Συνέχισα να μιλάω. «Θυμάσαι τότε που μου προκάλεσε σοκ η Τζέιν;» Η Μπέλλα έγνεψε με το κεφάλι της. «Αυτή ήταν η μισή δύναμη σε σύγκριση με αυτό. Το έχω ήδη δοκιμάσει δύο φορές. Ξέρω πως το νιώθεις»


«Λοιπόν, ποτέ δεν ξέρεις εκτός αν δοκιμάσεις, σωστά;» μου είπε η Μπέλλα με το πιο γλυκό της χαμόγελο.


«Όχι, Μπέλλα. Δεν θέλω να δοκιμάσεις» Έπρεπε να ήμουν δυναμικός μαζί της αφού το να είμαι σοβαρός δεν δούλεψε. Δεν ήθελα να την διατάζω όμως αυτό δεν είναι κάτι με το οποίο μπορούσες να παίζεις. Αυτό δεν ήταν απλώς ένα τυχαίο παιχνίδι που βρήκαμε στο έδαφος. Εάν ένας άνθρωπος πήγαινε να το αγγίξει, πολύ πιθανότατα θα πέθαινε. Η σφοδρή του δύναμη ήταν πολύ δυνατή. Δεν ξέρω από πού έπαιρνε την ενέργεια του.


«Είναι εντάξει, μην ανησυχείς Έντουαρντ. Θα είμαι μια χαρά» είπε η Μπέλλα ενώ τέντωσε το χέρι της για να το πιάσει.


Όλοι οι μύες στο σώμα μου ήθελαν να πιάσουν το χέρι της και να την σταματήσουν. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό όμως μπροστά από όλους. Η Μπέλλα είναι ακόμη πεισματάρα, ακόμη και μετά από όλα αυτά τα χρόνια που έζησε. Νομίζω ότι πάντα θα είναι εκείνη η ξεροκέφαλη κοπέλα που ερωτεύτηκα τόσο βαθιά.


‘Διάβασε το μυαλό μου Μπέλλα. Μην το κάνεις. Διάβασε τώρα το μυαλό μου! Μην το κάνεις αυτό Μπέλλα!’ Ήταν όμως άσκοπο. Ακόμη και αν διάβαζε το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή και πάλι πήγε πιο κοντά για να το αγγίξει. Κράτησα την αναπνοή μου για αυτό που ήταν έτοιμο να έρθει. Είτε θα της έστελνε ένα σοκ, πιο δυνατό και από της Τζέιν μέσα στο σώμα της, ή δεν θα ένιωθε τίποτα.


Το έπιασε και το σήκωσε περίπου δύο εκατοστά πάνω από το τραπέζι. Μόλις το έκανε αυτό το έριξε. Σε ένα δευτερόλεπτο ήμουν στο πλευρό της. Η Μπέλλα δεν κουνήθηκε. Κοίταζα σε όλο της το κορμί, απλά περιμένοντας. Στάθηκε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά το χέρι της άρχισε να τρέμει το οποίο οδήγησε όλο της το σώμα στο να τρέμει. Έπεσε στο πάτωμα και άρχισε να ουρλιάζει. Ούρλιαζε από το μαρτύριο. Την τελευταία φορά που άκουσα αυτά τα ουρλιαχτά ήταν όταν γεννήθηκε η Ρενεσμί. Έφερε πίσω τόσες φρικιαστικές αναμνήσεις.


Όλοι ήρθαν γύρω της για να βοηθήσουν. Έπεσα αμέσως στο πάτωμα, μόλις έπεσε και εκείνη. Έβαλα το χέρι μου γύρω της. Την έσφιξα όσο πιο σφιχτά μπορούσα. Ήξερα ότι δεν την πονούσα όμως. Την κράτησα σφιχτά για να σταματήσω το τρέμουλο. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και το σώμα της ήταν ακίνητο. Όταν σταματήσει το τρέμουλο, ο πόνος φεύγει.


Μόλις σταμάτησε να ταρακουνιέται με άφησε μέσα στο κεφάλι της. «Λυπάμαι. Έπρεπε να σε είχα ακούσει. Δεν θα ξαναπάω ενάντια στο λόγο σου ξανά»



«Μαμά!» είπε η Ρενεσμί μόλις σταμάτησε να τρέμει η Μπέλλα. 

Κάθισε στο πάτωμα μαζί μας. Έβαλε το χέρι της πάνω στο πρόσωπο της Μπέλλα και της έπαιξε όλη αυτή τη σκηνή για αυτήν. Η Ρενεσμί την ρώτησε με το άγγιγμα της αν ήταν καλά. Μπορούσα να δω την ανησυχία μέσα στα μάτια της.


«Είμαι καλά Ρενεσμί. Χρειάζομαι απλά λίγο αέρα» είπε η Μπέλλα ενώ σηκώθηκε από το πάτωμα.


Μπορούσα να ακούσω κάποιον να έρχεται. Δεν τον άκουγα σωματικά όμως. Μπορούσα να ακούσω τις σκέψεις του. Δεν ήθελα να το χαλάσω για όλους έτσι κράτησα το στόμα μου κλειστό. Θα είναι μόνο ζήτημα δευτερολέπτων πριν ο Τζέικομπ καταλάβει ότι έρχεται κάποιος.


Ξαφνικά υπήρχαν τρία δυνατά χτυπήματα στην πόρτα-ακριβώς στην στιγμή. Παρίστανα ότι ήμουν σοκαρισμένος όπως όλοι οι άλλοι. Το έκανε απλά πιο διασκεδαστικό. Δεν ήθελα να νιώθω απ’ έξω. Το χερούλι της πόρτας άνοιξε και εκείνος μπήκε μέσα από την μπροστινή πόρτα λες και ήταν σπίτι του.


«Σεθ!» είπαν όλοι. Σήμερα ήταν λες και όλοι σκέφτονταν το ίδιο πράγμα. Πρώτα όλοι λένε ‘μενταγιόν’ την ίδια στιγμή και τώρα όλοι λένε ‘Σεθ’. Αγνόησα αυτή την σκέψη και καλωσόρισα το Σεθ.


«Είδα τι γινόταν όταν ο Τζέικομπ μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο και ήρθα εδώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μάλλον ήρθα λίγο αργά όμως» Ο Σεθ είχε το μεγαλύτερο χαμόγελο σχηματισμένο στο πρόσωπο του. Αγαπούσε την οικογένεια μου και θα έκανε τα πάντα για εμάς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την μέρα που παλέψαμε με την Βικτόρια και τον Ράιλι μαζί. Από τότε, ο Σεθ ήταν εκεί για εμάς. Είναι σαν το κουταβάκι που δεν είχα ποτέ-εκτός από τον Τζέικομπ φυσικά.


Χαμογέλασα με τις σκέψεις μου. Η Μπέλλα γύρισε και με κοίταξε μπερδεμένη. Κούνησα το κεφάλι μου και έδιωξα το χαμόγελο. Η Μπέλλα δεν προσπάθησε καν να διαβάσει το μυαλό μου αυτή τη φορά. Δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται. Τώρα που το σκέφτομαι, την τελευταία φορά που διάβασε το μυαλό μου δεν εξελίχθηκαν και πολύ καλά οι καταστάσεις. Καταλήξαμε εγώ να διαβάζω το μυαλό του Τζέικομπ και η Μπέλλα να διαβάζει το δικό μου. Αυτή δεν ήταν και πολύ ωραία φωτογραφία και χαίρομαι που φρίκαρε και πήγε να βρει τον Τζέικομπ για αυτό.


«Μαμά ήρθες τόσο κοντά και προσωπικά με την δράση ε; Άνθρωπε! Ζηλεύω» όσο μεγάλος και να είναι ο Σεθ  φυσιολογικά, πάντα θα είναι το περιβόητο τρελό, γεμάτο με χαρά παιδί που όλοι αγαπούσαν.


Ο Σεθ πήγε κοντά στη μαμά του και κάθισε δίπλα της. Κοίταξε το τραπέζι. «Ω, γουάου! Αυτό είναι το μενταγιόν;» κοίταξε τον Τζέικομπ. «Συγνώμη ρε, διάβασα το μυαλό σου. Όχι εσκεμμένα όμως. Ξέρεις πως είναι αυτό» είπε ο Σεθ ενώ έσκυψε για να το δει από πιο κοντά. Τέντωσε το χέρι του για να το πιάσει.


«Μην το αγγίξεις!» φωνάξαμε όλοι στο Σεθ.


Ναι, είναι επίσημο. Στα σίγουρα έχουμε περάσει υπερβολικά πάρα πολύ χρόνο μαζί. Ακόμη και εγώ ήμουν μέρος του αυτού.


Ο Σεθ σήκωσε πάνω και τα δύο του χέρια και άρχισε να γελάει. «Συγνώμη, συγνώμη. Δεν θα το αγγίξω»


Του εξήγησα ότι αν το αγγίξει, θα του προκαλέσει σοκ και τα λοιπά. Του είπαμε την ιστορία. Του είπαμε κάποια από τα μέρη που δεν γνώριζε. Δεν ήταν δικό του το φταίξιμο που ήταν έξω από την ιστορία. Δεν με πείραζε να του τα εξηγήσω όλα. Είχε το δικαίωμα να ξέρει ούτως ή άλλως.


«Καταλαβαίνω. Τότε πως έπιασες το μενταγιόν από εκείνη αφού εσύ δεν μπορείς να το αγγίξεις;» ρώτησε ο Σεθ.


Όλοι κοίταξαν εμένα. Υποθέτω ότι έπρεπε να εξηγήσω τις πράξεις μου τώρα- παρόλο που ήταν πολύ ξεκάθαρες.


«Η Λία τσακωνόταν για αυτό. Σκέφτηκα ότι αν έφευγε τώρα, δεν είχαμε πιθανότητα να πιάσουμε το περιδέραιο. Ακόμη είχε εκείνον τον τυχαίο άντρα μέσα στο στόμα της και έτρεξα με όλη μου τη δύναμη όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Είμαι πιο γρήγορος από ένα φυσιολογικό βρικόλακα και όλοι το ξέρουμε αυτό. Οι λυκάνθρωποι μετά βίας μπορούν να δουν τους φυσιολογικούς βρικόλακες. Οι λυκάνθρωποι εξαρτιούνται στην αίσθηση της μυρωδιάς για να τους βοηθήσει να δουν τους βρικόλακες σε μια μάχη. Δεν είναι αλήθεια αυτό;» κοίταξα τον Σεθ. Εκείνον έγνεψε το κεφάλι του.


Συνέχισα να μιλάω.


«Με εμένα από την άλλη, είναι πολύ πιο δύσκολο να με δει και έχω γίνει πιο γρήγορος όσο μεγάλωνε η ηλικία μου-όσο παράξενο και αν ακούγεται αυτό. Δεν με είδε καν να έρχομαι κοντά της. Ήμουν ήδη κοντά της έτσι η μυρωδιά μου ήταν ήδη στον δρόμο της. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να το τραβήξω επειδή θα το ένιωθε. Το έσκισα και το τράβηξα πάνω από τη γούνα της. Δεν το κατάλαβε καν. Χωρίς καν να το σκεφτώ όμως, το έβαλα μέσα στην τσέπη μου. Για να μπορέσω να το βάλω μέσα στην τσέπη μου έπρεπε να το αρπάξω. Αυτή δεν ήταν μια καλή ιδέα. Μου προκάλεσε σοκ. Με άκουσες, έτσι Τζέικομπ;»


«Ναι! Για αυτό σε άκουσα να ουρλιάζεις. Ήταν επειδή άγγιξες το μενταγιόν. Αχ, τώρα όλα έβγαλαν όλα νόημα» ο Τζέικομπ κουνούσε το κεφάλι του.


«Ω, εντάξει. Καταλαβαίνω τώρα. Ας το πάρουμε έξω και να προσπαθήσουμε να το σπάσουμε» πρότεινε ο Σεθ. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο και σηκώσαμε τους ώμους μας. Τι άλλο είχαμε να χάσουμε; Κανένας άλλος δεν είχε καμία έξυπνη ιδέα.


Ο Σεθ έπιασε το μενταγιόν από την αλυσίδα και το έφερε έξω. Μόλις βγήκαμε έξω, είδαμε εκεί όλη μου την οικογένεια. Ο Κάρλαϊλ, η Εσμί, η Άλις, ο Τζάσπερ, ο Έμμετ και η Ρόζαλι ήταν όλοι εκεί.


«Πήγαμε πίσω και καλέσαμε τους υπόλοιπους. Τους είπαμε τι έγινε. Ήθελαν να έρθουν και να δουν από μόνοι τους» είπε ο Έμμετ με τους υπόλοιπους πίσω του.


«Σε ευχαριστώ Έμμετ. Τώρα πρέπει να βρούμε πώς να σπάσουμε αυτό το μενταγιόν χωρίς να το σπάσουμε» Υποθέτω ότι έπρεπε να εξηγήσω τι έκανα και στην οικογένεια μου επίσης. Έτσι το έκανα.


Δοκιμάσαμε όλοι μας τα πάντα για να το σπάσουμε. Προσπαθήσαμε να το σπάσουμε με ογκόλιθους, μέχρι ακόμη και απλώς πετώντας το στο έδαφος. Δεν είχαμε καμία ιδέα. Κανένας δεν μπορούσε να το σπάσει με τα χέρια του ή να πατήσει πάνω του. Δοκιμάσαμε να το κάψουμε μέσα στις στάχτες της Πανδώρας όμως αυτό δεν έκανε απολύτως τίποτα. Στην πραγματικότητα έκανε το μενταγιόν να λάμπει.


Το μενταγιόν ξάπλωνε στο πάτωμα καθώς το κοιτούσαμε όλοι μας, σπάζοντας το κεφάλι μας να βρούμε τρόπους για να το καταστρέψουμε.


Ο Σεθ μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο και πήγε να το γδάρει-ακόμη και μετά από όλη εκείνη τη συζήτηση για το σοκ που κάναμε.


Ούρλιαξε από πόνο. «Άου το χέρι μου, μουδιάζει. Είναι μουδιασμένο. Δεν μπορώ να το νιώσω. Άου. Άου. Ακόμη είναι μουδιασμένο. Εντάξει, το μούδιασμα φεύγει, φεύγει, φεύγει, έφυγε» ­Δεν τον πόνεσε τόσο πολύ αφού δεν το άγγιξε εντελώς. Το άγγιξε απλώς με τα νύχια του. Όμως αυτό ήταν αρκετό για να του προκαλέσει σοκ στο χέρι του και να το μουδιάσει.


Κοιτάξαμε το μενταγιόν. Υπήρχε μια ρωγμή! Ήταν πολύ δυσδιάκριτη, όμως και πάλι υπήρχε μια ρωγμή πάνω του.


«Σεθ, κάνε το ξανά!» είπα ενθουσιασμένος. «Ίσως αρκετές ρωγμές από τα νύχια ενός λυκανθρώπου να είναι αρκετές»


«Όχι. Δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνω ξανά αυτό. Δεν πίστευα ότι το αίσθημα του χεριού μου θα επέστρεφε ξανά» είπε ο Σεθ κλαψουρίζοντας. Κανένας δεν ήξερε τι έλεγε. Ο Τζέικομπ ήξερε αμέσως ότι ο Σεθ δείλιασε.


«Ω, μικρό μωράκι» είπε ο Τζέικομπ ενώ μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο.


Με πολύ περισσότερο από ευχαρίστηση θα χρησιμοποιούσα τα νύχια λυκανθρώπου μου για να το καταστρέψω. Όμως δεν έχω τέτοια νύχια και δεν είμαι λυκάνθρωπος. Έτσι δεν μπορώ να βοηθήσω.


Ο Τζέικομπ το έγδαρε μια φορά. Το πόδι του μούδιασε επίσης.


«Αχ, που να πάρει στ’ αλήθεια πονάει! Φτου! Δεν με νοιάζει. Πρέπει να το κάνω αυτό για τη Ρενεσμί» Ο Τζέικομπ ήταν αποφασισμένος να το καταστρέψει.


Πήγε πάνω του ξανά. Αλλά αυτή τη φορά δεν το κτυπούσε μόνο με το ένα του πόδι. Ενάλλαζε μεταξύ του αριστερού και του δεξιού του. Το είχε κάνει 10 τώρα 15 φορές. Ένιωθα ότι έπρεπε να τον σταματήσω. Δεν το πιστεύω ότι υπέβαλλε τον εαυτό του σε τέτοιο πράγμα. Όμως από την άλλη, θα υπέβαλλα τον εαυτό μου σε οποιοδήποτε κίνδυνο για να σώσω τη Μπέλλα. Δεν τον κατηγορώ.


Στο τέλος ο Τζέικομπ σταμάτησε και όλο του κορμί γύριζε στο έδαφος. Ο Τζέικομπ δεν μπορούσε να ελέγξει τους σπασμούς του. Η Ρενεσμί έτρεξε δίπλα του. Τον αγκάλιαζε με τον ίδιο τρόπο που αγκάλιαζα εγώ τη Μπέλλα πριν. Όμως η Ρενεσμί φαινόταν τόσο μικρή σε σύγκριση με τη μυώδες λυκίσια μορφή του Τζέικομπ. Το αποτέλεσμα του αγκαλιάσματος δεν ήταν εκεί όμως υπήρχε η σκέψη. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο Τζέικομπ σταμάτησε να τρέμει. Κλαψούριζε στη Ρενεσμί.


Πήγαμε όλοι κοντά και κοιτάξαμε το μενταγιόν. Ο Τζέικομπ έγδαρε. Όμως αυτό ήταν μόνο-το έγδαρε. Δεν το κατέστρεψε.


Όλοι μας εκπνεύσαμε  από απογοήτευση.


«Είναι εντάξει Τζέικομπ. Κάποιες φορές πρέπει να αφήνεις τα πράγματα που αγαπάς. Να είσαι δυνατός-άφησε με να φύγω» ψιθύρισε καταθλιπτικά η Ρενεσμί. Ο Τζέικομπ ακόμη ξάπλωνε στο έδαφος δίπλα της.


«Όχι!» γρύλισε ο Τζέικομπ ενώ σηκώθηκε.


Ο Τζέικομπ έτρεξε πάνω στο μενταγιόν και το έπιασε στο στόμα του. Το μενταγιόν ήταν ισορροπημένο μεταξύ των κάτω και άνω του δοντιών. Η αλυσίδα κρεμόταν έξω από το στόμα του. Όλοι τον κοίταζαν εκθαμβωμένοι. Τα στόματα μας είχαν μείνει ανοιχτά. Ακόμη και το δικό μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι μόλις το έκανε αυτό. Γρύλισε όσο πιο δυνατά μπορούσε αφού το μενταγιόν του έδινε σοκ στη μεγαλύτερη του δύναμη. Περνούσε μέσα στα δόντια του, κατευθείαν μέσα στις νεύρες του.


Πράσινες σπίθες πετιούνταν παντού ενώ ο Τζέικομπ δάγκωνε όλο και πιο δυνατά το μενταγιόν.


«Άου, το χέρι μου! Τζέικομπ σταμάτα, το χέρι μου!» φώναζε η Ρενεσμί πονώντας καθώς κρατούσε τον καρπό της και κοίταζε το χέρι της. Τα βλέμματα όλων μας έφυγαν από τον Τζέικομπ και πήγαν στη Ρενεσμί. Η Μπέλλα ήταν δίπλα της. Το πεντάγωνο στο χέρι της Ρενεσμί έλαμπε με ένα λαμπερό πράσινο φως. Έκαιγε το χέρι της. Η Μπέλλα κρατούσε τη Ρενεσμί. Προσπάθησε να την στηρίξει και να κάνει πιο εύκολο τον πόνο.


Ο Τζέικομπ δάγκωσε πιο δυνατά το μενταγιόν. Αγνόησε το κλάμα της Ρενεσμί που σου ράγιζε την καρδιά. Μπορούσα να ακούσω το μενταγιόν να ραγίζει. Δούλευε! Ο Τζέικομπ στάθηκε ίσια δαγκώνοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε. Το έδαφος σειόταν. Έπρεπε να κινούμασταν συνεχώς ώστε το μενταγιόν να μην ρίξει μια πράσινη σπίθα πάνω μας.  Ο ηλεκτρισμός ήταν τεράστιος. Μαύρα σύννεφα ήρθαν από το πουθενά και γέμισαν τον ουρανό. Ο ήλιος χάθηκε εντελώς και εξαφανίστηκε από πίσω τους. Η Ρενεσμί φώναζε το όνομα του Τζέικομπ όμως εκείνος δεν άκουγε. Είχε συγκεντρωθεί στο να σπάσει το μενταγιόν. Εάν σταματούσε τώρα, όλη του η προσπάθεια θα είχε πάει στα σκουπίδια. Το έκανε για αυτήν. Συνεχώς επαναλάμβανε το όνομα της μέσα στο κεφάλι του. Δεν έχασε την προσοχή του ούτε μια φορά παρ’ όλα τα χιλιάδες βολτ από ηλεκτρισμό που περνούσαν μέσα του.


Το άκουσα να ραγίζει περισσότερο. Η Ρενεσμί ήταν σε βασανιστικό πόνο. Η Μπέλλα την κρατούσε προσπαθώντας να την βοηθήσει και να την κρατήσει ίσια. Η Μπέλλα βοήθησε τη Ρενεσμί να κρατάει το χέρι της που έλαμπε. Όσο πιο δυνατά δάγκωνε ο Τζέικομπ, τόσο πιο πράσινο γινόταν το χέρι της Ρενεσμί-και τόσο περισσότερο πονούσε. Η Ρενεσμί ούρλιαζε. Μετά βίας μπορούσε να ανασάνει. Τα δάκρυα της κυλούσαν πάνω στο πρόσωπο της. Όλο της το σώμα ήταν αγκυλωμένο από τον πόνο. Το πρόσωπο της ήταν κόκκινο επειδή ούρλιαζε τόσο δυνατά και με δύναμη. Τον παρακαλούσε και τον ικέτευε να σταματήσει. Εγώ, από την άλλη του έλεγα να δαγκώσει πιο δυνατά. Τον εμψύχωνα. Ήξερα ότι η Ρενεσμί πονούσε όμως νομίζω ότι αυτό δούλευε στ’ αλήθεια. Το γρύλισμα του Τζέικομπ γινόταν όλο και πιο δυνατό. Μπορώ μόνο να φανταστώ τον πόνο τον οποίο νιώθει τώρα.


Μπορούσα να νιώσω τον ηλεκτρισμό να περνάει από μέσα μου. Όλοι μπορούσαμε να το νιώσουμε. Ήμασταν όλοι φοβισμένοι. Παρόλο που δεν άγγιζε κανένα από εμάς ήταν λες και αναπνέαμε σε κάποιου είδους ηλεκτρικό ρεύμα. Κράτησα την αναπνοή μου. Όλοι το πρόσεξαν και έκαναν το ίδιο.


Μόλις η Ρενεσμί ούρλιαξε το τελευταίο της ‘Όχι’ που σου τρυπούσε τα αυτιά, ακούσαμε το μενταγιόν να θρυμματίζεται. Ανατινάχθηκε μέσα στο στόμα του Τζέικομπ και εκείνος πετάχτηκε μακριά. Όλοι μας αγκαλιάσαμε τους εαυτούς μας. Ο Τσάρλι και ο Σεθ κάλυψαν τη Σου αφού το απλό ανθρώπινο της σώμα δεν μπορούσε να το αντέξει αυτό. Το γυαλί θρυμματίστηκε σε τόσα πολλά κομμάτια που έγινε σκόνη. Τα σύννεφα στον ουρανό  απομακρύνθηκαν και ο ήλιος φάνηκε ξανά. Ο άνεμος παρέσυρε τη σκόνη από το μενταγιόν μακριά. Δεν έμειναν άλλα κομμάτια.


Η Ρενεσμί ήταν λιπόθυμη στα χέρια της Μπέλλας όμως ήταν καλά. Μπορούσα να ακούσω την σταθερή της καρδιά. Μπορούσα επίσης να ακούσω τη δική του Σεθ και της Σου. Δεν μπορούσα όμως να ακούσω τη δική του Τζέικομπ.


«Τζέικομπ!» φώναξα ενώ έτρεξα κοντά του για να δω τι έγινε. Ήταν ακόμη στη μορφή του λύκου. Κάθισα δίπλα του σιγά και άκουσα. Ακόμη δε μπορούσα να ακούσω την καρδιά του. Κοίταξα ψηλά για να δω τον Τσάρλι να κρατάει έναν απινιδωτή.


«Δεν ξέρω πως θα δουλέψει στη  μορφή του λύκου του. Δεν θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα όπως εάν ήταν άνθρωπος. Χρειάζεται να τον αλλάξουμε ξανά» Ο Κάρλαϊλ ετοίμαζε τα μηχάνημα ενώ μιλούσε.


«Δεν υπάρχει χρόνος!» φώναξα.


Ο Τζέικομπ ξάπλωνε στο πλευρό του. Υποθέτω ότι η Ρενεσμί ξύπνησε επειδή πριν μπορέσω καν να τον μετακινήσω ήταν στο πλευρό μου φρικαρισμένη. Δάκρυα έπεφταν από τα μάτια της ενώ κατάλαβε ότι ούτε αυτή μπορούσε να ακούσει την καρδιά του Τζέικομπ. Δεν έκανε καν θόρυβο. Δεν μπορούσε καν να μιλήσει.


Έπρεπε να την αγνοήσω για τη στιγμή και γύρισα τον Τζέικομπ ανάσκελα. Εάν θα έσωζα τη ζωή του έπρεπε να το έκανα τώρα! Άρπαξα τον απινιδωτή από τον Κάρλαϊλ και  έτριψα τις δύο πλευρές μεταξύ τους.


«Καθαρό!» φώναξα ενώ έριξα ηλεκτρισμό στην καρδιά του Τζέικομπ για πρώτη φορά.


Σταματήσαμε όλοι να κινούμαστε και ακούσαμε. Ακόμη δεν ακούγαμε τον χτύπο της καρδιάς του. Τότε είναι που η Ρενεσμί αντιλήφθηκε την πραγματικότητα. Άρχισε να φωνάζει, να ουρλιάζει, να κλαίει-οτιδήποτε καταθλιπτικό- μπορείς να βρεις, το έκανε. Το μικρό μου κοριτσάκι πονούσε και δεν μπορούσα να την βοηθήσω. Με έσκιζε ψυχικά όμως η Μπέλλα έπρεπε να ασχοληθεί με αυτό ενώ εγώ ασχολούμουν με τον Τζέικομπ. Θα προτιμούσα να έχω τη Ρενεσμί να κλαίει τώρα για 5 λεπτά παρά να κλαίει για την υπόλοιπη της ζωή εάν έχανε τον Τζέικομπ.


«Μπέλλα πάρε τη μέσα!» την διέταξα. Η Μπέλλα άκουσε. Έβαλε το χέρι της γύρω από τη Ρενεσμί και τη οδήγησε προς το σπίτι. Άρχισαν και οι δύο να απομακρύνονται. Η Ρενεσμί κοίταξε πίσω για τελευταία φορά και έφυγε από τα δεσμά της Μπέλλα και κάθισε δίπλα στο κεφάλι του Τζέικομπ.


«Ρίσκαρε τη ζωή του για μένα! Ηλίθιο σκυλί! Γιατί να το κάνεις αυτό; Σε αγαπώ! Ξύπνα! Μην μου το κάνεις αυτό! Σε παρακαλώ. Το ξέρω ότι είσαι ζωντανός. Δεν μπορείς να πεθάνεις. Απλά δεν μπορείς! Εάν πεθάνεις, θα πεθάνω μαζί σου» Χάιδευε το τρίχωμα του κεφαλιού του. «Αντίο Τζέικομπ» η Ρενεσμί έπεσε προς τα πίσω και έχασε τις αισθήσεις της.


Η Μπέλλα την έπιασε αμέσως πάνω της και την πήρε μέσα. Δοκίμασα τον απινιδωτή ακόμη μια φορά. Άκουσα ένα χτύπο! Ήταν αδύναμος, όμως και πάλι ήταν εκεί! Ένιωθα ότι η καρδιά μου θα άρχιζε κάποια στιγμή τώρα.


Μόλις άρχισε η καρδιά του, μπορούσα να την ακούσω να γίνεται όλο και πιο δυνατή. Ο Κάρλαϊλ ήρθε κοντά μου και με χτύπησε στην πλάτη. Όλοι χτυπούσαν τα χέρια τους. Ήμουν περήφανος για αυτό που έκανα. Ο Τζέικομπ ήταν μέσα στην οικογένεια τώρα και δε μπορούσα να τον αφήσω να πεθάνει έτσι απλά-ειδικά αφού έσωσε τη ζωή της κόρης μου. Του χρωστούσα μια ζωή, και μόλις του την  πλήρωσα πίσω.


«Θα ήθελες να μείνουμε όλοι μας και να βοηθήσουμε όπως μπορούμε;» ήρθε η Εσμί κοντά μου και με ρώτησε.


«Όχι, ευχαριστούμε. Νομίζω ότι χρειαζόμαστε να ξεκουραστούμε. Λοιπόν όχι η Μπέλλα και εγώ, όμως η Σου, ο Σεθ, ο Τζέικομπ και η Ρενεσμί χρειάζονται να ξεκουραστούν για να αναζωογονήσουν τα σώματα τους. Έχουν όλοι τους περάσει τόσα πολλά. Χρειαζόμαστε ησυχία για αυτούς»


Κοίταξα τον Έμμετ. «Μπορώ να δω ότι δεν θα έχουμε ησυχία με τον Έμμετ εδώ γύρω» του έκανα αστείο.


«Ναι! Χάχα ναι η ησυχία δεν είναι το φόρτε μου. Με ξέρεις υπερβολικά καλά Έντουαρντ» είπε ο Έμμετ.


«Λοιπόν, μπορώ να διαβάσω το μυαλό σου, δυστυχώς. Και σε παρακαλώ, από τώρα και στο εξής όταν είσαι γύρω μου, σταμάτα να το σκέφτεσαι αυτό»  του έριξα ένα βλέμμα. Είναι λες και το κάνει ξεπίτηδες όταν είμαι γύρω. Ή ίσως είναι πάντα μέσα στο μυαλό του.


Ο Έμμετ κοίταξε τη Ρόζαλι και ξέσπασε σε γέλια.


«Τι;» ρώτησε η Ρόζαλι.


«Τίποτα. Πάμε» είπε ο Έμμετ. Γύρισαν όλοι και σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο είχαν φύγει.


Μπορούσα ακόμη να ακούσω από μακριά τη Ρόζαλι να ρωτάει τον Έμμετ. Το γέλιο του ηχούσε μέσα σε όλο το δάσος.


Ο Τζέικομπ άλλαξε ξανά σε άνθρωπο χωρίς καν να το καταλάβει. Έβγαλα την φανέλα μου και τον κάλυψα με αυτήν. Φαινόταν το γυμνό μου στήθος. Χαίρομαι που δεν είναι εδώ η Μπέλλα για να το δει αυτό. Δεν μπορούσα να ελέγξω τις ενέργειες της όταν ήταν για τέτοιου είδους θέματα.


Κάλεσα τον Τσάρλι εδώ και του ζήτησα να με βοηθήσει-παρόλο που δεν το χρειαζόμουν στ’ αλήθεια. Η Σεθ είχε αλλάξει ξανά σε άνθρωπο και τώρα μας βοηθούσε και αυτός. Κουβαλήσαμε τον Τζέικομπ μέσα στο σπίτι. Η Μπέλλα έβαλε τη Ρενεσμί στο κρεβάτι μας ενώ μας είπε να βάλουμε τον Τζέικομπ στο κρεβάτι της Ρενεσμί.


Ο Σεθ, η Σου και ο Τσάρλι πήγαν κάτω για να χαλαρώσουν-παρόλο που ο Τσάρλι δεν το χρειαζόταν.


Η Μπέλλα και εγώ πήγαμε στο κρεβάτι μας για να δούμε τη Ρενεσμί. Καθίσαμε στο κρεβάτι δίπλα της. Κοιμόταν τώρα. Έκλαιγε τόσο πολύ πριν. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα από τα δάκρυα της. Τα μάτια της ήταν φουσκωμένα και το πρόσωπο της ήταν επίσης υγρό. Η Μπέλλα κρατούσε ένα ρούχο και σκούπισε το πρόσωπο της κόρης μας καθαρίζοντας το.


«Είμαστε κακοί γονείς; Δε νομίζω ότι φυσιολογικά παιδιά κλαίνε τόσο πολύ. Πονούσε τόσο πολύ και δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσαμε να κάνουμε»


«Όχι δεν είμαστε κακοί γονείς! Αυτά τα πράγματα απλά συμβαίνουν. Πονούσε πολύ –ναι- όμως θα το ξεπεράσει σύντομα μόλις δει τον Τζέικομπ ζωντανό και καλά»


Γύρισα το σώμα μου ώστε τώρα να βλέπει τη Μπέλλα αντί τη Ρενεσμί.


«Έπρεπε να είχες δει ότι συνέβαινε μέσα στο κεφάλι του Τζέικομπ. Με πολύ ευκολία θα θυσίαζε τη ζωή του για τη Ρενεσμί» ήμουν ήδη σοκαρισμένη.


«Μου ακούγεται σαν κάποιο που ξέρω» η Μπέλλα μου σήκωσε το φρύδι της. Κοίταζε κάτω το στήθος μου και δάγκωσε το κάτω χείλος της. Έλεγξε τον εαυτό της. Ξέχασα εντελώς ότι δεν έβαλα μια μπλούζα για αντικατάσταση της άλλης. Και αυτό μου θύμισε επίσης, ακόμη έχω να βάλω ένα παντελόνι στον Τζέικομπ. Λοιπόν, υποθέτω ότι αυτό μπορεί να περιμένει. Αυτό είναι πιο σημαντικό για μένα τώρα.


«Διάβασα το μυαλό του όμως. Παρ’ όλη την δουλειά που έκανα για να κρατήσω τη Ρενεσμί ήρεμη, χρησιμοποίησα την ασπίδα μου προς όφελος μου και κοίταξα μέσα στο μυαλό του Τζέικομπ. Ήταν απίστευτο. Η αγάπη και η ζεστασιά που ένιωθα για τη Ρενεσμί ήταν στ’ αλήθεια το κάτι άλλο» Η Μπέλλα χαμογέλασε με τις λέξεις της. «Υποθέτω ότι στ’ αλήθεια είναι γραφτό να είναι μαζί. Δεν μπορεί να ζήσει ο ένας χωρίς τον άλλο. Όπως εμένα και εσένα» Η Μπέλλα έσκυψε και μου έδωσε ένα φιλί.


Σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο σηκώθηκα πάνω και έπιασα τη Μπέλλα πάνω μου. Έσκυψα πίσω στο κρεβάτι και έβαλα τη Μπέλλα να ξαπλώσει από πάνω μου. Το κεφάλι της ήταν πάνω στο στήθος μου και η Ρενεσμί ήταν δίπλα μας.


«Εσείς οι δύο είστε όλα όσα θα μπορούσα να ζητήσω. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο στον κόσμο που θα ήθελα. Εσείς οι δύο είστε οι κυρίες που οδηγείτε τη ζωή μου» Ένιωσα ζεστασιά ξέροντας ότι θα ήταν για πάντα εκεί.


Η Μπέλλα έκλεισε τα μάτια της και με άφησε μέσα στην ασπίδα της. Καθώς η Ρενεσμί ξάπλωνε εκεί κοιμώμενη. Έκλεισα και εγώ τα μάτια μου και κοίταξα όλες τις πανέμορφες αναμνήσεις που είχαμε μαζί σαν οικογένεια. Μείναμε έτσι για όλη τη νύχτα.

 

 

Κεφάλαιο 20 - Ο Γάμος

ΡΕΝΕΣΜΙ


Στεκόμουν εκεί κοιτάζοντας τα παπούτσια μου. Φορούσα μαύρα φανταχτερά παπούτσια. Ήταν πολύ ωραία. Όμως έμοιαζαν με τον τύπο των παπουτσιών που βλέπεις να φοράνε στις κηδείες. Κοίταξα πάνω για να καταλάβω ότι ήμουν σε κηδεία. Όλα όσα φορούσα ήταν μαύρα. Η μπλούζα μου ήταν μαύρη, η φούστα μου ήταν μαύρη, το κολάν μου και ακόμη φορούσα ένα μαύρα καπέλο με ταιριαστά γάντια. Αυτό ήταν στ’ αλήθεια αλλόκοτο. Δεν θυμάμαι να ντύνομαι, όμως να, εδώ είμαι ντυμένη με αυτό τον τρόπο.


Κοίταξα γύρω μου για να τους δω όλους να κλαίνε. Η μαμά και ο μπαμπάς έκλαιγαν-ακόμη και όλοι από τους Κάλεν. Ήταν ημέρα και ήμασταν όλοι κάτω από τον ήλιο. Ο ήλιος ήταν τόσο λαμπερός που τα μάτια μου πονούσαν. Ήταν τόσο ζεστά έξω. Αυτός δεν ήταν σίγουρα καιρός του Φορκς. Ένιωθα λες και ήμουν στην Αριζόνα ή κάτι τέτοιο. Η μαμά πάντα μου έλεγε για τον ζεστό καιρό εκεί.


Κοιτούσα κατάματα την Άλις καθώς με προσπέρασε με τον Τζάσπερ στο πλάι της. Είδα δάκρυα να κυλάνε πάνω στο πρόσωπο της. Δάκρυα κυλούσαν και πάνω στο πρόσωπο της μαμάς ενώ και αυτή έκλαιγε με αναφιλητά από τον πόνο της. Μπορούσα να την δω να τα σκουπίζει με ένα χαρτομάντιλο. Οι βρικόλακες δεν έχουν δάκρυα. Τι συνέβαινε; Ο ήλιος ακτινοβολούσε από πάνω τους όμως κανένας από αυτούς δεν λαμπίριζε.


Όλα τα άτομα από το Φορκς και το Λα Πους ήταν εδώ. Ήταν όλοι συσπειρωμένοι γύρω από έναν τάφο. Έσπρωχνα ασταμάτητα τον κόσμο για να δω ποιού ήταν η ταφόπλακα. Άρχισα να ανησυχώ. Ο λαιμός μου ήταν δεμένος κόμπο σε μια προσπάθεια μου να κρατηθώ από το να κλάψω. Μπορούσα να νιώσω το κάψιμο ενώ περνούσα ανάμεσα στους ανθρώπους. Έλεγα συγνώμη ενώ τους έσπρωχνα από το δρόμο μου απαλά.


Έφτασα κοντά στην ταφόπλακα.


‘Στην Στοργική Ανάμνηση του…


…Τζέικομπ Μπλακ’.


Τα μάτια μου γούρλωσαν από το σοκ. Ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει να χτυπάει. Όλα μαύρισαν.


***


Ξύπνησα σε κρύο ιδρώτα. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα ενώ προσπαθούσα να κρατήσω την αναπνοή μου. Γιατί συνέχιζα να έχω αυτά τα άσχημα όνειρα; Ένιωσα τόσο κούφια μέσα μου, λες και κάποιος μου έδωσε γροθιά στην κοιλιά δημιουργώντας μου μια τρύπα. Κατάπια και κατάλαβα ότι ο λαιμός μου με έκαιγε. Δεν είχα φάει για μέρες. Δεν είχα δώσει καν σημασία σε αυτό. Υπήρχαν τόσα άλλα πράγματα να ανησυχώ εκτός από το φαγητό. Όμως τώρα ήμουν στ’ αλήθεια διψασμένη.


Κοίταξα αλλού και είδα ότι το παράθυρο στο δωμάτιο των γονιών μου ήταν ανοιχτό. Ο παγερός αέρας φυσούσε μέσα στο δωμάτιο. Πήρα μια βαθιά ανάσα και μύριζε τόσο ωραία. Ο ήλιος ακτινοβολούσε μέσα από το γυαλί. Ήταν πρωί. Για πόσο ήμουν κοιμισμένη; Τι μέρα είναι;


Ήταν όνειρο αυτό που είχα; Ή μήπως ήταν μια ανάμνηση; Το μόνο που θυμάμαι είναι να κάθομαι δίπλα στο νεκρό σώμα του Τζέικομπ. Ίσως να ήμουν στην κηδεία του. Τράβηξα τα καλύμματα από πάνω μου και γλίστρησα έξω από το κρεβάτι των γονιών μου. Φορούσα τις πυτζάμες μου. Μόλις τα πόδια μου άγγιξαν το πάτωμα, τα γόνατα μου εξασθένισαν. Πριν μπορέσω να στηρίξω τον εαυτό μου η μαμά μου ήταν στη δεξιά μου μεριά. Με σήκωσε πάνω.


«Γλυκιά μου, χαλάρωσε. Είσαι αδύναμη. Χρειάζεσαι να φας για να επανακτήσεις την δύναμη σου» είπε η μαμά ενώ με βοήθησε να καθίσω ξανά στο κρεβάτι.


«Ο λαιμός μου-καίει τόσο πολύ» είπα με μια τραχιά φωνή. Καθάρισα το λαιμό μου.


«Το ξέρω. Σχεδιάζαμε να πάμε κυνήγι όταν ξυπνούσες. Μας έμεινε λίγο αίμα ακόμα όμως νιώθουμε ότι θα ήταν καλύτερα για σένα να βγεις έξω από το σπίτι και να πας κυνήγι». Είπε η μαμά ενώ έφυγε από το δωμάτιο και ήρθε πίσω με κάποια ρούχα για μένα.


Άλλαξα αμέσως. Κάποια μέρη από το όνειρο μου ήρθαν πίσω-το τελευταίο μέρος, όπου είδα την ταφόπλακα του Τζέικομπ.


«Ο Τζέικομπ», ψιθύρισα στη μαμά μου. Έκλεισα τα μάτια μου ενώ καθόμουν εκεί-τον μύρισα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και ακολούθησα τη μυρωδιά του. Παρόλο που ήταν παντού μπορούσα εύκολα να την εντοπίσω. Μπορούσα επίσης να νιώσω που ήταν. Ήταν στο δωμάτιο μου. Περπάτησα εκεί αργά με τη μαμά μου από πίσω μου. Φοβόμουν τι θα έβρισκα.


Κοίταξα μέσα αργά πριν μπω μέσα. Η καρδιά μου χτυπούσε αργά, δεν ήξερα αν ήθελα ή όχι να κοιτάξω μέσα. Κοίταξα μέσα και η καρδιά μου ηρέμησε αυτόματα. Ένα χαμόγελο έλαμψε το πρόσωπο μου. Να ο Τζέικομπ. Ξάπλωνε πάνω στο κρεβάτι μου. Φαινόταν τόσο ήρεμος. Το δωμάτιο ήταν φωτεινό από τον ήλιο. Ήταν πιο πολύ φωτεινό επειδή το παράθυρο μου δεν είχε φτιαχτεί ακόμη. Ήταν μια μεγάλη τρύπα καλυμμένη με κουρτίνες από τις οποίες μπορούσες να δεις από μέσα, τις οποίες έσπρωχνε ο άνεμος σε κάθε κατεύθυνση. Μπορούσα δω το στήθος του Τζέικομπ να ανεβαίνει ενώ πήρε μια ανάσα με καθαρό αέρα. Το πρόσωπο του ήταν γερμένο προς το μέρος μου πάνω στο μαξιλάρι. Τα μάτια του ήταν κλειστά και δεν κατάλαβε ότι ήμουν εκεί. Η μαμά μου έδωσε ένα φιλί πάνω στο κεφάλι και πήγε κάτω με το μπαμπά. Ήθελε να μας δώσει λίγο χρόνο μόνους μας.


Ο παππούς, ο Σεθ και η Σου είχαν φύγει. Υπέθεσα ότι πήγαν πίσω στο σπίτι στο Λα Πους και ο παππούς πήγε μαζί τους. Στάθηκα εκεί για δύο περίπου λεπτά σε απόλυτη ησυχία. Δεν ήθελα να ξυπνήσω τον Τζέικομπ.


Ξαφνικά από το πουθενά τα μάτια του άνοιξαν απότομα και κοίταξε κατευθείαν εμένα. «Ρενεσμί;» είπε.


«Ναι, εγώ είμαι» είπα ενώ περπάτησα αργά προς τα εκεί. Ήταν κάτω από τα καλύμματα. Ξάπλωσα δίπλα του πάνω από τα καλύμματα. Έγειρα το κεφάλι μου πάνω από το δικό του. Ένα δάκρυ έπεσε από το μάτι μου.


«Κλαις; Γιατί είσαι λυπημένη τώρα;» με ρώτησε ο Τζέικομπ. Ήταν σιγανό σαν ψίθυρος.


«Δεν είμαι λυπημένη. Είμαι χαρούμενη. Δεν είσαι νεκρός και ούτε και εγώ είμαι». Κοίταξα το χέρι μου. Μπορούσα να το καταλάβω ότι και ο Τζέικομπ έβλεπε επίσης. Το Πεντάγωνο είχε χαθεί. Γύρισα το χέρι μου από την άλλη. Δεν υπήρχε τίποτα ούτε και από την άλλη. Φίλησα τον Τζέικομπ πάνω στο κεφάλι του. Τα ζεστά μου χείλη πάνω στο ζεστό του δέρμα ήταν το καλύτερο αίσθημα. Ζέστανε όλο μου το κορμί. «Ευχαριστώ» είπα.


Ξαπλώσαμε εκεί για δέκα λεπτά μέσα σε ησυχία. Ήμασταν απλώς τόσο χαρούμενοι που ήμασταν δίπλα ο ένας στον άλλο ξέροντας ότι κανένας από εμάς δεν θα πέθαινε σύντομα. Η κατάρα μου είχε φύγει και ο Τζέικομπ θεραπευόταν γρήγορα από όλα εκείνα το βολτ ηλεκτρισμού που πέρασαν μέσα από το κορμί του. Ο Τζέικομπ μου είπε ότι ο μπαμπάς είπε πως όλα του τα όργανα σταμάτησαν να λειτουργούν. Εάν ο μπαμπάς δεν έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει εκείνη τη στιγμή, ο Τζέικομπ δεν θα ήταν εδώ σήμερα για να μου το πει αυτό. Θα έπρεπε να ευχαριστήσω το μπαμπά μου την επόμενη φορά που θα τον δω.


«Ποιος είναι έτοιμος για κυνήγι;» ο μπαμπάς εμφανίστηκε αυτόματα στην πόρτα μου.


Έτρεξα πάνω του και του έδωσα την πιο μεγάλη και πιο σφιχτή αγκαλιά που θα μπορούσε να δώσει μια κόρη στον πατέρα της. Άγγιξα το πρόσωπο του και τον ευχαρίστησα ένα εκατομμύριο φορές. Χαμογέλασε και είπε, «Παρακαλώ. Τώρα ας πάμε να φάμε. Πεινάω τόσο πολύ!»


Κοίταξα τον Τζέικομπ και ήταν ήδη έξω από το κρεβάτι περιμένοντας μας. Γύρισα από την άλλη για να κοιτάξω το μπαμπά μου όμως είχε ήδη φύγει. Θα έλεγα κάτι στον Τζέικομπ όμως είχε και αυτός φύγει. Έτρεξαν και οι δύο έξω από το παράθυρο σαν μικρά παιδιά. Η μαμά ήταν στο πλευρό μου τώρα.


«Έλα· πάμε να φτάσουμε εκείνα τα άτομα» είπε η μαμά ενώ έπιασε το χέρι μου.


«Τεχνικώς μαμά, δεν είναι στ’ αλήθεια άτομα». Έκανα την έξυπνη-όμως την ίδια στιγμή αστειευόμουν.


Τρέξαμε και οι δύο έξω από παράθυρο μαζί ενώ η μαμά μου στριφογύρισε τα μάτια της. Στην πραγματικότητα γέλασα δυνατά. Ένιωθα τόσο ωραία που γελούσα ξανά. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που γέλασα. Τα πνευμόνια μου γέμισαν με καθαρό αέρα ενώ τρέχαμε ελεύθερα μέσα στο δάσος. Ήταν πολύ κρύο έξω όμως ένιωθες τόσο ωραία. Ο παγερός κρύος αέρας έτρεξε κάτω στην πλάτη μου ενώ τα μαλλιά μου ανέμιζαν από το τρέξιμο. Με έκανε να ανατριχιάζω σε όλο μου το κορμί όμως ήταν ολοκληρωτικά αναζωογονητικό.


Η μαμά και εγώ φτάσαμε τον Τζέικομπ και το μπαμπά.


«Τι μυρίζουμε σήμερα;» είπε ο μπαμπάς μου ενώ σήκωσε τη μύτη του για να μυρίσει τον αέρα-και όποια μυρωδιά ζώου κουβαλούσε μαζί του.


Έπιασα τη μυρωδιά  μιας πολικής αρκούδας, όμως δεν ήθελα να την κυνηγήσω. Δεν δικαιούμασταν να το κάνουμε. Οι αριθμοί τους μειώνονταν γοργά έτσι ο μπαμπάς είπε σε όλη την οικογένεια ότι δεν δικαιούμασταν να τις κυνηγήσουμε. Συμφώνησα μαζί του. Μύρισα κάποια ελάφια έτσι αυτό ήταν που ακολουθήσαμε.


Οδήγησα τους υπόλοιπους. Η μαμά και ο μπαμπάς έφυγαν για να ακολουθήσουν ένα άλλο κοπάδι που μύρισαν, ενώ ο Τζέικομπ και εγώ ακολουθήσαμε το κοπάδι που μύρισα αρχικά. Επιτέλους είχα την ευκαιρία να κυνηγήσω με τον Τζέικομπ ξανά. Νομίζω ότι είχα το μόνιμο χαμόγελο πάνω στο πρόσωπο μου αυτή τη στιγμή. Είδα το πρώτο ελάφι. Τα βαμπίρικα μου ένστικτα ήρθαν στην επιφάνεια με τις ολοκληρωτικές τους συνέπειες. Πετάχτηκα πάνω του. Δεν είχε πιθανότητα να με ξεπεράσει στο τρέξιμο. Πέσαμε και οι δύο στο έδαφος ενώ κρατούσα σφιχτά το σώμα του ώστε να μην το σκάσει. Ο λαιμός του ήταν μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Η καρδιά του ζώου χτυπούσε γρήγορα αφού ήξερε ότι ήταν κοντά στο θάνατο. Μπορούσα να νιώσω το χτύπο του που επιτάχυνε κάτω από τα δάκτυλα μου και είδα το αίμα να κυλάει μέσα στις φλέβες στο λαιμό του. Ο στόμα μου είχε αρχίσει σχεδόν να τρέχει σάλια. Δεν ήθελα να παρατείνω άλλο το θάνατο αυτού του ζώου, έτσι πήγα για το λαιμό του. Έθαψα τα δόντια μου βαθιά μέσα στο λαιμό του. Τα δόντια μου τρύπησαν εύκολα το δέρμα του ζώου. Το ένιωθα τόσο φυσικό. Ρούφηξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Είχε τόσο ωραία γεύση. Οι προσπάθειες του να αποδράσει γίνονταν πιο αδύναμες κάθε φορά που ρουφούσα περισσότερο αίμα από αυτό. Μπορούσα να νιώσω το αίμα να φέρνει ενέργεια στο σώμα μου. Το αίμα του ζώου κυλούσε μαζί με το δικό μου. Το ζώο και εγώ ήμασταν ένα τώρα.


Σηκώθηκα από το έδαφος και πήρα μια βαθιά αναπνοή και εξέπνευσα. Ήταν γεμάτη με εκείνο το μεγάλο ελάφι. Ο Τζέικομπ-στη μορφή του λύκου- πετάχτηκε από πάνω  μου για να τελειώσει με το σώμα που είχε απομείνει. Ξέχασα εντελώς ότι αυτός είναι ο τρόπος που τρώμε. Κάναμε μια υπόσχεση ο ένας στον άλλο ότι αυτός θα ήταν ο τρόπος που θα τρώγαμε πάντα. Θα το άφηνα ξηρό από αίμα ενώ ο Τζέικομπ θα τελείωνε με το υπόλοιπο κουφάρι ώστε να μην έμενε εκεί.


Παρακολουθούσα ενώ ο Τζέικομπ καταβρόχθιζε το ζώο κομμάτι-κομμάτι. Σε ένα φυσιολογικό άτομο ο ήχος του οστού που έσπαζε και του μυός που σκιζόταν θα έφερνε αυτόματα την τάση εμετού, όμως για εμένα ήταν πολύ θαυμάσιο. Στην πραγματικότητα το βρήκα πολύ ελκυστικό να βλέπω τον Τζέικομπ να σκίζει και να κόβει το ελάφι.


Ο Τζέικομπ τελείωσε το γεύμα του χωρίς ακαταστασία. Μόλις είχε τελειώσει να τρώει-πριν μπορέσω να πω ούτε λέξη- η μαμά και ο μπαμπάς ήρθαν κοντά μας. Τελείωσαν και αυτοί το κυνήγι.


«Νιώθεις καλύτερα τώρα αφού έχεις φάει;» ρώτησε η μαμά.


«Ναι, νιώθω πολύ καλύτερα τώρα. Νιώθω σαν ένα τελείως διαφορετικό άτομο». Τέντωσα όλο μου το κορμί. Ένιωθα σαν να κοιμόμουν για μέρες.


«Ούτως ή άλλως, πόσο καιρό κοιμόμουν;» ρώτησα τους γονείς μου.


«Λοιπόν ήσουν αναίσθητη για μια ολόκληρη μέρα. Δεν ξύπνησες ούτε μια φορά, ό,τι και να λέγαμε ή κάναμε. Πιστεύαμε ότι χρειαζόσουν την ξεκούραση έτσι δεν σε πιέσαμε να ξυπνήσεις. Ο Τζέικομπ από την άλλη κοιμήθηκε μέχρι τη νύχτα και ξύπνησε απαιτώντας απαντήσεις και να σε δει. Του είπαμε ότι θα ήσουν ξύπνια το πρωί-πράγμα που είσαι- και αυτό ήταν» είπε η μαμά.


«Τι μέρα είναι; Νιώθω τόσο χαμένη. Τι ώρα είναι επίσης;» Είχαν τόσες πολλές ερωτήσεις. Που ήμουν; Αστειεύομαι. Ήξερα ότι ήμασταν στην Αλάσκα τώρα- για αυτό και το χιόνι. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ όμορφο. Έμοιαζε σαν να χιόνισε χθες τη νύχτα αφού το χιόνι στο έδαφος φαινόταν τόσο φρέσκο. Είδα πριν ότι το χιόνι κάλυψε ακόμη και τον καλυμμένο από στάχτη τάφο της Πανδώρας.


«Είναι 5 Δεκεμβρίου 2025. Είμαι αρκετά σίγουρη ότι είναι περίπου 7 προ μεσημβρίας».


«7 προ μεσημβρίας;! Τι κάνω ξύπνιος; Ποτέ δεν ξυπνάω αυτή την ώρα!» είπε ο Τζέικομπ ενώ άρχισε να γελάει. Τον ακολουθήσαμε και εμείς.


Πήγαμε μέσα και εγώ ήμουν γεμάτη με ενέργεια. Δεν ήθελα να καθίσω απλώς. Ρώτησα τους γονείς μου εάν θα ήταν εντάξει να πάμε κάτω στο Λα Πους για να δούμε τους άλλους. Είπαν ότι ήταν εντάξει. Ο Τζέικομπ είπε ότι ήταν ενθουσιασμένος να πάει πίσω και να τους δει όλους. Μόλις τελείωσε η συζήτηση, φύγαμε.


Τρέξαμε μαζί χέρι με χέρι χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια φορά. Δεν μιλούσαμε καν. Δεν το χρειαζόμασταν. Ήμασταν και οι δυο ευχαριστημένοι απλώς με την παρουσία του άλλου. Οι λέξεις δεν χρειάζονταν να αρθρωθούν για να εκφράσουν αυτό που νιώθαμε ο ένας για τον άλλο. Μπορούσαμε απλώς να το νιώσουμε βαθιά μέσα στις καρδιές μας.


Φτάσαμε στο σπίτι του Μπίλι σε χρόνο μηδέν. Καθόταν στον καναπέ παρακολουθώντας τηλεόραση. Η αναπηρική του καρέκλα ήταν στο ίδιο ακριβώς σημείο που είναι πάντα όποτε ο Μπίλι παρακολουθεί τηλεόραση. Δεν υπήρχε ενθουσιασμός εδώ.


«Ω, γεια-» μια σειρά από βαθιά δυνατά βηξίματα τον σταμάτησαν.


Περπάτησα κοντά του. «Είσαι καλά; Χρειάζεσαι λίγο νερό ή κάτι άλλο;»


Σταμάτησε να βήχει και συνέχισε την πρόταση του.


«Όχι γλυκιά μου, είμαι καλά. Σε ευχαριστώ όμως. Δεν είμαι τόσο νέος όσο νομίζω ότι είμαι πια». Μου χαμογέλασε.


«Τζέικομπ! Μπορώ να σε μυρίσω από ένα μίλι μακριά!» φώναξε ο Σαμ από έξω.


Βγήκαμε και οι δύο έξω και συναντηθήκαμε με το Σαμ. Στεκόταν στο λερωμένο δρόμο του σπιτιού του Τζέικομπ.


«Τι κάνετε παιδιά; Τα έμαθα όλα για το τι έγινε με εσένα και τη Λία», είπε ο Σαμ με ένα χαμόγελο πάνω στο μυώδες του πρόσωπο. Φορούσε μόνο ένα σκισμένο παντελόνι. Δεν εκπλησσόμουν όμως. Είχα συνηθίσει να τους βλέπω μισόγυμνους μέχρι τώρα.


«Ήταν εντελώς απίστευτο! Ο Μάρκο και η Πανδώρα είναι νεκροί όμως η Λία το έσκασε» είπα ενώ κατέβασα το κεφάλι μου.


«Ναι το ξέρω ότι η Λία το έσκασε. Γιατί το άφησες να γίνει, Τζέικομπ;» το χαμόγελο του Σαμ εξαφανίστηκε εντελώς και έγινε θυμωμένος. Έκανε ένα βήμα προς τον Τζέικομπ.


«Δεν ήταν τόσο εύκολο ξέρεις!» είπε ο Τζέικομπ μέσα από τα δόντια του.


«Το ξέρω όμως και πάλι δεν έπρεπε να την αφήσεις να το σκάσει. Ήταν ασεβής και γύρισε την πλάτη της στη φυλή μας και εσύ την άφησες απλά να φύγει;» Ο Σαμ βρισκόταν μπροστά από το πρόσωπο του Τζέικομπ.


«Αγόρια! Αγόρια! Χαλαρώστε εντάξει. Είναι εντάξει. Έχει φύγει τώρα και αυτό είναι το μόνο που μετράει» Προσπαθούσα να είμαι ο μεσολαβητής.


«Και τι θα κάνεις εάν σε εκπλήξει και έρθει πίσω για να σε σκοτώσει;» Ο Σαμ έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου τώρα.


Ο Τζέικομπ με έσπρωξε πίσω και στάθηκε μπροστά στο πρόσωπο του Σαμ. Άλφα ενάντια σε Άλφα δεν ήταν ποτέ μια καλή εικόνα. Φοβήθηκα. Δεν ήθελα να παλέψουν.


«Γεια! Τι είναι όλη αυτή η αναστάτωση; Γιατί δεν έχετε ντυθεί ακόμη;» είπε ο Σεθ ενώ ήρθε μέσα από το δάσος. Περπατούσε και παράλληλα προσπαθούσε να φτιάξει την γραβάτα του. Δεν τα κατάφερνε και πολύ.


Άρχισα να σκάω στα γέλια. Ο φόβος για το Σαμ εξαφανίστηκε εντελώς. Σχεδόν έπεσα στο πάτωμα από το τόσο δυνατό γέλιο. Ο Τζέικομπ άρχισε να γελάει μαζί μου. Ο Σαμ γύρισε και κοίταξε το Σεθ. Ο Σαμ έχασε τον ειρμό των σκέψεων του και οι τρεις μας γελούσαμε με τον Σεθ.


«Τι;» ο Σεθ φαινόταν χαμένος. «Δεν σας αρέσει το κοστούμι μου;» Κράτησε τα χέρια του τεντωμένα και έδωσε μια στροφή για να τον δούμε καλύτερα.


«Σεθ, είναι μπλε και έχει σούρες! Γιατί φοράς καν ένα κοστούμι;» ρώτησα ενώ επανέκτησα αργά τον έλεγχο του εαυτού μου. Περπάτησα κοντά του και του έφτιαξα τη γραβάτα. Τουλάχιστον έπρεπε να την ισιώσω.


«Τι εννοείς;!» Το πρόσωπο του Σεθ έγινε εντελώς σοβαρό. Κοίταξε το ρολόι του.


«Σε μια ώρα αρχίζει ο γάμος!»


«Ω, ωραίο ρολόι» είπε ο Τζέικομπ κάτω από την αναπνοή του. Κορόιδευε το Σεθ. Ο Σαμ και ο Τζέικομπ γελούσαν ειρωνικά. Και να σκεφτεί κανείς ότι ήταν έτοιμοι να κόψουν ο ένας το κεφάλι του άλλου πριν λίγα λεπτά.


«Ποιος γάμος; Για τι πράγμα μιλάς;» ρώτησα. Τώρα ήμουν μπερδεμένη.


«Ο γάμος του Κουίλ και της Κλέρ!»


Ο Τζέικομπ και εγώ κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο ενώ μας κόπηκε η αναπνοή από το σοκ. Ξεχάσαμε εντελώς! Ακούσαμε κάποιο να έρχεται και γυρίσαμε για να δούμε ποιος ήταν. Ήταν οι γονείς μου. Πως ήρθαν τόσο γρήγορα εδώ; Ήταν εντάξει για αυτούς να είναι έξω στον ήλιο σήμερα- μόνο και μόνο επειδή δεν υπήρχε ήλιος. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ κρυάδα σήμερα. Εξάλλου ήταν χειμώνας. Υπήρχε λίγο χιόνι στο έδαφος. Ήταν λασπωμένο χιόνι όμως. Περισσότερο έβρεχε εδώ παρά χιόνιζε. Το χιόνι είχε όλο απομακρυνθεί με το νερό. Χαίρομαι που δεν πρόκειται να βρέξει σήμερα.


Φαίνονταν τόσο… όμορφοι. Η μαμά φορούσε ένα φόρεμα σε κίτρινο του καναρινιού. Ήταν ένα φόρεμα μέχρι το γόνατο με λουρίδες. Ήταν ένα τέλειο χρώμα για το χλωμό της δέρμα. Ο μπαμπάς φαινόταν πιο κομψός από ποτέ. Φορούσε ένα μαύρο κοστούμι με μια άσπρη φανέλα από κάτω και μια κίτρινη γραβάτα για να ταιριάζει με το φόρεμα της μαμάς. Έμοιαζαν σαν να πήγαιναν μαζί στο χορό αποφοίτησης.


«Πάντα το ξέραμε. Σκεφτήκαμε ότι θα το μαθαίνατε αρκετά σύντομα» είπε ο μπαμπάς ενώ περπάτησε πιο κοντά μας.


«Μα μαμά, δεν έχω τίποτα να φορέσω!» είπα πανικοβλημένη. Ξέχασα εντελώς ότι δεν είχα ρούχα. Υποθέτω ότι θα μπορούσα να τρέξω πίσω στο αγροτόσπιτο μας εδώ στο Φορκς και να βρω κάτι.


«Δεν είναι πρόβλημα αυτό». Η Άλις ήρθε με τον Τζάσπερ. Κρατούσε ένα μεγάλο κουτί. Η υπόλοιπη οικογένεια ακολούθησε. Όλοι ήταν εδώ. Όλοι έμοιαζαν σαν να είχαν μόλις βγει από μια φωτογράφιση περιοδικού για χορό αποφοίτησης! Δε μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Η Άλις φορούσε ένα μαύρο με μπλε φουστάνι. Τα μαλλιά της τόνιζαν τέλεια το φόρεμα. Τα παπούτσια της ήταν απίστευτα! Η Ρόζαλι και ο Έμετ ήταν ένα ζευγάρι φτιαγμένο στον παράδεισο. Η Ρόζαλι φορούσε ένα πανέμορφο πράσινο φουστάνι και ο Έμετ φορούσε μια πράσινη γραβάτα για να ταιριάζει. Η Εσμί και ο Κάρλαϊλ ήταν το ίδιο. Η Εσμί φορούσε ένα πολύ μητρικό πράσινο φόρεμα ενώ ο Κάρλαϊλ φορούσε επίσης μια πράσινη γραβάτα.


Η Άλις ήρθε προς το μέρος εμένα και του Τζέικομπ και έπιασε το χέρι μου. Έδειξε το Σεθ. «Εσύ. Πρέπει να έρθεις και εσύ μαζί μου. Δεν θα σε αφήσω να μείνεις με αυτό το φριχτό ντύσιμο. Νομίζω ότι η καρδιά μου σχεδόν άρχισε όταν είδα αυτό το κοστούμι πάνω σου» Η Άλις έκανε μια αηδιασμένη έκφραση. Ο Σεθ πετάχτηκε προς το μέρος μας με ένα τεράστιο χαμόγελο πάνω στο πρόσωπο του.


Η Άλις μας έφερε μέσα στο σπίτι και μας έδωσε ρούχα να φορέσουμε. Μας άφησε να αλλάξουμε. Μπήκα μέσα στο μπάνιο ενώ ο Τζέικομπ και ο Σεθ άλλαξαν μέσα στο δωμάτιο του Τζέικομπ. Μπορούσα να ακούσω την Άλις να μιλάει στον εαυτό της ενώ έβγαινε από το σπίτι.


«Τι θα έκαναν αυτά τα παιδιά χωρίς εμένα;»


Γέλασα ενώ πάλευα να φορέσω το φόρεμα. Μόλις τα κατάφερα, κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ήταν ένα πανέμορφο λιλά διαδοχικό φόρεμα. Μου έκανε τέλεια. Η Άλις είναι η καλύτερη στο να καταλαβαίνει τι θα μου άρεσε να φορέσω. Ξέρει καλύτερα από ότι εγώ. Τα μαλλιά μου ήταν ακατάστατα όμως έμοιαζαν και κάπως ωραία την ίδια στιγμή. Έμοιαζε σαν να είχα επαγγελματικά μαλλιά από κρεβάτι. Τέλεια! Αυτή ήταν η όψη που ήθελα. Γελούσα με τον εαυτό μου. Ήταν ωραία να φτιάχνεσαι κάποτε. Με έκανε να νιώθω ωραία. Με έκανε να νιώθω όμορφη.


Άνοιξα την πόρτα και έμεινα σοκαρισμένη. Ο Τζέικομπ στεκόταν μπροστά από την πόρτα περιμένοντας με. Μου έφερε πίσω αναμνήσεις από τότε που βγήκα έξω από το μπάνιο για να βρω τον Τζέικομπ να στέκεται απλώς εκεί. Άρχισα να κοκκινίζω. Το στόμα του Τζέικομπ έμεινε ανοιχτό. Έκανα λίγα βήματα προς το μέρος του και έκλεισα το στόμα του με ένα από τα δάκτυλα μου. Φαινόταν πολύ γοητευτικός. Φορούσε ένα μαύρο σμόκιν που του έκανε στ’ αλήθεια. Η Άλις είχε καλό μάτι. Φορούσε επίσης  μια λιλά γραβάτα που ταίριαζε με το φόρεμα μου.


«Δεν έχω φορέσει λιλά γραβάτα ξανά. Περίμενε, δεν νομίζω ότι έχω φορέσει γραβάτα γενικώς». Ο Τζέικομπ μου χαμογέλασε. Του έφτιαξα τη γραβάτα του. Από ότι φαίνεται ήμουν καλή σε αυτό. Μπορούσα να νιώσω τον Τζέικομπ να με κοιτάζει στα μάτια ενώ εγώ κοίταζα τη γραβάτα του.


«Φαίνεσαι απολύτως πανέμορφη». Ο Τζέικομπ κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια μου. Μπορούσα να νιώσω την χαρά μέσα στην καρδιά μου από αυτόν. Έπιασε απαλά το πιγούνι μου και το σήκωσε. Αργά, ήρθε πιο κοντά μου και με φίλησε στα χείλη. Τα μάτια μου έκλεισαν. Τα χείλη του ήταν τόσο απαλά. Ταίριαζαν τέλεια γύρω από τα δικά μου. Με άφησε με ένα μόνο φιλί. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Παρόλο που ήταν τόσο μικρό φιλί, σήμαινε τα πάντα για μένα. Ένιωθα σαν να πετούσα. Έπιασε το χέρι μου και με οδήγησε έξω από το σπίτι. Ένιωθα σαν ελαφρόμυαλη.


Όλοι οι άλλοι είχαν ήδη φύγει. Ακολουθήσαμε τη μυρωδιά τους ενώ τρέχαμε. Φτάσαμε έγκαιρα. Καθίσαμε στις θέσεις μας. Το τοπίο ήταν πανέμορφο. Παντρεύονταν στην παραλία. Δεν υπήρχαν και τόσοι πολλοί άνθρωποι εκεί. Ήταν ένας μικρός γάμος γεμάτος με τους κλειστούς συγγενείς και φίλους. Πάνω κάτω όλοι από το Λα Πους ήταν εκεί- οι οποίοι δεν ήταν πολλοί- και μετά ολόκληρη η οικογένεια Κάλεν ήταν εκεί. Πήραμε 10 θέσεις, συμπεριλαμβανομένου και του Τσάρλι.


Η μουσική άρχισε! Σηκωθήκαμε όλοι από τις καρέκλες μας και παρακολουθούσαμε ενώ ο Κουίλ περίμενε μπροστά στο διάδρομο για την Κλερ. Οι παράνυφες άρχισαν περπατούν . Και επιτέλους, να την! Ο Κλερ φαινόταν πανέμορφη! Σχεδόν μου έφερε δάκρυα στο μάτι. Ο Τζέικομπ και εγώ την βλέπαμε να περπατάει στο διάδρομο. Ο Τζέικομπ έπιασε το χέρι μου ενώ βλέπαμε τη Κλερ και τον Κουίλ να αρχίζουν το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί.


 

Κεφάλαιο 21: Τελετή

Ακόμη δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η Κλερ και ο Κουίλ παντρεύτηκαν. Κοίταζα τα πρόσωπα τους και φαίνονταν τόσο χαρούμενοι. Όταν κοίταζαν ο ένας τον άλλο δεν ήταν σαν ένα άντρα που κοιτάζει μια γυναίκα. Ήταν λες και ήταν ένα άτομο. Οι ψυχές του τώρα ήταν ένα και ήταν λες και θα έμεναν το ίδιο για πάντα. Χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου και απλά τους κοίταζα. Τώρα καθόμασταν στο τραπέζι μας στη δεξίωση. Τα πιο μικρά πράγματα με έκαναν να τους χαμογελάω. Ο τρόπος που η Κλερ χαμογελούσε στον Κουίλ, ο τρόπος που ο Κουίλ θα της κρατούσε απαλά το χέρι της ήταν απλά τόσο γλυκός.


«Γεια;» ο Τζέικομπ κουνούσε το χέρι του μπροστά από το πρόσωπο μου. Με έβγαλε από την ονειροπόληση μου.


 «Συγνώμη. Χάθηκα κάπως εδώ». Πετάρισα τα βλέφαρα μου και κούνησα το κεφάλι μου. Αυτή ήταν μια κακή ιδέα. Τα μαλλιά μου κόλλησαν πάνω στο κραγιόν μου.


«Θα το φας αυτό;» ρώτησε ο Τζέικομπ ενώ έδειξε το πιάτο μου με το πιρούνι τους. Το στόμα του ήταν ήδη γεμάτο με φαγητό.


«Όχι, μπορείς να το πάρεις». Δεν πεινούσα άλλο. Η δεξίωση είχε τόσο πολύ φαγητό! Οι άνθρωποι στο Λα Πους ξέρουν στ’ αλήθεια πώς να τρώνε.


Σήκωσα το βλέμμα μου και κατάλαβα ότι όλη μου η οικογένεια χόρευε στην πίστα- ακόμη και η μαμά μου. Μου είπε ότι όταν ήταν άνθρωπος δεν της άρεσε να χορεύει. Δεν είχε επιδεξιότητα στο μάτι, στο χέρι ή στα πόδια. Ο μπαμπάς συμφωνούσε μαζί της σε αυτό. Από τότε που άλλαξε όμως σε βρικόλακα, είναι η πιο επιδέξια από όλους τους. Η μαμά και ο μπαμπάς μου χόρευαν πανέμορφα μαζί.


Η αίθουσα δεν ήταν και η πιο ωραία όμως ήταν η μόνη αίθουσα στο Λα Πους. Ο κάτω όροφος ήταν για το χορό και το φαγητό, ενώ ο πάνω όροφος ήταν περισσότερο σαν  σαλόνι με καναπέδες και μπαλκόνι. Ήταν αρκετά ωραίο. Είμαι σίγουρη ότι η Άλις πεθαίνει να ξαναδιακοσμήσει αυτό το μέρος.


Κοίταξα στα αριστερά μου και είδα την Άλις να μιλάει με τον ιδιοκτήτη. Άκουσα πολύ προσεχτικά, προσπαθώντας να πνίξω τη μουσική.


«Θα το κάνω δωρεάν. Απλά σας παρακαλώ άστε με να το κάνω. Σας το ορκίζομαι ότι θα το λατρέψετε. Και αν όχι, θα τα πάρω όλα πίσω!» παρακαλούσε η Άλις.


Ναι, το ήξερα. Νομίζω ότι ξέρω την οικογένεια μου περισσότερο από ότι ξέρουν εκείνοι τους εαυτούς τους. Αναρωτήθηκα που ήταν ο Τζάσπερ. Τον είδα να κάθεται μόνος του στο τραπέζι, κοιτώντας  και χαμογελώντας στην Άλις. Αποφάσισα να πάω κοντά του.


«Τζέικ, θα επιστρέψω» είπα ενώ σηκώθηκα από τη θέση μου.


«Μμμ χμμ» είπε ο Τζέικ με το πρόσωπο του κολλημένο πάνω στο πιάτο. Δεν σήκωσε καν το βλέμμα του. Δεν ανέμενα περισσότερο από αυτό. Ξέρω πως γίνεται ο Τζέικομπ όταν υπάρχει φαγητό μπροστά του.


Μόλις άρχισα να περπατάω προς τον Τζάσπερ, τράβηξε πίσω την καρέκλα δίπλα του και την χτυπούσε με την παλάμη του- δείχνοντας μου ότι με περίμενε να καθίσω. Χαμογέλασα και κάθισα δίπλα του.


 «Ξέρεις, στ’ αλήθεια μου αρέσει να είμαι γύρω σου» είπε ο Τζάσπερ ξαφνικά.


Γέλασα και τον ρώτησα, «Πως και έτσι;»


Ο Τζάσπερ απάντησε, «Επειδή από όλους, εσύ είσαι πάντα εκείνη που είναι χαλαρωμένη και ήρεμη. Τα συναισθήματα σου είναι πάντα τόσο αγνά. Πάντα τρέφομαι από αυτά για να κάνω τον εαυτό μου να αντιδράει σαν εσένα. Πρέπει να ηρεμώ όλους τους άλλους, όμως όταν είναι για εσένα, εσύ είσαι αυτή που ηρεμεί εμένα».


Η Άλις ήρθε χοροπηδώντας κοντά μας με την καλύτερη διάθεση από ποτέ.


«Τζάσπερ! Ρενεσμί! Μαντέψτε τι; Ο ιδιοκτήτης μου ζήτησε να ξαναδιακοσμήσω αυτό το μέρος» Η Άλις κάθισε στην άλλη μεριά του Τζάσπερ.


«Σου ζήτησε ή τον έκανες;» είπε ο Τζάσπερ ενώ έπιασε το χέρι της Άλις και το φίλησε απαλά.


«Ζήτησε-έκανα - είναι το ίδιο πράγμα!» η Άλις φαινόταν να έχει την καλύτερη διάθεση από ποτέ. «Πάμε να χορέψουμε!» έπιασε το χέρι του Τζάσπερ καθώς απομακρύνθηκαν από κοντά μου. Ο Τζάσπερ κοίταξε πίσω του σε εμένα με εκείνο το δεν-έχω-άλλη-επιλογή βλέμμα. Ήταν χαριτωμένο. Κοίταξα τον Τζέικομπ που ξεκουραζόταν γερμένος πίσω στην καρέκλα του κρατώντας το στομάχι του. Υπέθεσα ότι είχε χορτάσει.


Προσπέρασα την πίστα χορού για να πάω στον Τζέικομπ. Ο Μπίλι με σταμάτησε στο τραπέζι του πριν πάω πιο μακριά.


«Ρενεσμί, νομίζω ότι θα πάω σπίτι τώρα. Είναι αργά και δεν νιώθω καλά. Ένας από τους φίλους μου θα με βοηθήσει να πάω σπίτι» είπε ο Μπίλι.


«Φυσικά. Χρειάζεσαι να σε πάρει ο Τζέικομπ ή κάτι άλλο;»


«Όχι, είναι εντάξει. Είμαι καλά. Ο φίλος μου οδηγεί. Απλώς πες του ότι έφυγα»


«Φυσικά» Του έδωσα μια αγκαλιά και έφυγε. Προσπάθησα να περάσω μέσα από την πίστα χορού ξανά. Πριν μπορέσω να βγω έξω, κάποιος έπιασε το χέρι μου και με τράβηξε. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που με σταματούν ενώ πηγαίνω στον Τζέικομπ. Γύρισα πίσω για να καταλάβω ότι ήταν ο μπαμπάς. Κοίταξα γύρω μου για τη μαμά και την είδα να χορεύει με τον παππού Τσάρλι. Ο Τσάρλι φαινόταν σαν ένας πολύ χαρούμενος πατέρας. Μετά κοίταξα τον μπαμπά μου-ο τρόπος που με κοιτούσε ήταν ο ίδιος  τρόπος που ο παππούς κοιτούσε τη μαμά. Ήταν το βλέμμα του ‘πιο χαρούμενου πατέρα στον κόσμο’.


Ο μπαμπάς μας έδινε στροφές τριγύρω. Χορεύαμε πανέμορφα μαζί. Ήξερα ότι ο Τζέικομπ δεν ήξερε πως ή δεν του άρεσε να χορεύει, έτσι απόλαυσα τη στιγμή όσο κράτησε. Όλοι απομακρύνθηκαν από κοντά μας και γύρισαν για να μας παρακολουθούν να χορεύαμε. Είχα μείνει έκπληκτη με το πόσο καλά μπορούσα να χορέψω. Ο μπαμπάς μας οδηγούσε έτσι αυτός ήταν ο μόνος λόγος που ήμουν τόσο καλή. Ένιωθα τόσο ωραία να χαλαρώνω και να χορεύω. Υποθέτω ότι ο χορός ήταν δεύτερη φύση για τους βρικόλακες. Σε κάποια σημεία έκλεινα απλά τα μάτια μου και άφηνα τη μουσική να μετακινεί το σώμα μου.


Το τραγούδι έφτασε στο τέλος του. Ο μπαμπάς κρατούσε ακόμη το χέρι μου ενώ μου υποκλίθηκε. Υποκλίθηκα και εγώ ενώ όλοι μας χειροκροτούσαν. Ήταν πολύ ωραία.


 Κοίταξα τον Τζέικομπ για να τον δω με το στόμα του μισάνοιχτο από το σοκ. Πήγα κοντά του και κάθισα όσο πιο κοντά μπορούσα δίπλα του. Έγειρα το κεφάλι μου πάνω στο στήθος του και του έδωσα μια αγκαλιά. Ήμουν τόσο χαρούμενη αυτή τη στιγμή. Δεν είχα νιώσει τόση χαρά ξανά. Τα κομμάτια του πάζλ ταίριαζαν τέλεια.


«Δεν ήξερα ότι μπορούσες να χορέψεις έτσι» είπε ο Τζέικομπ.


«Εγώ δεν ήξερα ότι μπορούσα να χορέψω έτσι! Ήταν τόσο παράξενο. Όμως λάτρεψα το κάθε του λεπτό.  Ήταν τόσο συναρπαστικό, λες και είχα γεννηθεί για να χορεύω ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι ότι έκανα μαθήματα μπαλέτου όταν ήμουν μικρότερη, όμως η Άλις έπρεπε να με σταματήσει από την πρώτη μέρα-λοιπόν, τα πρώτα δέκα λεπτά κατ’ ακρίβεια»


«Γιατί;»


«Έφυγα αφού χόρευα καλύτερα από τους δασκάλους». Ξέσπασα σε γέλια. «Από εκείνη τη μέρα δεν χόρεψα ποτέ. Δεν ήξερα καν ότι ήταν τόσο διασκεδαστικό. Ξέχασα εντελώς. Νομίζω ότι θέλω να αρχίσω ξανά μαθήματα χορού!» Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που μετά βίας μπορούσα να κρατηθώ στη θέση μου. Πηδούσα πάνω και κάτω από χαρά.


«Θέλεις να χορέψεις τώρα;» με ρώτησε ο Τζέικομπ.


Στ’ αλήθεια συνέβαινε αυτό; Μου ζήτησε ο Τζέικομπ να χορέψουμε; Δεν ήξερα ότι θα ερχόταν ποτέ αυτή η μέρα. Τα μάτια μου άνοιξαν από τον ενθουσιασμό και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Ίσως πρέπει να αδράξω την ευκαιρία όσο διαρκεί. Δεν ήθελα να περιμένω πολύ, μήπως αλλάξει το μυαλό του και πει όχι. Δεν του απάντησα καν. Άρπαξα απλώς το χέρι του και τον έσυρα στην πίστα χορού. Ήταν ένα αργό τραγούδι. Ίσως αυτός να είναι ο μόνος λόγος που μου ζήτησε να χορέψουμε. Δεν μπορείς ποτέ να κάνεις λάθος με ένα αργό χορό.


Έβαλα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του ενώ εκείνος έβαλε τα χέρια του πάνω στη μέση μου. Αυτό το τραγούδι ήταν ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Αυτό το τραγούδι ήταν των ΡάιανΝταν. Ο Τζέικομπ φαινόταν νευρικός. Άρχισε να ιδρώνει. Εγώ τον κοιτούσα απλώς. Μπορούσα να δω το εξόγκωμα στο λαιμό του να σηκώνεται και να πέφτει ξανά κάτω. Ήταν τόσο νευρικός που δε μπορούσε καν να καταπιεί. Για τι πράγμα ήταν τόσο νευρικός;


Πήγα κοντά του και έγειρα το κεφάλι μου πάνω στο στήθος του. Ο Τζέικομπ ήταν πολύ ψηλότερος από εμένα έτσι χωρούσα τέλεια μέσα στο στήθος του. Μπορούσα να ακούσω την καρδιά του. Έτρεχε. Χτυπούσε όλο και πιο δυνατά με πιο πολύ δύναμη από το κανονικό. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα.


«Τζέικομπ τι συμβαίνει; Τι σκέφτεσαι;» Ο Τζέικομπ κοιτούσε πάνω από το κεφάλι μου. Σταμάτησα να χορεύω όμως ακόμη είχα τα χέρια μου γύρω από τον υγρό του λαιμό. Γύρισα πίσω μου και είδα ότι ο Τζέικομπ κοιτούσε τον μπαμπά. Είδα τον μπαμπά μου να γνέφει και μετά συνέχισε να χορεύει με τη μαμά. Ήμουν τόσο μπερδεμένη.


Ο Τζέικομπ κοίταξε ξανά εμένα.


«Τι συμβαίνει Τζέικ;» Χρειαζόμουν απαντήσεις.


«Τίποτα. Εμ, θα επιστρέψω αμέσως!» Άφησε τη μέση μου και όρμησε έξω από την πόρτα. Στεκόμουν πάνω στην πίστα μόνη μου με τα χέρια μου ακόμη τεντωμένα και το στόμα μου ανοιχτό. Τι ήταν όλα αυτά;


«Ω, βλέπω ότι ξεφορτώθηκες εκείνο το σκυλί». Γύρισα για να δω τη θεία Ρόζαλι να στέκεται πίσω μου.


«Λοιπόν, δεν είναι ωραίο αυτό». Της έριξα ένα απογοητευμένο βλέμμα όμως την ίδια στιγμή αστειευόμουν.


«Το ξέρω γλυκιά μου, έκανα απλώς ένα αστείο. Για πού έφυγε;»


«Δεν ξέρω. Χορεύαμε και ξαφνικά έτρεξε μακριά. Δεν του είπα καν κάτι. Δεν τον αναστάτωσα με κάποιο τρόπο» Ένιωθα κάπως λυπημένη. Συνέχιζα να επαναλαμβάνω τα τελευταία 3 λεπτά μέσα στο κεφάλι μου. Δεν είπα τίποτα. Χορέψαμε και αυτό ήταν. Δεν μιλήσαμε καν. Έτσι μάλλον δεν έκανα κάτι. Ήταν από μόνος του που ήταν παράξενος. Προσπάθησα να το αγνοήσω και απλώς να τον περιμένω να επιστρέψει.


Η θεία Ρόζαλι έπιασε το χέρι μου. «Η Ρενεσμί και εγώ θα πάμε στο μικρό δωμάτιο βρικολάκων. Θα επιστρέψουμε». Είπε στο θείο Έμμετ. Εκείνος έγνεψε απλά το κεφάλι του και περπάτησε προς την άλλη πλευρά.


Μπήκαμε μέσα στις τουαλέτες. Ήταν αρκετά μικρό δωμάτιο όμως είχε δύο πολύ άνετες καρέκλες όπου μπορούσαμε να καθίσουμε. Κάθισα πάνω στις μία από αυτές ενώ η θεία Ρόζαλι έφτιαχνε τα μαλλιά της στον καθρέφτη. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα κραγιόν. Ήταν ένα ωραίο ροζ χρώμα. Πήγαινε τέλεια με τα ξανθιά της μαλλιά. Έβαλε το κάλυμμα πίσω και σούφρωσε τα χείλη της. Φίλησε τον αέρα προς τον καθρέφτη και μετά ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Οι καρέκλες έκαναν μια γωνιά βλέποντας κάπως η μία την άλλη έτσι ώστε η θεία Ρόζαλι να μπορεί να με βλέπει ενώ μιλούσαμε η μία στην άλλη.


«Τι είναι όλα αυτά;» ρώτησα κάπως μπερδεμένη. Είχα πρόβλημα στ’ αλήθεια τώρα;


«Δεν ξέρω. Απλώς ήθελα να φύγω από όλους. Αυτή η μουσική μου προκαλούσε πονοκέφαλο» πέταξε τα μαλλιά της πίσω από τον ώμο της. Κύλησαν τόσο εύκολα πίσω.


«Αλήθεια; Μα μου άρεσε πολύ εκείνο το τραγούδι. Οι ΡάιανΝταν είναι οι καλύτεροι!» Ήμουν σοκαρισμένη που δεν της άρεσε εκείνο το τραγούδι.


«Ναι, αυτό ήταν το μόνο καλό τραγούδι που έπαιξαν όλη νύχτα. Τα υπόλοιπα ήταν πολύ μοντέρνα για εμένα. Μου αρέσει περισσότερο η παλιά κλασσική μουσική. Μουσική από τότε που εσύ δεν ήσουν καν γεννημένη. Μουσική από τότε που η μαμά σου δεν ήταν καν γεννημένη!» Γέλασε. «Είμαι πολύ μεγάλη»


«Ακόμη και αν είσαι μεγάλη, ακόμη είσαι η πιο όμορφη». Το εννοούσα.


Η θεία Ρόζαλι κατέβασε το βλέμμα της για να με κοιτάξει. «Λοιπόν, σε ευχαριστώ γλυκιά μου. Και εσύ είσαι πολύ όμορφη. Υπάρχει κάτι που ήθελα να σου πω όμως-κάτι που η οικογένεια μας δεν ήθελε να σου το πω». Η θεία Ρόζαλι με κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Ξέρεις ποιο είναι το αστείο-νιώθω σαν να κάνω αυτή τη συζήτηση με τη μαμά σου αυτή τη στιγμή. Τα μάτια σου- μοιάζουν ολόιδια με της μαμάς σου όταν ήταν άνθρωπος».


«Είχες αυτή τη συζήτηση με τη μαμά;» Δεν ξέρω γιατί το ρώτησα αυτό.


«Ναι την είχα και η Μπέλλα ήταν τόσο φοβισμένη να μιλήσει με εμένα όσο είσαι και εσύ τώρα». Η θεία Ρόζαλι χαμογελούσε.


«Δεν φοβάμαι. Είμαι απλώς νευρική για το τι θέλεις μου μιλήσεις. Όποτε βρίσκομαι στο σκοτάδι για κάτι γίνομαι νευρική. Αυτό είναι όλο. Όμως δεν είμαι φοβισμένη. Γιατί να σε φοβηθώ ποτέ; Είσαι το λιγότερο τρομακτικό άτομο που ξέρω». Έλεγα ασυναρτησίες. Υποθέτω ότι, ναι, φοβόμουν. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι που το συνέφερε. Απλά ηρέμισε Ρενεσμί. Θα είσαι καλά. Το να καθησυχάζω τον εαυτό μου δούλεψε κάπως.


«Χαλάρωσε. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο του Έντουαρντ μια νύχτα όπου η μαμά σου κοιμόταν σπίτι μας. Ο Έντουαρντ δεν ήταν εκεί αφού έπρεπε να πάει κυνήγι με τα αγόρια. Της είπα την ιστορία μου, πως έγινα βρικόλακας. Θέλεις να σου πω ένα μυστικό;» ψιθύρισε η Ρόζαλι και ήρθε πιο κοντά μου. Έγνεψα με το κεφάλι μου. Ασυναίσθητα ήρθα και εγώ πιο κοντά. «Δε μου άρεσε πολύ η μαμά σου στην αρχή»


Μετακινήθηκα πίσω σοκαρισμένη. Σε ποιον δε θα άρεσε η μαμά μου; Τι υπήρχε να μην του αρέσει; Έπρεπε να μάθω περισσότερα. «Γιατί δε σου άρεσε;»


«Επειδή ήταν άνθρωπος και εγώ δεν ήμουν. Αλλάχτηκα σε βρικόλακα ενάντια στη θέση μου. Νομίζω ότι είσαι αρκετά ενήλικη για να ακούσεις πως έγινε. Μια νύχτα ήμουν έξω και συνάντησα τον αρραβωνιαστικό μου. Νόμιζα ότι θα ήμασταν το πιο ευτυχισμένο ζευγάρι στον κόσμο-μέχρι την στιγμή που μου επιτέθηκε και με άφησε εκεί να πεθάνω μέσα στο δρόμο».


Δε μπορούσα να το πιστέψω ότι η θεία Ρόζαλι μου το είπε αυτό μόλις τώρα. Δεν φαινόταν καν επηρεασμένη από αυτό.


«Ναι μην ανησυχείς. Το έχω ξεπεράσει εντελώς τώρα. Τον έχω εκδικηθεί έτσι όλα είναι καλά». Η Ρόζαλι είχε ένα σατανικό χαμόγελο πάνω στο πρόσωπο της. Αναρωτιέμαι τι του έκανε.


«Σκότωσα όλους του τους φίλους και τον ανάγκασα να βλέπει. Μετά τον σκότωσα». Απάντησε την ερώτηση που σκεφτόμουν η θεία Ρόζαλι. Περίμενε, δεν μπορεί να διαβάσει μυαλά έτσι; Ήταν απλώς μια σύμπτωση. Το πρόσωπο μου πιθανότατα με πρόδωσε. Ήμουν απλώς τόσο σοκαρισμένη που ξέχασα να ‘φορέσω’ την μάσκα μου με την άδεια έκφραση.


Συνέχισε. «Ο Κάρλαϊλ με βρήκε στο δρόμο και με έσωσε-λοιπόν με άλλαξε σε βρικόλακα. Στην πραγματικότητα με άλλαξε για το μπαμπά σου, τον Έντουαρντ. Υποτίθεται ότι θα ήμασταν μαζί. Όμως ο Έντουαρντ δε με αγαπούσε και εγώ δεν αγαπούσα αυτόν. Όμως δεν είναι για αυτό το λόγο που σε έφερα εδώ»


Δεν το ήξερα αυτό. Η θεία Ρόζαλι υποτίθεται ότι θα ήταν με το μπαμπά; Τώρα αυτό είναι τελείως παράξενο. Προφανέστατα δεν ήταν γραφτό να είναι μαζί. Δεν κατηγορώ κάποιον που δε μου το είπε αυτό. Κάποια πράγματα είναι απλώς γραφτό να είναι κρυμμένα.


«Σε έφερα εδώ μέσα για να σου πω πόσο σε αγαπάω. Στα αλήθεια σε αγαπάω. Ζήλευα τη Μπέλλα επειδή είχε εσένα. Ζήλευα που μπορούσε να κάνει παιδιά και εγώ όχι. Όταν η μητέρα σου ήταν έγκυος εσένα, ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος-το οποίο είμαι σίγουρη ότι ήδη ξέρεις. Ήμουν τόσο άκαρδη που πρόσεχα τη Μπέλλα για όσο ήταν έγκυος. Δεν ήταν αυτό όμως το μέρος της ασπλαχνίας μου. Ο μόνος λόγος που την πρόσεχα ήταν επειδή σκεφτόμουν ότι αν εκείνη πέθαινε και εσύ επιζούσες, δε θα με ένοιαζε. Θα ήμουν χαρούμενη που είσαι ζωντανή, όμως δε θα με ένοιαζε εάν πέθαινε» Ο Ρόζαλι έγειρε πίσω στην καρέκλα της και χαμήλωσε το κεφάλι της.


«Αυτό είναι απαίσιο. Πως μπορούσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο για τη μαμά μου;» Ήμουν αηδιασμένη. Η Ρόζαλι στ’ αλήθεια ήταν άκαρδη.


«Το ξέρω, ήταν πολύ άσχημο. Ο μπαμπάς σου ήταν αναστατωμένος μαζί μου σε όλη την περίοδο της εγκυμοσύνης-η οποία δεν ήταν και τόσο μεγάλη-όμως και πάλι. Το μετανιώνω τώρα. Η μαμά σου και εγώ είμαστε εντάξει τώρα. Με συγχώρεσε και τώρα είμαστε οι καλύτερες φίλες. Μας έφερες όλους κοντά. Άλλαξες τις ζωές όλων και δεν το ξέρεις καν. Σε υπολογίζω σαν κόρη μου όσο σε υπολογίζει και η μαμά σου. Απλώς δεν το δείχνω τόσο πολύ. Εάν σου συνέβαινε κάτι, δεν ξέρω τι θα έκανα. Είσαι η κόρη που δε μπορούσα ποτέ να έχω». Η Ρόζαλι έβαλε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της. Κούνησε το κεφάλι της και με κοίταξε ξανά. «Ξέρεις, κάποιες φορές εύχομαι να μπορούσα να κλάψω. Απλώς για να βγάλω έξω αυτά τα συναισθήματα, όμως δεν μπορώ. Οι βρικόλακες δεν κλαίνε και δεν μπορούν να κάνουν παιδιά. Αυτά είναι δύο πράγματα που εύχομαι να μπορούσα να κάνω. Όμως έχω εσένα να με κάνεις χαρούμενη αντί για αυτό, έτσι σε ευχαριστώ- που είσαι ζωντανή μάλλον. Και σε ευχαριστώ που δε σκότωσες τη Μπέλλα. Έχει κάνει τον Έντουαρντ το πιο ευτυχισμένο άτομο -βρικόλακα- σε όλο τον κόσμο. Μπορώ να το δω πάνω στο πρόσωπο του κάθε μέρα και μου αρέσει να βλέπω την οικογένεια μου χαρούμενη».


Σηκώθηκα από τη θέση μου και κάθισα πάνω στα πόδια της θείας Ρόζαλι. «Και εγώ σε αγαπώ. Αγαπώ όλη μου την οικογένεια. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω κανένα άλλο εκτός από εσάς. Στ’ αλήθεια, είμαστε ευλογημένοι». Της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και σηκώθηκα.


Μόλις σηκώθηκα πάνω η πόρτα των τουαλετών άνοιξε απότομα και ο Τζέικομπ μπήκε μέσα.


«Ρενεσμί σε χρειάζομαι! Έλα μαζί μου!» είπε ο Τζέικομπ ενώ έπιασε το χέρι μου και με τράβηξε έξω από τις τουαλέτες. Δεν μπορούσα καν να πω αντίο στη θεία Ρόζαλι.


Με τράβηξε μέσα από τα τραπέζια και απέναντι από την πίστα χορού. Με πήρε πάνω στο μέρος του σαλονιού. Πήγαμε στο μπαλκόνι και κοιτάζαμε απλώς το φεγγάρι. Ήταν μισοφέγγαρο όμως και πάλι ήταν πανέμορφο. Θυμάμαι ότι η τελευταία φορά που εγώ και ο Τζέικομπ κοιτάξαμε μαζί το φεγγάρι ήταν στην Ιταλία. Ήταν πανέμορφο. Το φεγγάρι σήμερα δεν συγκρινόταν καν με το πώς έμοιαζε το φεγγάρι εκείνη τη μέρα. Δε με ένοιαζε όμως. Το να είμαι με τον Τζέικομπ έκανε τα πάντα πολύ πιο φωτεινά. Το στομάχι μου ακόμη αποκτούσε πεταλουδίτσες όποτε ήμασταν μόνοι μας μαζί.


Ο Τζέικομπ με κοίταζε επίμονα ενώ εγώ κοιτούσα έξω από το μπαλκόνι. Δεν κοίταζα κάτι στην πραγματικότητα. Απλώς εκτιμούσα τη ζωή αυτή τη στιγμή. Η οικογένεια μου ήταν μαζί και δε νομίζω ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να γίνουν καλύτερα.


«Ρενεσμί» είπε ο Τζέικομπ ενώ εγώ τον κοίταξα. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι». Ο Τζέικομπ κάθισε κάτω στο ένα γόνατο.


Εντάξει, το παίρνω πίσω. Υποθέτω ότι τελικά τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα.


 

Κεφάλαιο 22: Πρόταση Από το Πεπρωμένο

ΤΖΕΙΚΟΜΠ


Δε θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγα σε γάμο όμως αυτή η φορά φαινόταν να είναι καλή. Ήταν ωραία να βλέπεις όλα τα άτομα του Λα Πους μαζί ξανά. Μου έλειψαν όλοι εδώ. Ξόδεψα τόσο πολύ χρόνο στην Αλάσκα που ξέχασα ότι η αυτή ήταν η μητρική μου πόλη και εδώ είναι που ανήκω. Τα άτομα του Λα Πους ήταν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο. Δεν ήμασταν γείτονες ή απλά φίλοι-ήμασταν όλοι οικογένεια.


Φαίνονταν να περνούν καλά-ειδικά η Ρενεσμί. Περπατούσε γύρω και μιλούσε με άτομα. Ο Έντουαρντ και η Ρενεσμί χόρευαν μαζί. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ αυτό- όμως φαινόταν να είναι πολύ διασκεδαστικό να χορεύεις έτσι. Ήξερα ότι ποτέ δε θα μπορούσα να το κάνω όμως. Η Ρόζαλι και ο Έμμετ χόρευαν πανέμορφα επίσης. Το ίδιο και η Άλις με τον Τζάσπερ. Εύχομαι να μπορούσα να χορεύω έτσι. Περίμενε-στ’ αλήθεια το είπα αυτό τώρα;


Η Ρενεσμί έμοιαζε με άγγελο. Κυλούσε μαζί με τη μουσική. Δε μπορούσα να κρατηθώ και να μην τη κοιτάζω με θαυμασμό. Νομίζω ότι ακόμη και το στόμα μου έμεινε λίγο ανοιχτό. Αρχίσαμε να μιλάμε για το ότι θέλει να αρχίσει ξανά μαθήματα χορού. Συνήθιζε να χορεύει πριν όμως σταμάτησε. Ελπίζω να μη με βάλει και εμένα σε αυτό.


Το πρόσωπο της ήταν φωτισμένο και ανάσαινε βαριά. Φαινόταν ότι ο χορός της προκαλούσε πυρετό. Μπορούσα να το δω ότι την έκανε χαρούμενη. Άρχισε ένα νέο τραγούδι. Ήταν ένα αργό τραγούδι-ναι! Μπορούσα να χορέψω με αργά τραγούδια. Νομίζω ότι όλοι στον κόσμο μπορούν να χορέψουν με ένα αργό τραγούδι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να λικνίζεσαι μπροστά και πίσω. Εντάξει, θα το κάνω.


«Θέλεις να χορέψεις τώρα;» ρώτησα νευρικά.


Δε πίστευα ότι ήταν δυνατόν, όμως η Ρενεσμί ενθουσιάστηκε ακόμη περισσότερο από ότι ήταν ήδη. Πετάχτηκε πάνω από τη θέση της και με έσυρε κυριολεκτικά πάνω στην πίστα χορού. Ήταν γεμάτη με τόση ενέργεια που δεν είχα καν την ώρα να μπω στη διαδικασία να σηκωθώ και να περπατήσω.


Έβαλε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου ενώ εγώ έβαλα τα δικά μου πάνω στους γοφούς της. Το σώμα της ήταν τόσο ζεστό και απαλό. Ήθελα να την κρατήσω πιο κοντά μου. Ήθελα να μπορώ να νιώσω όλο της το σώμα πάνω στο δικό μου όμως ήξερα ότι δεν ήταν κατάλληλο αυτή τη στιγμή. Η μυρωδιά της γέμιζε τον αέρα γύρω μου. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και γέμιζα τους πνεύμονες μου με τη μυρωδιά της. Το μόνο που μπορούσα να μυρίσω ήταν το γλυκό άρωμα της Ρενεσμί. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Άρχιζα να γίνομαι στ’ αλήθεια νευρικός τώρα. Προσπάθησα να ηρεμίσω.


Αγαπούσα τη Ρενεσμί τόσο πολύ που ήταν παράλογο να περιμένουμε για να παντρευτούμε. Τι περιμέναμε στ’ αλήθεια; Δε θα μικραίναμε άλλο-όμως ούτε και θα μεγαλώναμε άλλο. Θυμάμαι όταν ετοιμαζόμουν να της κάνω πρόταση εκείνη τη μέρα. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν η σωστή στιγμή όμως τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν. Ήταν όταν ήμασταν στο δωμάτιο της μαζί και όταν είδα για πρώτη φορά το σημάδι στο χέρι της. Εκείνη η μέρα ήταν η μέρα που άρχισε όλη εκείνη η καταστροφή με την κατάρα. Χαίρομαι που έχει τελειώσει επιτέλους.


Θέλω να της κάνω πρόταση γάμου αυτή τη στιγμή. Όμως δε μπορώ να το κάνω πάνω στην πίστα. Έχω ακόμη και δακτυλίδι- όμως δεν το έχω μαζί μου. Δεν το αγόρασα φυσικά, επειδή δεν υπήρχε τρόπος να μπορούσα να έχω τόσα χρήματα. Ήταν της μητέρας μου. Μου το έδωσε αρκετό καιρό πριν μας αφήσει. Το κρατούσα κάτω από το πάτωμα της ντουλάπας μου. Ξεκόλλησα μια από τις σανίδες και το έβαλα από κάτω της. Ο Μπίλι δεν ήξερε καν ότι το είχα. Δεν ήθελα να του το πω επειδή θα μου το έπαιρνε μακριά μου. Πιθανότατα θα το έβαζε ενέχυρο για λεφτά.


Χρειάζεται να ζητήσω άδεια; Θεέ μου- περνούσαν τόσα πολλά πράγματα από το κεφάλι μου αυτή τη στιγμή. Η Ρενεσμί έγειρε το κεφάλι της πάνω στο στήθος μου. Με έκανε ακόμη περισσότερο νευρικό.


Κοίταξα αλλού και είδα τον Έντουαρντ να με κοιτάζει. Προφανέστατα διάβαζε το μυαλό μου. Μάλλον αυτή θα ήταν η καλύτερη στιγμή για να τον ρωτήσω.


Η Ρενεσμί σήκωσε το κεφάλι της από το στήθος μου. «Τζέικομπ τι συμβαίνει; Τι σκέφτεσαι;», με ρώτησε.


Εγώ κοίταξα απλά τον Έντουαρντ. «Λοιπόν, θα με αφήσεις να παντρευτώ την κόρη σου; Ήδη ξέρεις πόσο την αγαπώ και πως θα ρίσκαρα ακόμη και τη ζωή μου για να σώσω τη δική της. Η Ρενεσμί είναι η ζωή μου και θέλω να περάσω κάθε μέρα που έχουμε μαζί. Το να μη μπορώ να την παντρευτώ θα ήταν ένα βασανιστήριο. Χρειάζομαι απλά να πεις ναι, και αυτό θα είναι. Θα είμαι εκεί για εκείνη και θα την στηρίζω σε κάθε λεπτό της μέρας. Ανήκουμε μαζί. Είναι ο αέρας στην ύπαρξη μου».


Η Ρενεσμί κατάλαβε ότι κοιτούσα τον Έντουαρντ. Γύρισε για να κοιτάξει και αυτόν. Όταν τον κοίταξε, ο Έντουαρντ έγνεψε. Ένα γνέψιμο σημαίνει ναι! Πρέπει να φέρω το δακτυλίδι! Αυτό ήταν! Κοίταξα τη Ρενεσμί.


«Τι συμβαίνει Τζέικ;», με ρώτησε.


«Τίποτα. Εμ, θα επιστρέψω αμέσως!» την άφησα παρόλο που δεν ήθελα. Έτρεξα έξω από την πόρτα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Άκουσα τη Ρόζαλι να μιλάει στη Ρενεσμί. Μπορούσε να την κρατήσει απασχολημένη ενώ εγώ πήγαινα σπίτι για να πιάσω το δακτυλίδι.


Έτρεξα σπίτι-που μου πήρε περίπου 3 δευτερόλεπτα-και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο μου. Σταμάτησα στη διαδρομή επειδή άκουσα την τηλεόραση ανοιχτή. Κάποιος ήταν μέσα στο σπίτι μου όμως δε μύριζα εισβολέα. Πήρα την αμυντική μου θέση ενώ πήγα αργά μέσα στο δωμάτιο με την τηλεόραση. Κοίταξα τους καναπέδες και είδα τον Μπίλι να ξαπλώνει εκεί. Άφησα τις άμυνες μου να πέσουν. Ήταν απλώς ο μπαμπάς μου.


«Μπαμπά, είσαι καλά; Δεν ήξερα ότι ήσουν σπίτι. Πότε έφυγες από το γάμο;» τον ρώτησα. Ορκίζομαι ότι τον είδα στο γάμο πριν δύο δευτερόλεπτα.


«Ναι έφυγα επειδή δεν ένιωθα πολύ καλά. Είπα στη Ρενεσμί ότι έφευγα. Δεν σου το είπε;» ρώτησε ο Μπίλι ενώ προσπάθησε αργά να καθίσει πάνω στον καναπέ.


«Όχι. Όμως είναι εντάξει. Νιώθεις καλά;» Ήμουν κάπως ανήσυχος. Η μπαμπάς ποτέ δεν αφήνει τελετές με τέτοιο τρόπο. Κανονικά είναι το κέντρο της προσοχής. Φαινόταν τόσο αδύναμος και εύθραυστος. Πάντα ξεχνάω το γεγονός ότι ηλικιώνεται όλο και περισσότερο όσο περνούν οι μέρες.


«Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ Τζέικ. Θέλω απλώς να ξαπλώσω εδώ. Θα φτιάξω λίγο τσάι μετά, όμως για τώρα είμαι εντάξει» Ο Μπίλι μου χαμογέλασε.


Ανασήκωσα τους ώμους μου και πήγα μέσα στο δωμάτιο μου. Ο μπαμπάς ήταν ένας δυνατός άντρας. Μπορούσε να προσέχει τον εαυτό του.


Άνοιξα την ντουλάπα μου και κάθισα στα γόνατα μου. Άρχισα να γυρεύω το δακτυλίδι. Άρπαξα όλα τα κουτιά που ήταν στον πάτο της ντουλάπας. Τα μετακίνησα στο πλάι χωρίς καθόλου κόπο. Μπορούσα να δω τη σανίδα. Την έπιασα και την σήκωσα από το έδαφος. Την σήκωσα πάνω από το κεφάλι μου και την έβαλα πίσω μου. Έβαλα το χέρι μου στο έδαφος και γύρεψα το δακτυλίδι. Δε μπορούσα να νιώσω τίποτα. Που ήταν; Μήπως το βρήκε κάποιος και το έπιασε; Ο κτύπος της καρδιάς μου άρχισε να επιταχύνεται. Χωρίς το δακτυλίδι δε μπορούσα να κάνω πρόταση γάμου. Αυτό ήταν το σύμβολο μου. Έπρεπε να το βρω.


Πήγα πιο κοντά και έβαλα το κεφάλι μου όσο πιο κοντά μπορούσα στην τρύπα. Ήταν ακριβώς εκεί-ένιωσα σαν ηλίθιος. Πως μου ξέφυγε αυτό; Ω και λοιπόν.  Το έπιασα και άνοιξα την τσάντα που το είχα φυλαγμένο. Ήταν μια μικρή τσάντα φτιαγμένη από καστόρι. Δεν είχα θήκη δακτυλιδιού για να το βάλω. Πως θα το έδινα στη Ρενεσμί; Είναι εντάξει, δε χρειάζομαι καμία φανταχτερή θήκη.


Γύρισα την τσάντα ανάποδα και το δακτυλίδι έπεσε εύκολα μέσα στο χέρι μου. Ήταν τόσο μικρό σε σύγκριση με το χέρι μου. Το έπιασα με τον αντίχειρα και το δείκτη μου. Προσπάθησα να το βάλω στο μικρό μου δάκτυλο όμως δεν το χωρούσε. Γύρισα από την άλλη και το εξέτασα στο φως. Λαμποκοπούσε υπερβολικά-παρόλο που ήταν μέσα σε αυτή την τσάντα για τόσο καιρό. Δεν είχα χρόνο να το καθαρίσω, όμως έμοιαζε μια χαρά για τώρα. Το διαμάντι δεν ήταν μεγάλο όμως ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα για τη Ρενεσμί. Δε χρειαζόταν ένα μεγάλο δακτυλίδι για να νιώθει πανάκριβη.


Έβαλα το δακτυλίδι πίσω στην τσάντα και πετάχτηκα από τον ενθουσιασμό. Έβαλα την τσάντα μέσα στην πίσω μου τσέπη και έβαλα τη σανίδα εκεί που άνηκε. Κλώτσησα τα κουτιά πίσω στο βάθος της ντουλάπας μου. Το άφησα ένα χάος. Θα ερχόμουν πίσω αργότερα και θα το καθάριζα. Δεν υπήρχε χρόνος για αυτό τώρα. Έτρεξα έξω από το δωμάτιο μου προς την πόρτα. Είπα αντίο στο Μπίλι ενώ εκείνος έβηχε. Δεν με ένοιαξε να πάω πίσω και να δω αν ήθελε λίγο νερό. Θα ήταν μια χαρά.


Μου πήρε λιγότερο χρόνο να γυρίσω πίσω στη δεξίωση από αυτόν που χρειάστηκα για να πάω σπίτι μου. Μπήκα μέσα και δε μπορούσα να βρω τη Ρενεσμί. Ακολούθησα την μυρωδιά της και κατάλαβα ότι ήταν στις τουαλέτες. Δε θα την ενοχλούσα όμως μετά άκουσα ότι μιλούσε με τη Ροζάλι.


Έσπρωξα την πόρτα να ανοίξει και είδα τη Ρενεσμί να σηκώνεται. «Ρενεσμί σε χρειάζομαι! Έλα μαζί μου!» Άρπαξα το χέρι της και την τράβηξα έξω από τις τουαλέτες. Δεν της έδωσα καν χρόνο για να καταλάβει τι μόλις έγινε. Κράτησα το χέρι της σφιχτά ενώ την τραβούσα στον πάνω όροφο.


Άφησα το χέρι της ενώ περπατήσαμε και οι δύο στο μπαλκόνι. Εκείνη κοιτούσε τη θέα. Μπορούσα να το καταλάβω ότι κοίταζε επίσης και το φεγγάρι. Όλοι είχαμε μια σύνδεση με την ομορφιά του φεγγαριού. Σήμαινε κάτι σημαντικό σε όλους μας. Η Ρενεσμί φαινόταν τόσο χαλαρωμένη. Δεν ήξερα τι σκεφτόταν όμως ήξερα ότι ήταν ευχαριστημένη τώρα. Αυτή έπρεπε να είναι η καλύτερη στιγμή να το κάνω. Εντάξει, αρχίζω.


«Ρενεσμί, θέλω να σε ρωτήσω κάτι».


Η Ρενεσμί με κοίταξε. Το πρόσωπο της ήταν τόσο αγνό. Φαινόταν τόσο χαρούμενη παρόλο που δεν χαμογελούσε. Της έριξα ένα μισό χαμόγελο και το πρόσωπο της φωτίστηκε. Τραφήκαμε ο ένας από την χαρά του άλλου. Τώρα χαμογελούσε- ήταν το μεγαλύτερο χαμόγελο που έχω δει εδώ και λίγο καιρό.


Πήρα μια βαθιά εισπνοή ενώ κάθισα στο ένα γόνατο. Αυτό ήταν. Το χαμόγελο της Ρενεσμί χάθηκε. Το πρόσωπο της ήταν τώρα γεμάτο με σοκ. Έπιασα το χέρι της με τα δικά μου. Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια της ενώ εκείνη κοιτούσε μέσα στα δικά μου. Μίλησα.


«Ξέρω ότι είναι αυτό που θέλω-αυτό που θέλουμε. Είσαι η ζωή μου και δε θα σε ήθελα με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Δεν ξέρω πως με ανέχεσαι κάποτε, όμως απλά το κάνεις-και σε αγαπώ για αυτό. Μου δείχνεις ανυπολόγιστή αγάπη και θέλω να σου τη δείξω και εγώ. Είχαμε τα προβλήματα μας στο παρελθόν-όχι ο ένας με τον άλλο- όμως αυτές οι δύσκολες στιγμές έχουν περάσει. Είσαι ο αέρας που αναπνέω. Θέλω να είμαι για πάντα μαζί σου. Θέλω να ξυπνάω με το χαμόγελο σου, τη μυρωδιά σου και το πιο σημαντικό- απλά με εσένα το πρωί. Είναι η στιγμή να κάνω το επόμενο βήμα στη ζωή και θέλω να κάνω αυτό το βήμα μαζί σου. Θα ήθελες να κάνεις αυτό το βήμα μαζί μου;» Έβαλα το χέρι μου μέσα στην πίσω μου τσέπη και έπιασα τη μικρή τσάντα. Άφησα και τα δύο της χέρια και έβγαλα έξω το δακτυλίδι. Ήταν ακόμη σοκαρισμένη. Το χέρι της ήταν παγωμένο εκεί που το κρατούσα.


Έπιασα το αριστερό της χέρι και της φόρεσα το δακτυλίδι. Χωρούσε σωστά γύρω από το δάκτυλο της. Σήκωσα το βλέμμα μου για να την κοιτάξω κάτω από τα φρύδια μου. Το στόμα της ήταν ανοιχτό από το σοκ και δάκρυα έπεφταν από τα μάτια της.


Εντάξει, βαθιά αναπνοή, «Ρενεσμί Κάρλι Κάλεν, θα με παντρευτείς;» Οι λέξεις κύλησαν έξω από το στόμα μου-ήταν τόσο εύκολο να τις πω. Μόλις όμως το έκανα, η καρδιά μου άρχισε να κτυπάει ξέφρενα. Άρχισε να ‘τρέχει’.  Τα χέρια μου άρχισαν να ιδρώνουν. Ένιωθα ότι η καρδιά μου ήταν έτοιμη νε πεταχτεί έξω από το στήθος μου. Η Ρενεσμί μπορούσε σίγουρα να την ακούσει επίσης. Μπορούσα να ακούσω τη δική της τέλεια. Χτυπούσε όσο γρήγορα χτυπούσε και η δική μου. Ήμασταν και οι δύο τόσο αγχωμένοι και γεμάτοι με αδρεναλίνη.


Σηκώθηκα πάνω ενώ η Ρενεσμί έπιασε το πρόσωπο μου. Είπε δυνατά, «Ναι Τζέικομπ, θα σε παντρευτώ!» Την ίδια στιγμή που άγγιζε το πρόσωπο μου με άφηνε να διαβάσω το μυαλό της. Ένιωσα όλο μου το σώμα να γεμίζει με μια ακατανίκητη πλημμύρα. Συνέχισε να λέει ναι ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό μου. Ένιωσα τη χαρά που γέμισε την ψυχή της. Μου έδωσε ένα μεγάλο παθιασμένο φιλί πάνω στα χείλη μου.


Κάθε μέρος του κορμιού μου ένιωσε ολόκληρο. Ένιωσα ότι τίποτα δε θα μπορούσε να μας νικήσει. Η Ρενεσμί τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου και μου έδωσε μια τεράστια αγκαλιά. Την έπιασα πάνω μου και την στριφογύριζα τριγύρω σε ένα κύκλο. Όλοι όσοι ήταν πάνω μας κοίταζαν. Έκλαιγε και φώναζε από χαρά ενώ με κρατιόταν σφιχτά πάνω μου. Σταμάτησα να στριφογυρίζω και την άφησα κάτω. Με φίλησε ξανά με μικρά, γρήγορα φιλιά. Μετά σκούπισε τα μάτια της, προσπαθώντας να μην καταστρέψει το μακιγιάζ της.


Δε μπορούσα ούτε καν να περιγράψω τη χαρά που ένιωθα μέσα στην καρδιά μου αυτή τη στιγμή. Δεν το ήξερα ποτέ μου ότι θα μπορούσα να νιώσω τόση χαρά στη ζωή μου. Τα μάτια μου άρχισαν να υγραίνουν. Δε μπορούσα να το πιστέψω ότι η Ρενεσμί και εγώ θα παντρευόμασταν. Σκούπισα τα μάτια μου πριν μπορέσουν να σχηματιστούν δάκρυα. Η Ρενεσμί κράτησε το πρόσωπο μου και φίλησε τα μάτια μου. Μετά τα σκούπισε με το χέρι της.


Έπειτα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση μου και έβαλε το κεφάλι της απαλά πάνω στο στήθος μου. Έβαλα τα χέρια μου γύρω της. Η καρδιά μου χτυπούσε ακόμη γρήγορα. Δεν είχε επιβραδύνει. Ήξερα ότι εκείνη την άκουγε. «Σε αγαπώ Τζέικομπ Μπλακ. Δεν ξέρω αν γνωρίζεις το βαθμό του πόσο πολύ σε αγαπώ στ’ αλήθεια. Είναι ωραία που ακούω την καρδιά σου χτυπάει δυνατή. Όταν σκέφτηκα ότι σε έχασα όλες εκείνες τις φορές ήταν σαν να έχανα ένα κομμάτι μου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω χωρίς εσένα. Ήταν τόσο αηδιαστικό το συναίσθημα όταν νόμισα ότι πέθανες στο σπίτι μου. Κάτι μέσα μου ξέσπασε κυριολεκτικά και όλα έγιναν μαύρα. Δε μου είχε ξανασυμβεί αυτό. Ήταν λες και οι δεσμοί που μας κρατούσαν μαζί σκίστηκαν εντελώς. Δε μπορούσα καν να ανασάνω· το συναίσθημα κατέβαλε ολόκληρο μου το σώμα και με μούδιασε. Δεν ήμασταν ένα πια και το σώμα μου δε μπορούσε να το αντέξει αυτό. Μπορούσα να νιώσω τη ψυχή σου να απομακρύνεται αργά από τη δική μου. Δεν είχες κτύπο Τζέικομπ. Άκουσα όσο πιο δυνατά μπορούσα και δεν άκουσα την καρδιά σου. Είχες φύγει και εγώ το ίδιο. Θυσίασες τον εαυτό σου για εμένα. Κανένας δεν το έχει κάνει αυτό για μένα-εκτός από τους γονείς μου, όμως αυτή είναι μια διαφορετική ιστορία. Ρίσκαρες τη ζωή σου ώστε να μπορέσω να ζήσω. Θα σου είμαι ευγνώμων για αυτή τη μέρα για την υπόλοιπη μου ζωή» Μπορούσα να  την ακούσω να παίρνει κοφτές εισπνοές από τη μύτη. Έκλαιγε-όμως αυτά δεν ήταν χαρούμενα δάκρυα πια.


Την τράβηξα από το στήθος μου και έσκυψα λίγο ώστε να κοιτάξω μέσα στα μάτια της. Κοιτούσε το έδαφος.


«Ρενεσμί, κοίταξε με» είπα. Σήκωσε το κεφάλι της. Σκούπισα απαλά τα δάκρυα από το σαν μετάξι δέρμα της. «Δεν είμαι νεκρός. Είμαι εδώ και είμαι ζωντανός. Δε μπορείς να με ξεφορτωθείς τόσο εύκολα. Όσο είσαι πάνω σε αυτή τη γη ζωντανή και αναπνέοντας, θα είμαι στο πλάι σου. Θα ζήσουμε για πάντα μαζί. Θα το κάνουμε αυτό. Μπορούμε και θα το κάνουμε αυτό. Αυτοί είμαστε εμείς που εκπληρώνουμε το πεπρωμένο μας. Είμαστε μοναδικοί στο είδος μας. Δεν είμαστε απλώς ακόμη ένα ανθρώπινο ζευγάρι. Είμαστε ένα ζευγάρι μισού ανθρώπου-μισού βρικόλακα και μισού ανθρώπου-μισού λυκανθρώπου. Μας έβαλαν σε αυτή τη γη για να είμαστε μαζί και να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Δεν ήταν στη μοίρα μας να πεθάνουμε και να αφήσουμε τον άλλο. Εντάξει;»


Η Ρενεσμί έγνεψε με το κεφάλι της. Της έδωσα ένα φιλί στο μέτωπο ενώ εκείνη μου χαμογέλασε. Κοίταξε το δακτυλίδι της. «Είναι πανέμορφο Τζέικομπ. Από πού το βρήκες αυτό; Πως μπόρεσες να το αγοράσεις;»


«Λοιπόν, δεν πλήρωσα για αυτό. Ήταν της μητέρας μου. Μου το έδωσε και όλα αυτά τα χρόνια το είχα φυλαγμένο μέχρι που βρήκα εκείνον που ήθελα να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί του. Ήμουν τόσο χαμένος πριν όμως από τότε που έριξα το βλέμμα μου πάνω σου ήταν λες και άνοιξαν οι σωστές πόρτες για εμένα και ήξερα ποιο μονοπάτι να πάρω. Ταιριάζει τέλεια πάνω στο δάκτυλο σου».


«Το ξέρω. Δε σου συμβαίνει και συχνά αυτό» Πήρε μια βαθιά αναπνοή και ‘συμμάζεψε’ τον εαυτό της. «Πάμε να το πούμε στους άλλους!» Η Ρενεσμί ενθουσιάστηκε τόσο πολύ.


«Εντάξει όμως ο Έντουαρντ το ξέρει έτσι θέλω κάπως να το πω στο μπαμπά μου μετά εάν είναι εντάξει μαζί σου;» ρώτησα.


«Πότε το είπες στο μπαμπά μου; Α! Αυτό ήταν που κάνατε πάνω στην πίστα;!» τα μάτια της γούρλωσαν.


Έγνεψα.


«Το ήξερα! Εντάξει δηλαδή δεν το ήξερα, όμως ήξερα ότι μιλούσατε για κάτι!» Η Ρενεσμί άρχισε να γελάει. «Πάμε να το πούμε στο Μπίλι. Α, ξέχασα να σου πω! Πήγε σπίτι. Δεν ένιωθε καλά».


«Ναι το ξέρω. Τον είδα όταν έτρεξα σπίτι. Θυμάσαι όταν σε άφησα πάνω στην πίστα; Τότε ήταν που έτρεξα σπίτι για να πιάσω το δακτυλίδι για εσένα».


«Σωστά. Εντάξει τότε- πάμε να τρέξουμε σπίτι κα να πούμε στο Μπίλι τα καλά νέα!» Η Ρενεσμί άρπαξε το χέρι μου ενώ κατεβήκαμε κάτω.


Κοίταξα προς το τραπέζι και μπορούσα να δω ολόκληρο το πλήθος των Κάλεν να κοιτάζει εμένα. Η Μπέλλα κρατιόταν από τον Έντουαρντ και κοίταζε τη Ρενεσμί και εμένα με τόση περηφάνια στο πρόσωπο της. Όλοι μας χαμογελούσαν.


«Μπράβο Τζέικομπ! Εσύ είσαι ο άντρας!» φώναξε ο Έμετ από την άλλη πλευρά του δωματίου.


Τους κούνησα το χέρι ενώ ήμασταν έτοιμοι να βγούμε έξω.


«Τζέικομπ!» φώναξε ο Κουίλ. «Θα έφευγες χωρίς να πεις αντίο;»


Γύρισα πίσω μου και είδα τον Κουίλ και την Κλερ να περπατάνε προς το μέρος μας. Όταν μας έφτασαν έριξα στον Κουίλ ένα ‘δώσε πέντε’ και μια αγκαλιά. «Συγχαρητήρια δικέ μου! Έπιασες μια καλή για σένα. Σας εύχομαι τα καλύτερα!» τους είπα.


«Ευχαριστώ αδέρφι!» απάντησε ο Κουίλ.


«Φαίνεσαι πανέμορφη. Το φόρεμα σου είναι υπέροχο!» είπε η Ρενεσμί στην Κλερ.


«Σε ευχαριστώ Ρενεσμί» η Κλερ αγκάλιασε τη Ρενεσμί.


«Εντάξει λοιπόν είναι αργά και δεν θέλουμε να σας κρατήσουμε εδώ έτσι παιδιά θα σας δούμε όταν γυρίσουμε από το ταξίδι του μέλιτος μας. Θα πάμε στη Χαβάη», είπε ο Κουίλ με ένα τόνο ενθουσιασμού στη φωνή του.


«Ωραίο! Να περάσετε καλά! Σίγουρα θα σας δούμε όταν επιστρέψετε. Αντίο» Η Ρενεσμί και εγώ γυρίσαμε ξανά και φύγαμε.


Τρέξαμε στο σπίτι μου. Όπως πριν, δεν πήρε καθόλου χρόνο να φτάσουμε εκεί. Η Ρενεσμί και εγώ γελούσαμε και φλερτάραμε ο ένας με τον άλλο ενώ μπήκαμε μέσα στο σπίτι.


Άνοιξα την πόρτα για τη Ρενεσμί. «Κυρία Ρενεσμί Μπλακ» υποκλίθηκα και της έγνεψα να μπει μέσα.


«Σε ευχαριστώ- αρραβωνιαστικέ» είπε η Ρενεσμί ενώ μπήκε μέσα στο σπίτι πριν από εμένα.


«Ωχ θεέ μου-Μπίλι!!» ούρλιαξε η Ρενεσμί ενώ έτρεξε στο πλευρό του σε λιγότερο από δευτερόλεπτο.


Άκουσα αυτό που νόμισα ότι άκουσα; Έτρεξα μέσα στο σπίτι πίσω της. Η Μπίλι ήταν στο πάτωμα της κουζίνας. Έπεσε εντελώς από την αναπηρική του. Η τσαγιέρα ήταν δίπλα του στο πάτωμα. Η Ρενεσμί καθόταν στο πάτωμα και έβαλε το κεφάλι του πάνω στα πόδια της. «Δεν αναπνέει!» φώναξε η Ρενεσμί. «Πρέπει να τον πάρουμε στο νοσοκομείο».


Αναμνήσεις πέρασαν μέσα από το μυαλό μου. Αυτό ακουγόταν ακριβώς σαν τότε που ο Τσάρλι λιποθύμησε. Ήταν η Ρενεσμί και εγώ που έπρεπε να τον πάρουμε στο νοσοκομείο. Πάγωσα από το σοκ. Αυτό ήταν τελείως διαφορετικό τώρα. Όταν λιποθύμησε ο Τσάρλι ήμουν ήρεμος ενώ έτρεχα. Τώρα από την άλλη δε μπορούσα να κουνηθώ. Αυτός στο πάτωμα ήταν ο μπαμπάς μου. Ο μπαμπάς μου ήταν λιπόθυμος στο πάτωμα χωρίς να αναπνέει. Το μυαλό μου δε μπορούσε να αντέξει τη σκέψη.


Η Ρενεσμί τον έπιασε πάνω της αφού εγώ δεν κουνήθηκα. «Τζέικομπ! Πρέπει να πάμε- τώρα!» Έτρεξε έξω από την πόρτα.


Ένιωθα άρρωστος. Το δωμάτιο γύριζε. Γύριζα όμως εγώ στεκόμουν απλώς εκεί. Ένιωθα ότι αυτά που είχα μόλις φάει ήταν έτοιμα να βγουν έξω. Κάλυψα το στόμα μου για να σιγουρευτώ ότι δε θα συνέβαινε αυτό. Έπρεπε να συγκρατηθώ για τον πατέρα μου.


Έτρεξα στο νοσοκομείο μετά τη Ρενεσμί. Ήταν πιο μπροστά μου. Μπήκα μέσα και είδα τη Ρενεσμί να κάθεται στις καρέκλες. Περπάτησα κοντά της. Έκλαιγε. «Φοβάμαι Τζέικομπ. Τι σου πήρε τόση ώρα;» Με αγκάλιασε.


«Συγνώμη, δεν ξέρω τι έπαθα. Ήμουν σοκαρισμένος. Τι είπαν οι γιατροί;» ψιθύρισα. Το νοσοκομείο ήταν τόσο σιωπηλό.


«Δεν ξέρω. Μου είπαν να περιμένω εδώ και θα επιστρέψουν με τα αποτελέσματα»


Καθίσαμε και οι δύο στις καρέκλες. Η Ρενεσμί ήταν κουλουριασμένη στο πλευρό μου ενώ είχα το χέρι μου γύρω της. Καθίσαμε εκεί όλη νύχτα περιμένοντας τους γιατρούς.

 

 

Κεφάλαιο 23: Σύνδεση Με Το Παρελθόν

ΡΕΝΕΣΜΙ


Υποτίθεται ότι η αυτή η μέρα έπρεπε να είναι η καλύτερη της ζωής μου- ήταν, μέχρι που βρήκαμε τον Μπίλι στο πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή που τον είδα, ξέχασα εντελώς τον εαυτό μου και έπρεπε να φροντίσω τις ανάγκες του. Ήταν λιπόθυμος στο πάτωμα και δεν ανέπνεε. Δεν ένιωθα ούτε σφυγμό όμως δεν το είπα στον Τζέικομπ αυτό. Θα είχε φρικάρει. Όταν κοίταξα το πρόσωπο του Τζέικομπ μόλις μπήκε μέσα στο σπίτι μετά από εμένα, ήταν άσπρος σαν βρικόλακας. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να τον περιμένω αφού ήταν σε κατάσταση σοκ. Έτρεξα στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Η νοσοκόμα τον πήρε αμέσως μέσα. Ήμουν πολύ φοβισμένη μέχρι που ο Τζέικομπ ήρθε επιτέλους για να με καθησυχάσει. Και οι δύο μας χρειαζόμασταν παρηγοριά εκείνη τη στιγμή.


Πέρασαν λίγες ώρες και ήρθε επιτέλους μια γιατρός για να μας μιλήσει. Ενώ ερχόταν πιο κοντά την παρατηρούσα. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν ότι περπατούσε πολύ αργοκίνητα. Είχε μια καταθλιπτική και στρεσαρισμένη έκφραση στο πρόσωπο της. Τα μακριά καφετιάς της μαλλιά ήταν δεμένα πίσω σε μια ακατάστατη αλογοουρά.  Είχε τη βραδινή βάρδια και σίγουρα καταλαβαινόταν. Κοίταξα την ετικέτα με το όνομα της και έλεγε Δρ. Μιράντα Καμαρίλο. Ήταν πολύ ωραίο όνομα για γιατρό.


Αυτό ήταν· ήξερα ότι θα έλεγε πως ο Μπίλι είχε πεθάνει. Προετοίμασα τον εαυτό μου ενώ ο Τζέικομπ και εγώ σηκωθήκαμε πάνω για να ακούσουμε τα νέα. Σφίγγαμε ο ένας το χέρι του άλλου.


«Γιατρέ, πως πάει ο Μπίλι;» ρώτησα. Έπρεπε να κάνω την πρώτη κίνηση. Ήξερα ότι ο Τζέικομπ δεν ήταν σε θέση να μιλήσει.


«Ο Μπίλι είναι καλά. Η πίεση του ήταν πολύ ψηλή και ήταν αφυδατωμένος. Λιποθύμησε επειδή το σώμα του λειτουργούσε πολύ σκληρά για να τον κρατήσει σταθερό. Θα τον κρατήσουμε εδώ για σήμερα για να δούμε πως θα αντιδράσει στη θεραπεία που του κάναμε-όμως εκτός από αυτό είναι μια χαρά».


«Δόξα σοι ο Θεός», είπα κάτω από την αναπνοή μου. Ήθελα να ρωτήσω ακόμη κάτι. «Γιατί δείχνατε τόσο λυπημένη όταν ερχόσασταν προς το μέρος μας; Νομίζαμε ότι θα λέγατε πως ο Μπίλι έχει πεθάνει. Μας φοβίσατε!»


«Συγνώμη. Στην πραγματικότητα κοίταξα τον Μπίλι πρώτα και ήμουν έτοιμη να έρθω και να σας πω ότι είναι καλά, όμως με κάλεσαν για έναν άλλο ασθενή. Πέθανε πάνω μου. Όλοι μας προσπαθήσαμε όσο πιο καλά μπορούσαμε για να τον σώσουμε όμως η ζημιά είχε γίνει. Αυτός είναι ο λόγος που μου πήρε τόσο πολύ να έρθω και να σας μιλήσω. Ελπίζω να μην σας πείραξε που περιμένατε». Η γιατρός έβγαλε τα γυαλιά της και έτριψε τα μάτια της απογοητευμένη. Φαινόταν λες και είχε τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο στον κόσμο.


«Ω, δεν πειράζει. Μπορούμε να τον δούμε τώρα;» ρώτησα.


«Ναι, φυσικά-ακολουθήστε με». Η γιατρός μας οδήγησε στο δωμάτιο του 

Μπίλι.


Άφησα τον Τζέικομπ να μπει μέσα πρώτος. Ευχαρίστησα τη γιατρό ενώ εκείνη έφυγε. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και γύρισα για να δω τον Τζέικομπ να κάθεται σε μια από τις καρέκλες δίπλα στο Μπίλι. «Μπαμπά δεν ήξερα». Ο Τζέικομπ κουνούσε το κεφάλι του. Κοιτούσε το χέρι του Μπίλι. Υπήρχε ένας σωλήνας κολλημένος πάνω του.


«Είναι εντάξει Τζέικ! Είμαι καλά! Μην ανησυχείς για εμένα. Έλα τώρα! Είμαι ένας γερασμένος άντρας· τέτοιου είδους πράγματα τα περιμένουμε. Όμως για τώρα είμαι καλά και υγιής». Ο Μπίλι ανακάθισε πάνω στο κρεβάτι. «Βλέπεις Ρενεσμί, είμαι καλά!»


Έγνεψα με το κεφάλι μου και μετά άκουσα κάτι να κτυπάει. Κοιτάξαμε γύρω μας για να δούμε από πού ερχόταν ο ήχος. Χτυπούσε το τηλέφωνο κάποιου. Σήκωσα το χέρι μου για να ακούσω την τσάντα μου. Ερχόταν από την τσάντα μου! Την άνοιξα και κατάλαβα ότι υπήρχε ένα καινούργιο τηλέφωνο εκεί μέσα.


Κοίταξα τον Τζέικομπ και άνοιξα το τηλέφωνο για να το βάλω στο αυτί μου. «Παρακαλώ;» είπα αργά. «Ρενεσμί, γλυκιά μου η μαμά είμαι».


Χαλάρωσα και πήρα μια αναπνοή. «Μαμά! Ποιού είναι αυτό το τηλέφωνο; Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε! Ξαφνικά άκουσα την τσάντα μου να χτυπάει».


Η μαμά άρχισε να γελάει. «Ναι, συγνώμη εγώ το έβαλα εκεί. Θα σου το έλεγα όμως αποσπάστηκε η προσοχή μου. Η Έντουαρντ είδε ότι ο Μπίλι δεν πήγαινε πολύ καλά. Πως είναι τώρα; Α, παρεμπιπτόντως- έβαλα ένα κινητό μέσα στην τσάντα σου». Η μαμά γελούσε ξανά με τον εαυτό της.


Δε μπορούσα να κρατηθώ και να μη γελάσω και εγώ. Η μαμά ήταν σίγουρα παράξενο άτομο- όμως αυτός ήταν ο λόγος που την αγαπούσα τόσο πολύ.


«Είναι καλύτερα τώρα. Είμαστε μαζί του στο δωμάτιο τώρα».


«Ο πατέρας σου και εγώ θα είχαμε έρθει να δούμε τον Μπίλι, όμως δε μπορούσε να εμφανιστούμε μας εκεί. Θυμάσαι όλο αυτό το θέμα της μη ενηλικίωσης; Λοιπόν, είναι εμπόδιο κάπου εδώ. Μισώ να ζητάω από τον πατέρα σου να μου λέει τι γίνεται αφού μπορεί να διαβάσει το μυαλό σου, έτσι για αυτό σου αγόρασα ένα κινητό και το έβαλα μέσα στην τσάντα σου. Είναι για περιστάσεις σαν και αυτή!»


«Εντάξει μαμά. Ο Μπίλι είναι καλά τώρα όμως ακόμη θέλουν να του κάνουν κάποιες εξετάσεις για να σιγουρευτούν ότι δεν συμβαίνει τίποτα άλλο».


«Εντάξει, λοιπόν όταν εσύ και ο Τζέικομπ είστε έτοιμοι, μπορείτε να ‘ρθείτε πίσω στο αγροτόσπιτο μας. Μόλις τώρα κοίταζα κάποια από τα παιδικά σου ρούχα που είχαμε εδώ. Είναι τόσο μικρά και χαριτωμένα. Κάποιες εύχομαι να ήσουν ακόμη αυτό το μέγεθος».


«Μαμά», γκρίνιαξα. «Μην το κάνεις αυτό. Θα έρθουμε σπίτι σύντομα. Σε αγαπώ».


«Και εγώ σε αγαπώ» είπε η μαμά ενώ το έκλεισε.


Μια νοσοκόμα μπήκε μέσα στο δωμάτιο. «Με συγχωρείτε όμως πρέπει να κάνουμε κάποιες εξετάσεις τώρα. Μπορείτε να περιμένετε έξω αν θέλετε».


«Όχι, όχι, ήταν έτοιμοι να φύγουν» είπε ο Μπίλι.


«Μπαμπά θα περιμένουμε εδώ όλη μέρα. Δε θα φύγω από το πλευρό σου ξανά. Επίσης, υπάρχει κάτι που πρέπει να σου πούμε», είπε ο Τζέικομπ ενώ σηκώθηκε πάνω και έπιασε το χέρι μου.


«Μπορείτε να μου πείτε μετά. Το ξέρω ότι ήσασταν εδώ όλη τη νύχτα. Πηγαίνετε σπίτι και ξεκουραστείτε. Μπορείτε να έρθετε πίσω αργότερα εντάξει;» είπε ο Μπίλι με τη φωνή του σαν να ήταν αρχηγός. Ήταν πολύ τραχιά. Δεν ήθελες να πας ενάντια στο λόγο του όταν χρησιμοποιούσε αυτό τον τόνο.


«Μα…» Ο Τζέικομπ κόπηκε στη μέση.


«Όχι μα. Απλά πηγαίνετε». Ο Μπίλι μιλούσε σοβαρά.


«Εντάξει μπαμπά» Ο Τζέικομπ άφησε το χέρι του Μπίλι και έσκυψε το κεφάλι του. «Εάν χρειαστείς οτιδήποτε απλώς τηλεφώνησε μας, εντάξει;»


Ο Μπίλι έγνεψε. Του ένεψα αντίο ενώ εγώ και ο Τζέικομπ φύγαμε από το νοσοκομείο. Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι της οικογένειας μου στο δάσος. Περάσαμε δίπλα από το παλιό σπίτι των Κάλεν. Κοίταξα μέσα και είδα την οικογένεια των Ντενάλι εκεί. Όμως δεν ήταν μόνοι τους. Ολόκληρη μου η οικογένεια τους επισκεπτόταν. Κοίταξα αλλού και συνέχισα να τρέχω.


Ήταν ξημέρωμα τώρα και ο ήλιος είχε αρχίσει να βγαίνει έξω. Μπορούσα να τον δω να βγαίνει από την ανατολή. Ο ήλιος άγγιξε πρώτα τα δέντρα. Ο Τζέικομπ και εγώ τρέχαμε μαζί κρατώντας ο ένας τον άλλο από το χέρι. Ο Τζέικομπ κρατούσε το αριστερό μου χέρι. Ο ήλιος μας άγγιξε μέσα από τα ψηλά δέντρα. Το αίσθημα των ακτινών του ήταν ζεστό πάνω στο δέρμα μου. Κοίταξα το χέρι μου και το είδα να λαμπιρίζει. Η λάμψη του δακτυλιδιού μου όμως ξεπερνούσε την λάμψη του δέρματος μου. Κοίταξα τον Τζέικομπ και χαμογέλασα. Μπορούσα να καταλάβω ότι σκεφτόταν το ίδιο πράγμα. Η χρυσή λουρίδα ταίριαζε τέλεια με το δέρμα μου. Ταίριαζε τέλεια και με τα μαλλιά μου επίσης.


Ενώ εγώ και ο Τζέικομπ τρέχαμε, μυρίσαμε κάτι. Πήραμε βαθιές κοφτές αναπνοές ενώ είχαν και των δύο μας σχεδόν αρχίσει να τρέχουν τα σάλια.  Μπορούσαμε να μυρίσουμε κάποιον να φτιάχνει μπάρμπεκιου. Ξέραμε ακριβώς ποιος ήταν αυτός. Ήμασταν δευτερόλεπτα μακριά από το σπίτι μου. Αντί να πάμε από τη μπροστινή πόρτα, ο Τζέικομπ και εγώ τρέξαμε κατευθείαν στο πίσω μέρος. Εκεί ήταν ο μπαμπάς-στεκόταν μπροστά από το γκριλ φτιάχνοντας μας φαγητό. Φορούσε μια ποδιά που έλεγε ‘Φίλα τον βρικόλακα’.


Σταμάτησα μπροστά του και το κοίταξα.


«Σου αρέσει;» ο μπαμπάς έκανε αστείο.


«Ναι μπαμπά. Πολύ ωραίο». Του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και περπάτησα προς τον Τζέικομπ.


Ο Τζέικομπ πήγε αυτόματα να καθίσει στο τραπέζι που είχαμε έξω. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήταν έτοιμος να φάει. Ο Τζέικομπ πάντα είναι έτοιμος να φάει. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Μπορούσα να ακούσω το στομάχι και των δυο μας να γουργουρίζει. Η μαμά βγήκε έξω από το σπίτι με δύο πιάτα για εμάς. «Ποιος πεινάει;»


«Εγώ». «Ο Τζέικομπ» είπαμε ο Τζέικομπ και εγώ την ίδια στιγμή. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο και χαμογελάσαμε.


Η μαμά έβαλε τα πιάτα μπροστά μας. Ο μπαμπάς τελείωσε το μαγείρεμα και έβαλε όλο το κρέας μέσα σε ένα τεράστιο πιάτο. Ήρθε κοντά μας και έβαλε το πιάτο στο μέσο εμένα και του Τζέικομπ. Φαινόταν νοστιμότατο. «Ποιος θα φάει όλο αυτό το κρέας;» ρώτησα. Ο μπαμπάς έψησε πολύ κρέας.


«Εγώ!» είπε ο Τζέικομπ ενώ πήγε να πιάσει ένα κομμάτι παϊδάκια.


«Περίμενε!» Η μαμά έβαλε το χέρι της πάνω στο φαγητό και σταμάτησε τον Τζέικομπ πριν μπορέσει να το αρπάξει. «Όλα με τη σειρά τους- άσε με να δω το δακτυλίδι σου». Η μαμά ήρθε δίπλα μου ενώ εγώ σήκωσα το αριστερό μου χέρι με περηφάνια να ακτινοβολεί από πάνω μου.


«Ω, γουάου! Ρενεσμί είναι πανέμορφο. Μπράβο Τζέικομπ. Έχεις ξεπεράσει τον εαυτό σου. Αυτό είναι ένα από τα πιο όμορφα δακτυλίδια που έχω δει!»


Η μαμά έμοιαζε σαν να ήταν έτοιμη να κλάψει, όμως όλοι μας ξέραμε ότι δε θα συνέβαινε αυτό. Ποτέ δε θα συνέβαινε. Η μαμά μου έδωσε μια αγκαλιά και ένα φιλί και με συγχάρηκε. Μετά πέρασε γρήγορα από δίπλα μου και πήγε κοντά στον Τζέικομπ για να του δώσει μια αγκαλιά και τον συγχαρεί επίσης.


Όταν η μαμά είχε σταματήσει να μιλάει και να μας συγχαίρει, ο Τζέικομπ κοίταξε τη μαμά μου με ένα αποδοκιμαστικό βλέμμα. Η μαμά έγνεψε στον Τζέικομπ και στριφογύρισε τα μάτια της. Ο Τζέικομπ όρμησε αμέσως. Δεν είχα καν χρόνο να πεταρίσω τα βλέφαρα μου. Κατάπινε ένα κομμάτι χωρίς να αναπνέει. Η μαμά άρχισε να γελάει. «Ακόμη είναι ο ίδιος Τζέικομπ!», είπε ενώ του ανακάτεψε τα μαλλιά και πήγε να σταθεί δίπλα από το μπαμπά.


«Θέλετε λίγο;»  πρόσφερα αστειευόμενη στους γονείς μου.


«Δελεαστικό, όμως νομίζω ότι είμαστε καλά» απάντησε ο μπαμπάς.


Όταν ο Τζέικομπ και εγώ είχαμε τελειώσει το φαγητό καθίσαμε για να αναπνεύσουμε λίγο καθαρό αέρα. Ήμασταν τόσο γεμάτοι που δε μπορούσαμε καν να κινηθούμε. Καθόμασταν και οι δύο το ίδιο. Είχαμε τα χέρια μας πάνω στο στομάχι μας ενώ γέρναμε πίσω στην καρέκλα. Δεν είχα φάει ξανά κάτι τόσο νόστιμο στη ζωή μου. Θα έπρεπε να πω ότι το μπάρμπεκιου είναι πολύ πιο ωραίο από το αίμα-παρόλο που το αίμα είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να το αποκτήσεις. Ο μπαμπάς μαγείρεψε τέλεια.  Έκανε παϊδάκια τα οποία ήταν πιο μαλακά σε κάποιου είδους μπάρμπεκιου και ζεστή σάλτσα αναμειγμένη μαζί. Το κρέας γλιστρούσε από τα κόκκαλα τέλεια. Ο Τζέικομπ και εγώ γλύψαμε τα δάκτυλα μας για να τα καθαρίσουμε.


Πήγαμε για μια μικρή βόλτα για να χωνέψουμε το γεύμα που μόλις είχαμε φάει. Δεν ξέραμε που πηγαίναμε. Περπατούσαμε απλώς για την πλάκα. Ξέραμε ότι δε θα μπορούσαμε ποτέ να χαθούμε. Το να μην βρούμε το δρόμο της επιστροφής ήταν το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα έπρεπε να ανησυχούμε.


«Υπάρχει κάπου που θα ήθελα να σε πάρω», είπα στον Τζέικομπ. Φαινόταν μπερδεμένος.


Τρέξαμε μαζί όμως εγώ έδειχνα τον δρόμο. Ο Τζέικομπ με ακολουθούσε σιωπηλός. Δε με ρώτησε καν που πηγαίναμε. Ελπίζω να μπορέσω να βρω αυτό το μέρος. Μου είπαν για αυτό η μαμά και ο μπαμπάς. Είπαν ότι εδώ ήταν που ήξεραν για πρώτη φορά ότι ήθελαν να είναι για πάντα μαζί. Παρόλο που δεν έχουν έρθει εδώ για αρκετό καιρό ακόμη μπορούσα να μυρίσω ένα αμυδρό μονοπάτι της μυρωδιάς τους.


Επιτέλους φτάσαμε εκεί. Δεν είχα έρθει ποτέ μου εδώ όμως το ήξερα μόλις πέρασα μέσα από τα δέντρα-αυτό ήταν το μέρος! Ήταν πανέμορφο. Ήταν το δικό τους λιβάδι. Υπήρχαν λουλούδια παντού και μπορούσα να ακούσω την ορμή ενός ποταμού από μακριά. Περπάτησα μπροστά μέσα στην λιακάδα. Κανένας μας δεν έλεγε τίποτα. Πήγα και κάθισα ακριβώς στο μέσο. «Έλα» είπα στον Τζέικομπ ενώ περπάτησε αργά κοντά μου. Είχε αυτή την έκφραση στο πρόσωπο του λες και δεν ήθελε να είναι εδώ.


Κάθισε κάτω δίπλα μου και τον ρώτησα τι συνέβαινε.


«Δεν είναι τίποτα. Δε θέλω να μιλήσω για αυτό. Απλώς δε μου αρέσει εδώ», είπε ο Τζέικομπ ενώ κοίταζε μέσα στα μάτια μου. Ήταν σαν ένα σήμα ότι ήθελε να φύγει-τώρα.


«Γιατί; Είναι επειδή είναι το ‘μέρος’ της μαμάς και του μπαμπά;» είπα αστειευόμενη ενώ του χαμογέλασα.


Ο Τζέικομπ με κοίταξε με σοβαρότητα στα μάτια του. Το χαμόγελο μου χάθηκε. «Θες στ’ αλήθεια να ξέρεις;» ρώτησε ενώ αναστέναξε.


Σε αυτό το σημείο δεν ήμουν σίγουρη εάν ήθελα ή όχι. Δεν είχα ιδέα τι θα μου έλεγε. Έπρεπε να φοβάμαι; Έπρεπε να πω ναι και να τον αφήσω να μου πει; Δε φαινόταν και πολύ χαρούμενος για αυτό. Το έκανα όπως και να είχε. Εκείνος ήταν που άνοιξε το θέμα. Ήξερα ότι αργότερα-εάν έλεγα όχι- θα σκεφτόμουν τι επρόκειτο να πει. Θα με είχε τρελάνει.


«Βέβαια», είπα αργά και διστακτικά.


«Όταν ο Έντουαρντ άφησε τη Μπέλλα για να την κρατήσει ασφαλή, η Μπέλλα ήταν πληγωμένη-πράγμα το οποίο είμαι σίγουρος ότι ήδη ξέρεις. Έκανε τα πάντα για να τον δει-λοιπόν οι σωστές λέξεις είναι- για να δει οπτασίες του. Της έλειπε τόσο πολύ που μια μέρα ήρθε εδώ μόνη της για να δει το λιβάδι της. Θυμήθηκε πόσο χαρούμενη ήταν όταν ήταν εδώ μαζί του που σκέφτηκε ότι αν ερχόταν πίσω θα ήταν χαρούμενη ξανά».


Κάθισα εκεί και άκουσα προσεχτικά.


«Όταν ήρθε εδώ δεν ήταν το ίδιο. Ήταν άδειο και την έκανε να νιώθει ακόμη πιο κούφια. Έπεσε πάνω σε ένα από τους βρικόλακες που τον έλεγαν Λορέντ. Ήταν φίλος με το βρικόλακα που σκότωσε ο Έντουαρντ. Ο Έντουαρντ τον σκότωσε μόνο και μόνο επειδή θα σκότωνε τη Μπέλλα. Ο Λορέντ ήταν με το πλευρό μας στην αρχή όμως όταν τον είδε η Μπέλλα εκείνη τη φορά εδώ είχε αλλάξει εντελώς τη σκέψη του. Η Λορέντ ήταν εδώ για να σκοτώσει τη Μπέλλα»


Μου κόπηκε η αναπνοή από το σοκ. Είμαι τόσο χαρούμενη που είπα στον Τζέικομπ να μου το πει αυτό! Εύχομαι να ήξερα τα πάντα. Υπήρχαν τόσα πολλά πράγματα που δεν ήξερα. Όμως δε μπορούσα να ρωτήσω επειδή δεν ήξερα τι να ρωτήσω και είμαι σίγουρη ότι οι γονείς μου δε θα ήξεραν από πού να αρχίσουν.


«Σε εκείνο το σημείο ήμουν λυκάνθρωπος. Είμαι σίγουρος ότι το ξέρεις αυτό μέχρι τώρα όμως το ο σκοπός των λυκανθρώπων είναι να σκοτώνουν βρικόλακες. Όχι βρικόλακες όπως τους Κάλεν όμως. Σκοτώνουμε εισβολείς βρικόλακες που θέλουν το κακό των ανθρώπων. Η αγέλη μου και εγώ είδαμε ότι ο Λορέντ ήθελε να σκοτώσει τη Μπέλλα. Η Μπέλλα δεν ήξερε για τους λυκανθρώπους εκείνο τον καιρό. Ήμουν λίγα μέτρα μακριά της. Κοιτούσε κατευθείαν μέσα στα μάτια μου. Μπορούσα να δω και να νιώσω τον φόβο να βγαίνει από τη μαμά σου. Ήταν απλώς ένας αδύναμος θνητός. Δε θα μπορούσε ποτέ να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενάντια σε βρικόλακες. Κυνηγήσαμε το Λορέντ και τον σκοτώσαμε». Ο Τζέικομπ αναστέναξε ενώ έπιασε και τα δύο μου χέρια για να κρατήσει. «Ξέρεις πάντα αναρωτιόμουν τι θα γινόταν εάν έφτανα εκεί πολύ αργά. Τι θα γινόταν εάν ο Λορέντ σκότωνε τη Μπέλλα; Θα χανόμουν για πάντα εάν συνέβαινε αυτό. Όχι μόνο επειδή η Μπέλλα θα είχε πεθάνει, αλλά επειδή εάν συνέβαινε αυτό δε θα υπήρχες. Υπάρχω μόνο λόγω εσένα. Ξέρω ότι σε εκείνο το σημείο δεν ήξερα ότι υπήρχε πιθανότητα να υπάρξεις, όμως το ξέρω τώρα και ευχαριστώ τη Μπέλλα καθημερινά που σε κράτησε».


«Γουάου, σε ευχαριστώ που μου το είπες. Δεν είχα ιδέα. Η μαμά μου είχε μια πολύ πολυτάραχη ανθρώπινη ζωή. Μπήκε σε τόσο πολύ κίνδυνο που εγώ δεν ήξερα καν. Χαίρομαι που είχε εσένα και το μπαμπά να την προσέχετε» Χαμογέλασα.


«Ναι, τώρα έχει τον Έντουαρντ να την προσέχει-το οποίο είναι αρκετά καλό. Δεν χρειάζεται να προσέχω τη Μπέλλα πια. Είμαι εδώ μόνο για σένα. Θα αφιερώσω τη ζωή μου στο να σιγουρευτώ ότι είσαι χαρούμενη και ασφαλής. Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος». Ο Τζέικομπ έπαιζε με το δακτυλίδι πάνω στο δάκτυλο μου.


«Ώστε παντρευόμαστε, ε;» Ήμουν έτοιμη για αυτό.


«Το ξέρεις!»


«Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε σχέδια. Πάμε να βρούμε την Άλις και την Έσμι για να μας βοηθήσουν». Ο Τζέικομπ σηκώθηκε πάνω πρώτος και έπιασε το χέρι μου για να με βοηθήσει.


Τρέξαμε πίσω στο σπίτι πρώτα για να πούμε στη μαμά και το μπαμπά τα σχέδια μας. Απλά για να δούμε εάν ήθελαν να μας βοηθήσουν και αυτοί. Μπήκαμε μέσα και προσέξαμε ότι κάποιος άλλος ήταν στο σπίτι με τους γονείς μου.


«Εδώ είστε παιδιά! Έχουμε κάποια σχέδια να κάνουμε! Μην σκεφτείτε ότι θα γλυτώσετε από εμένα τόσο εύκολα», είπε η Άλις.


«Μα ερχόμασταν για δούμε εσ-». Με έκοψαν στη μέση.


«Όχι δικαιολογίες. Ας κάνουμε κάποιο σχεδιασμό για το γάμο». Το χαμόγελο της Άλις φωτίστηκε ενώ πετάχτηκε προς το μέρος μας με περίπου 10 βιβλία γάμου στα χέρια της.


Ήμουν αγχωμένη για να το σχεδιάσω αυτό. Ήμουν επίσης και ενθουσιασμένη την ίδια στιγμή. Ήξερα ότι η Άλις θα έκανε απίστευτη δουλειά βοηθώντας με. Καθίσαμε στον καναπέ ενώ η Άλις άνοιξε το πρώτο βιβλίο για να το δούμε.


 

Κεφάλαιο 24: Πεταλούδες

Πέρασαν οι μήνες και πολλά πράγματα άλλαξαν. Δεν ήταν χειμώνας πια-ευτυχώς. Ποτέ μου δε μου άρεσε το κρύο. Παρ’ όλα αυτά προτιμούσα το χιόνι παρά τη βροχή. Το χιόνι ήταν πάντα τόσο όμορφο. Λαμπίριζε στον ήλιο. Η βροχή ήταν τόσο καταθλιπτική. Ήταν ή αρχή του καλοκαιριού και τα λουλούδια μόλις άρχιζαν να ανθίζουν. Αυτή έπρεπε να είναι η αγαπημένη μου εποχή του καλοκαιριού. Λάτρευα να βλέπω τα λουλούδια να επιστρέφουν ξανά στη ζωή. Ήμασταν πίσω στη Αλάσκα τώρα. Επειδή ήμασταν στην Αλάσκα δε σήμαινε ότι δεν υπήρχαν λουλούδια να ανθίσουν. Κάποια μέρη της Αλάσκα μετά βίας είχαν χιόνι. Ήταν ακόμη κρύο όμως. Προτιμούσα να μένω στο σπίτι μας στην Αλάσκα. Ήταν πολύ αλλόκοτο να πηγαίνουμε από το ένα σπίτι στο άλλο. Ο Τζέικομπ και εγώ επισκεπτόμασταν το Μπίλι καθημερινά ό,τι και να γινόταν. Δεν τα πήγαινε πολύ καλά αυτές τις μέρες όμως ακόμη ήταν δυνατός. Μας έλεγε συνεχώς ότι δεν χρειαζόταν την βοήθεια μας και ότι μπορούσε να κάνει πράγματα μόνος του. Εμείς τον αγνοούσαμε απλώς και τον βοηθούσαμε. Ο Τζέικομπ και εγώ του μαγειρεύαμε και εγώ πήγαινα εκεί καθημερινά για να καθαρίσω.


Ο Τζέικομπ και εγώ είπαμε τελικά στο Μπίλι ότι θα παντρευτούμε. Του το είπαμε ενώ ήταν μέσα στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις ρουτίνας του.  Κάθε μια φορά την εβδομάδα έπρεπε να μπαίνει μέσα στο νοσοκομείο για να ελέγξουν την πίεση του και κάποια αναπνευστικά προβλήματα που είχε. Ήταν πολύ συγκινητικό όταν του είπαμε τα νέα. Ο Τζέικομπ κρατούσε το χέρι μου ενώ του το είπαμε μαζί. Με διαπέρασε μια πλημμύρα ενέργειας. Δεν ήταν το ίδιο με τους γονείς μου όμως αφού δεν χρειαζόταν  να τους το πω. Το ήξεραν ήδη. Έτσι είχα το Μπίλι για να βγάλω όλο μου τον ενθουσιασμό. Μόλις του το είπαμε άρχισε να κλαίει. Ήμουν σοκαρισμένη. Δεν είχα δει το Μπίλι να κλαίει ξανά. Τέντωσε τα χέρια του προς το μέρος μου και πήγα να καθίσω δίπλα του στο κρεβάτι. Με αγκάλιαζε ενώ τον αγκάλιαζα και εγώ. Άρχισα και εγώ να κλαίω. Ήταν μια πολύ συναισθηματική στιγμή. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια που μας είπε ο Μπίλι.


«Το ξέρω ότι γερνάω.  Φοβόμουν ότι δε θα ζούσα για να δω αυτή τη μέρα. Σε ευχαριστώ που είπες ναι στο γιό μου. Βλέπω τον Τζέικομπ τώρα και είμαι περήφανος για τον άνδρα που έχει γίνει. Η μαμά του θα ήταν το ίδιο περήφανη επίσης. Είσαι αυτή που λαχταράει να είναι μαζί του και το να τον βλέπω με τόση αγάπη για εσένα είναι εκπληκτικό. Είναι ωραίο να ξέρω ότι έκανα κάτι σωστό για το γιό μου- για μια φορά. Είναι ωραία να γνωρίζω ότι θα έχει κάποια σαν εσένα για πάντα. Δεν είναι ποτέ διασκεδαστικό να ζεις τη ζωή μόνος σου. Σε παρακαλώ να είσαι πάντα εκεί για εκείνον ακόμη και όταν εγώ θα φύγω».


Αυτές οι λέξεις με άγγιξαν βαθιά και ήταν σαν μια γιορτή δακρύων παντού. Η Μπίλι μας ευχήθηκε τα καλύτερα και μας υποστήριξε 100%. Στ’ αλήθεια εκτίμησα την τρυφερότητα που έδειχνε και για τους δύο μας. Ήταν μια πλευρά που δε βλέπουμε συχνά. Ήταν πολύ γλυκό.


Ο παππούς Τσάρλι και η Σου αποφάσισαν να πάνε διακοπές μαζί μόνοι τους. Ο παππούς ήθελε να δει τον κόσμο πριν πεθάνει η Σου. Είχε τα χρήματα τώρα αφού η μαμά του έδωσε ένα μάτσο απλώς για τη διασκέδαση, παρόλο που δεν τα χρειαζόταν. Δεν είμαι τελείως σίγουρη πού είναι τώρα. Ο παππούς πάντα τηλεφωνούσε όποτε έφτανε σε ένα νέο προορισμό. Μέχρι τώρα μας έχει ήδη τηλεφωνήσει 24 φορές. Νομίζω ότι το διασκέδαζε περισσότερο από ότι η Σου. Είμαι σίγουρη ότι και η Σου περνούσε την πιο ωραία στιγμή της ζωής της. Ο παππούς ξέρει ότι πρέπει να είναι προσεχτικός στον ήλιο όμως. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή είναι στο νέο νησί που αγόρασε ο παππούς Κάρλαϊλ δίπλα στην ακτή της  Κύπρου.


Η θεία Άλις και ο θείος Τζάσπερ δούλευαν πιο σκληρά από ποτέ για να κάνουν το γάμο μου αξέχαστο. Λοιπόν, η θεία Άλις δούλευε ενώ ο θείος Τζάσπερ ακολουθούσε τις διαταγές της. Ο θείος Τζάσπερ ήταν τόσο γλύκας. Βοηθούσε επίσης η γιαγιά Έσμι και ο παππούς Κάρλαϊλ. Ο παππούς ήταν πολύ απασχολημένος αυτές τις μέρες. Διάβαζε περισσότερα βιβλία από ποτέ. Ποτέ δεν είδα τι βιβλία διάβαζε όμως. Νομίζω ότι άρχισε ακόμη και να γράφει το δικό του βιβλίο.


Ο θείος Έμετ και η θεία Ρόζαλι πολεμούσαν πολύ. Δεν πολεμούσαν μεταξύ τους. Ο θείος Έμετ ήθελε να μάθει κάποιες νέες κινήσεις για επίθεση και η θεία Ρόζαλι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον βοηθήσει να εξασκείται. Δεν εξασκούνταν για κάτι συγκεκριμένο. Ο θείος Έμετ ήθελε να είναι πάντα ο δυνατότερος. Υποθέτω ότι από τότε που έμαθε ότι ο Τζάσπερ ήξερε περισσότερα πράγματα για την μάχη από ότι αυτός, ήθελε να είναι καλύτερος του. Ο θείος Έμετ και η θεία Ρόζαλι φαίνονταν πανέμορφοι μαζί. Έφτιαξαν μια παράσταση για εμένα μια φορά με όλες τις νέες κινήσεις που έμαθαν και φοβόμουν τόσο πολύ ότι ο θείος Έμετ θα πλήγωνε τη θεία Ρόζαλι όμως ποτέ δεν το έκανε. Εξασκήθηκαν πολύ!


Η θεία Άλις με έκοψε εντελώς από το σχεδιασμό του γάμου. Ερχόταν κοντά μου με χίλιες διαφορετικές ιδέες και δεν ήξερα τι να διαλέξω. Όλες μου οι απαντήσεις ήταν, ‘δεν ξέρω’ και ‘υποθέτω ότι είναι ωραίο’. Στην αρχή έκανα πολλά σχόλια όμως ενώ περνούσαν οι μήνες έγινε υπερβολικά πιεστικό για εμένα. Ήθελε το σχόλιο μου για πράγματα που δεν ήξερα καν ότι είχαν σχέση με το γάμο. Με ρωτούσε τι χρώματα νόμιζα ότι είναι ωραία για αυτό και για εκείνο. Κάποια από τα χρώματα όμως δεν τα είχα ακούσει καν! Έβρισκα τον εαυτό μου να κάνει αναζήτηση στο Google για τα περισσότερα πράγματα που με ρωτούσε. Τότε ήταν που δεν το άντεχα πια. Στο τέλος η θεία Άλις αγανάκτησε μαζί μου και είπε ότι δεν δικαιούμουν να σχεδιάσω τίποτα άλλο στο γάμο μου. Και οι δύο μας σκεφτήκαμε ότι ήταν για το καλύτερο. Ήμασταν και οι δύο ανακουφισμένες όταν έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα. Ήξερα ότι ο σχεδιασμός γάμου δεν ήταν το φόρτε μου. Δε μπορούσα να το ελέγξω. Δεν έχω ιδέα πως το κάνει. Η σκέψη να σχεδιάσει το γάμο μόνη της ήταν μια δοκιμασία για αυτήν-μια δοκιμασία που ήταν έτοιμη να καταφέρει. Μόνο που το σκεφτόταν της έδινε αιώνια χαρά.


Ο Τζέικομπ από την άλλη δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε για το γάμο. Νομίζω ότι ο Τζέικομπ όμως είχε το πιο δύσκολο καθήκον από όλους. Η θεία Άλις του έβαλε μια δουλειά-και μόνο μια. Αυτή η δουλειά ήταν να εμφανιστεί στο γάμο. Αχ, το θυμάμαι σαν να ήταν χθες.


«Εντάξει Τζέικομπ. Άκουσε με και άκου προσεχτικά. Θα το μια μόνο φορά. Δεν δικαιούσαι να κάνεις τίποτα που να έχει σχέση με το γάμο. Δεν χρειάζομαι τα σχόλια σου και δεν χρειάζομαι τη γνώμη σου για το χρώμα των μαντηλιών ή οτιδήποτε άλλο τέτοιο. Χρειάζομαι να μου κάνεις ένα μόνο πράγμα. Νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις;»


«Ναι;» Ο Τζέικομπ ήταν τόσο φοβισμένος.


«Χρειάζομαι να εμφανιστείς εκεί! Νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις; Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, όμως νομίζω ότι μπορείς να το χειριστείς». Η Άλις ήταν τόσο αστεία.


«Νομίζω ότι μπορώ να το κάνω αυτό. Θα κάνω το καθήκον μου!» Ο Τζέικομπ στάθηκε ίσια και έβαλε το χέρι του δίπλα στο μέτωπο του όπως κάνουν στο στρατό. «Ναι λοχία!» Ο Τζέικομπ το παρατράβηξε.


Άρχισα να γελάω δυνατά όταν το σκέφτηκα αυτό. Καθόμουν στην παραλία δίπλα στον Τζέικομπ αυτή τη στιγμή. Απολαμβάναμε τον ήλιο. Αυτό ήταν  κάτι που βρίσκαμε τους εαυτούς μας να κάνουν τον περισσότερο χρόνο. Ο ήσυχος και μοναχικός χρόνος ήταν το μόνο που χρειαζόμασταν. Ποτέ δεν ήταν ήσυχα με την οικογένεια μου επειδή πάντα όλοι ήταν ξύπνιοι. Συνεχώς τους λέω ότι υπάρχουν και άλλα άτομα στον κόσμο που χρειάζονται να κοιμηθούν- γνωστοί επίσης και ως τον Τζέικομπ και εμένα.


«Ξέρεις, κάποιες φορές εύχομαι να ήμουν ο Έντουαρντ», είπε ο Τζέικομπ.


Ανακάθισα ενώ ξάπλωνα κάτω ενάντια στην πέτρα και κοίταξα τον Τζέικομπ. «Τι πράγμα;» Ήμουν φρικαρισμένη. Τι σήμαινε αυτό;


«Όχι, όχι. Εννοώ ότι εύχομαι να ήμουν ο Έντουαρντ ώστε να μπορώ να διαβάσω το μυαλό σου. Πάντα αναρωτιέμαι τι σκέφτεσαι. Νομίζω ότι ο Έντουαρντ έχει το καλύτερο χάρισμα από όλους σας. Το χάρισμα της Άλις είναι αρκετά ωραίο, όμως δε μπορεί να μας δει εμάς, το οποίο είναι απαίσιο», είπε ο Τζέικομπ ενώ παρατηρούσε μια πέτρα.  Πέταξε μια πέτρα μέσα στο νερό. Έκανε ένα δυνατό ήχο πιτσιλίσματος.


«Ναι αλλά βλέπεις, ο μπαμπάς μου δε μπορεί να το κάνει αυτό». Σήκωσα το χέρι μου από τις πέτρες και άγγιξα απαλά το μάγουλο του Τζέικομπ. Του έδειξα την ανάμνηση της πρότασης γάμου του σε εμένα. Τον άφησα να νιώσει ακριβώς αυτό που ένιωσα εγώ εκείνη τη ξεχωριστή μέρα.


Ο Τζέικομπ έκλεισε τα μάτια του και απόλαυσε κάθε στιγμή που μοιραζόμουν από την μνήμη μου μαζί του. Πήρε μια βαθιά εισπνοή και είπε, «Εντάξει, καλά. Κερδίζεις εσύ. Το χάρισμα σου είναι αρκετά ωραίο επίσης».


Ο Τζέικομπ μου έδωσε ένα πεταχτό  φιλί στα χείλη. Κράτησα την αναπνοή μου αφού είχα ξαφνιαστεί. Ο Τζέικομπ κράτησε το πρόσωπο του εκεί. Κοίταξα τα χείλη του. Μετακίνησα το βλέμμα μου από τα χείλη του στα μάτια του. Ο Τζέικομπ κοίταζε εμένα. Έκλεισε τα μάτια μου ενώ έκανα και εγώ το ίδιο την ίδια στιγμή και με φίλησε ξανά. Αυτό το φιλί ήταν πιο μεγάλο όμως. Άρχισε να γίνεται πιο έντονο.


«Αχάμ!» Κάποιος περπάτησε κοντά μας ενώ ξαπλώναμε κάτω και στεκόταν πάνω από τα κεφάλια μας.


Σταματήσαμε να φιλιόμαστε και κοιτάξαμε για να δούμε ποιος ήταν. Ήταν ο θείος Τζάσπερ που κρατούσε 10 ξύλινες καρέκλες μέσα στα χέρια του. «Συγνώμη παιδιά, όμως πρέπει να στήσουμε και είσαστε στο δρόμο μας. Ακολουθώ τις διαταγές της θείας  Άλις και αυτή τη στιγμή τις διακόπτετε». Ο Τζάσπερ άρχισε να γελάει.


Σωστά, ξέχασα εντελώς ότι θα έστηναν την υποδοχή πάνω στην παραλία. Η παραλία ήταν κάπως ανώμαλη. Δεν ξέρω πως θα το αντιμετώπιζαν αυτό. Είμαι σίγουρη ότι η θεία Άλις θα σκέφτηκε κάτι ακραίο. Τίποτα δε στεκόταν στο δρόμο εκείνου του μικρού βρικόλακα.


Αποφασίσαμε να σηκωθούμε πριν έρθει η θεία Άλις και άρχισε να μας φωνάζει. Υποτίθεται ότι έπρεπε να δουλεύουμε τους όρκους μας τώρα όμως ήμασταν και οι δύο τεμπέληδες. Ο Τζέικομπ εισηγήθηκε να πάμε για παγωτό. Συμφώνησα μαζί του και πήγαμε στο αγαπημένο μου μέρος για παγωτό στο Λα Πους.


Πήραμε τα παγωτά μας και καθίσαμε έξω σε ένα από τους πάγκους. Ο Τζέικομπ τελείωσε το παγωτό του τόσο γρήγορα, ενώ εγώ έγλυφα αργά το δικό μου. Μου άρεσε να απολαμβάνω τις γεύσεις. Άρχισα να σκέφτομαι το αύριο. Αύριο ήταν ο γάμος μου και δεν ήξερα τι να περιμένω. Ήμουν άκρως χαρούμενη για αυτό όμως ταυτόχρονα και φοβισμένη.


Κοίταξα τον Τζέικομπ που έβλεπε το παγωτό μου. Του έτρεχαν σχεδόν τα σάλια για αυτό. «Έλα, παρ’ το».  Έβαλα το παγωτό μπροστά στο πρόσωπο του. «Δεν το θέλω άλλο». Δε μπορούσα να τελειώσω το χωνάκι παρόλο που το έγλειψα λίγες μόνο φορές.


«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε ο Τζέικομπ. Έγνεψα και το πήρε αμέσως από το χέρι μου. Το τέλειωσε μέσα σε δύο δαγκωματιές.


«Τζέικομπ, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» κοίταξα τα χέρια μου που ήταν σφιγμένα μεταξύ τους.


Ο Τζέικομπ έγνεψε με το κεφάλι του αφού το στόμα του ήταν γεμάτο με παγωτό.


«Είσαι νευρικός για αύριο;» κοίταξα προς το μέρος του.


Ο Τζέικομπ κρατούσε το κεφάλι του με τα μάτια του κλειστά σφιχτά. Είχε το κάθε ένα από τα χέρια τους και στις δύο πλευρές ενώ έσφιξε δυνατά. Πριν μπορέσω να ρωτήσω τι έκανε εκείνος μίλησε. «Αχ, πάγωμα του μυαλού!»


Κούνησα το κεφάλι μου και άρχισα να γελάω. «Τώρα ξέρεις την επόμενη φορά να κάνεις πιο αργά όταν τρως παγωτό». Ανακάτεψα τα μαλλιά του.


«Συγνώμη, τι με ρώτησες-Εάν ήμουν νευρικός; Όχι, δεν είμαι καθόλου νευρικός. Αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί. Γιατί, εσύ είσαι νευρική;» ρώτησε ο Τζέικομπ.


«Όχι, απλά σκέφτηκα ότι ήσουν εσύ». Δεν ήθελα να του πω την αλήθεια. Αυτόματα βγήκε ένα ψέμα έξω. Υπήρχε ένα άτομο με το οποίο ήθελα να μιλήσω αυτή τη στιγμή.


«Πάμε πίσω στην Αλάσκα. Η Άλις δε μπορεί να μας βρει εκεί. Πρέπει να μείνουμε μακριά της». Αυτός ήταν ο μόνος λόγος που μπορούσα να σκεφτώ. Ήξερα ότι η Άλις ήταν κάπου στο Λα Πους, όμως δεν ήξερα που ακριβώς. Δεν ήταν για αυτόν τον λόγο που ήθελα να πάω στην Αλάσκα όμως. Ο Τζέικομπ το έχαψε και πριν καν το καταλάβω ήμασταν περισσότερο από το μισό στο δρόμο μας για την Αλάσκα.


Φτάσαμε πίσω στο σπίτι και οι γονείς μου κάθονταν στον καναπέ. Ήταν λες και μας περίμεναν να έρθουμε. Όταν μπήκαμε μέσα από την πόρτα, ο μπαμπάς σηκώθηκε από τον καναπέ και ήρθε κοντά μας. «Τζέικ, τι λες εσύ και εγώ να πάμε κυνήγι;» Ο μπαμπάς φαινόταν ενθουσιασμένος.


«Εμ, εντάξει βέβαια», απάντησε ο Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και βγήκε έξω από την πόρτα. Ο μπαμπάς ήταν από πίσω του. Ο μπαμπάς μου είχε γυρισμένη την πλάτη του όμως πριν μπορέσει να φύγει έπιασα το χέρι του. Δεν γύρισε. Τον άφησα να δει μέσα στο μυαλό μου. Τον ευχαρίστησα που πήρε τον Τζέικομπ μακριά. Είμαι αρκετά σίγουρη ότι ο μπαμπάς το ήξερε πριν ακόμη το ήξερα εγώ ότι φοβόμουν να παντρευτώ και ότι χρειαζόμουν να μιλήσω με τη μαμά για αυτό. Ο μπαμπάς γύρισε το κεφάλι του στα αριστερά ώστε να μπορώ να βλέπω την πλευρά του προσώπου του. Χαμογέλασε λίγο και γύρισε το κεφάλι του για να μην το κάνει προφανές στον Τζέικομπ. Άφησα το χέρι του. Ο Τζέικομπ μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο και σε μια στιγμή χάθηκαν και οι δύο.


Πήγα κοντά στη μαμά. Είμαι σίγουρη ότι ήδη ήξερε για τι θέμα ήθελα να της μιλήσω. Πιθανότατα της έχει ήδη πει ο μπαμπάς, ή μπορούσε να με διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο. Με κάποιο τρόπο η μαμά πάντα ξέρει την αλήθεια, όσο σκληρά και αν προσπαθήσεις να της την κρατήσεις κρυφή. Η μαμά μετακινήθηκε και μου έκανε χώρο για να καθίσω δίπλα της.


Καθίσαμε και οι δύο χωρίς να μιλάμε. Δεν ήξερα πώς να αρχίσω το θέμα. Δεν ήξερα τις σωστές λέξεις. Έπιανα την άκρια της μπλούζας μου και την έστριβα κάνοντας την μπάλα. Τα δάκτυλα μου ήταν τόσο νευρικά.


Η μαμά έβαλε τα χέρια της πάνω από τα δικά μου για να σταματήσει το τρέμουλο μου. «Άκου γλυκιά μου, το ξέρω ότι είσαι αγχωμένη. Πες μου τι συμβαίνει».


Πήρα μια βαθιά αναπνοή και άρχισα να μιλάω. Δεν ήξερα καν από πού να αρχίσω. Δεν είχα ιδέα τι μου συνέβαινε. «Εντάξει, νομίζω ότι φοβάμαι. Νομίζω ότι είμαι αγχωμένη. Δεν ξέρω τι να περιμένω. Μήπως είμαι πολύ νέα; Δεν θα μεγαλώσω ούτε θα μικρύνω. Αγαπώ τον Τζέικομπ, όμως μήπως το περνάμε αυτό πολύ γρήγορα; Είμαι έτοιμη να φτιάξω οικογένεια; Το να φτιάξω οικογένεια σημαίνει ότι πρέπει να κάνω παιδιά..;»


Η μαμά έπρεπε να με διακόψει. Συνέχιζα να μιλάω και να μιλάω. Είχα τόσες πολλές ερωτήσεις που χρειαζόμουν απαντήσεις.


«Εντάξει, εντάξει-περίμενε ένα λεπτό. Ας το πάρουμε ένα βήμα τη φορά. Αγαπάς τον Τζέικομπ;»


«Ναι». Ήταν πραγματική ερώτηση αυτή;


«Εντάξει λοιπόν αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία. Όταν παντρεύτηκα εγώ το μόνο πράγμα για το οποίο ανησυχούσα ήταν να μπω σε ένα μεγάλο άσπρο φόρεμα. Αυτού του είδους το πράγμα δεν ήταν για μένα! Όμως έπρεπε να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι αγαπούσα τον πατέρα σου και ότι ήθελα να περάσω τη ζωή μου μαζί του. Δεν είσαι πολύ νέα για να παντρευτείς. Είσαι όσο μεγάλη όσο νιώθεις μέσα σου. Εάν νιώθεις ότι είσαι έτοιμη για αυτό, τότε κάνε το. Εάν νιώθεις ότι αυτό είναι κάτι που θέλεις να περιμένεις-τότε μπορούμε να αναβάλουμε το γάμο και να περιμένουμε για εσένα».


«Όχι! Δεν είναι αυτό που θέλω! Δε θέλω να περιμένω! Αγαπώ τον Τζέικομπ με όλη μου την καρδιά! Δεν υπάρχει κανένα κομμάτι του που να μην το αγαπώ. Απλώς έχω αυτές τις αδιάκοπες πεταλούδες μέσα στο στομάχι μου. Είναι φυσιολογικό αυτό;» Έτριψα το στομάχι μου επειδή οι πεταλούδες έρχονταν πίσω.


«Ναι είναι φυσιολογικό. Απλώς σκέψου το. Αύριο θα περπατήσεις τον διάδρομο και ποιος είναι το μόνο πρόσωπο που θέλεις να δεις;»


«Τον Τζέικομπ». Οι πεταλούδες ήταν ακόμη εκεί.


«Και όταν πείτε τα ‘δέχομαι’ σας όλα εκείνα θα αξίζουν αφού από εκείνη τη στιγμή εσείς οι δύο θα έχετε ακόμη ένα πράγμα να προσθέσετε στον ξεχωριστό σας δεσμό. Θα έχετε τον γάμο και κανείς δε θα μπορεί να σας τον πάρει. Ο γάμος είναι ένας δεσμός όπου ολόκληρος ο κόσμος μπορεί να δει και επίσης το πιο σημαντικό-και ο Θεός  μπορεί να τον δει επίσης. Ο Θεός μπορεί να δει ότι τώρα ο δεσμός σας είναι αληθινός και ότι εσείς οι δύο ήρθατε σε αυτό τον κόσμο κυρίως για να είστε ο ένας με τον άλλο».


«Έχεις δίκαιο. Δεν ξέρω γιατί φρίκαρα τόσο πολύ. Το θέλω αυτό! Θέλω να είμαι παντρεμένη με τον Τζέικομπ. Θέλω να είμαι μαζί του για πάντα και δε θα με πείραζε να ονομάζομαι Ρενεσμί Μπλακ».


Κοίταξα τη μαμά και με έβλεπε παράξενα. «Τι;» ρώτησα.


«Περίμενε εδώ». Η μαμά έτρεξε πάνω γρήγορα και ήρθε ξανά κάτω σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Μέσα στα χέρια της κρατούσε ένα μικρό άσπρο κουτί. «Θα περίμενα μέχρι αύριο για να σου το δώσω αυτό, όμως νομίζω ότι τώρα είναι η τέλεια στιγμή». Άνοιξε το κουτί.


Σήκωσα το κεφάλι μου για να δω μέσα στο μικρό κουτί. Υπήρχε κάτι από πάνω το οποίο μετακίνησε η μαμά και το έβαλε στο πλάι της. Ακόμη ένα πράγμα μέσα στο κουτί ήταν δύο βαρετά ασημένια χτενάκια για τα μαλλιά. «Ω, γουάου, αυτά είναι τόσο όμορφα. Ποιανού είναι;» ρώτησα.


«Ήταν της προγιαγιάς σου της Σουάν. Τις έδωσε στη γιαγιά Ρενέ και μετά εκείνη τις έδωσε σε εμένα. Τώρα αφού είναι η σειρά σου-τις δίνω σε εσένα». Η μαμά τις έβγαλε από το κουτί. Τις έσφιξε μέσα στο χέρι της και της έβαλε κοντά στην καρδιά της. Μπορούσα να το καταλάβω ότι σκεφτόταν την γιαγιά Ρενέ. Της μαμάς της έλειπε τόσο πολύ από εκείνη την απαίσια μέρα. Και εμένα μου λείπει η γιαγιά Ρενέ. Ένα εξόγκωμα αναδύθηκε στο λαιμό μου όταν σκέφτηκα πόσο πολύ έλειπε στη μαμά. Δε μπορούσα να φανταστώ να χάνω τη μαμά μου. Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι μου. Το σκούπισα γρήγορα. Η μαμά έβαλε και τα δύο χτενάκια μέσα στο χέρι μου. Τα παρατήρησα. Ήταν τόσο όμορφα. Δεν είχα τίποτα παρόμοιο.


«Κάτι παλιό και κάτι μπλε. Κάτι καινούργιο στο φόρεμα σου. Και αυτό είναι κάτι δανεισμένο». Η μαμά σήκωσε αυτό που ήταν δίπλα της από μέσα από το κουτί. Έμοιαζε σαν ένα κυκλικό κομμάτι από εσώρουχο.


Κοίταξα τη μαμά και σήκωσα το ένα μου φρύδι. Κατάλαβε ότι δεν ήξερα τι ήταν. «Αυτό είναι μια καλτσοδέτα. Είναι κάτι δανεισμένο. Είναι της Άλις. Το δανείστηκα για το γάμο μου και θέλω να το δανειστείς και εσύ».


«Εμ, ευχαριστώ μαμά. Όλα τα άλλα είναι ωραία, όμως μια καλτσοδέτα; Πρέπει να το κάνω;» Χαμογελούσα. Άρχιζα να νιώθω καλύτερα μέσα μου. Άρχισα να ηρεμώ και η χαρά έπαιρνε τον έλεγχο.


«Άκου, εάν εγώ έπρεπε να το φορέσω- και εσύ το ίδιο!» Αρχίσαμε και οι δύο να γελάμε. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου ενώ γελούσα. Δεν ήξερα εάν εκείνα τα δάκρυα ήταν από το τόσο πολύ γέλιο ή από το ότι ήμουν εντελώς καταβεβλημένη από το πώς ένιωθα για αυτό. Δεν υπήρχαν δάκρυα λύπης όμως. Ήξερα τι ήθελα τώρα. Το νιώθω μέσα στην καρδιά μου ότι το αύριο είναι το πεπρωμένο μου και ήμουν ευλογημένη που μπορούσα να το περάσω με την οικογένεια μου. Έδωσα στη μαμά μια αγκαλιά και την ευχαρίστησα για την κουβέντα. Την ευχαρίστησα επίσης που πάντα ήταν εκεί για εμένα και που ήταν τόσο κατανοητική. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτήν. Ήταν μοναδική στο είδος της. Κάποιες φορές ένιωθα ότι μπέρδευα τη μαμά μου για μια μεγαλύτερη πιο υπεύθυνη αδερφή. Την αγαπούσα τόσο πολύ. Οι πεταλούδες είχαν χαθεί εντελώς.


Ο Τζέικομπ και ο μπαμπάς μπήκαν μέσα στο σπίτι όταν εγώ και η μαμά είχαμε τελειώσει την κουβέντα μας. «Πως ήταν το κυνήγι σας;» τους ρώτησα.


«Κυνήγι;» ρώτησε ο Τζέικομπ.


Ο μπαμπάς τον κλώτσησε.


«Α, ναι το κυνήγι. Ήταν καλό».


Τι ήταν αυτό; Αυτό ήταν πολύ προφανές. Τι έκαναν; Ο Τζέικομπ είχε κάποια εξήγηση να δώσει. Χασμουρήθηκα αφού σκεφτόμουν όλα αυτά τα πράγματα. Δε μπορούσα να το συγκρατήσω.


«Κάποιος είναι κουρασμένος. Άσε με να σε πάρω στο δωμάτιο σου», είπε ο Τζέικομπ.


Πήγα πάνω ενώ ο Τζέικομπ ακολούθησε. Καληνύχτισα τους γονείς μου και μπήκα μέσα στο δωμάτιο μου.


Αυτή ήταν η πρώτη νύχτα που εγώ και ο Τζέικομπ δεν κοιμηθήκαμε μαζί όλη τη νύχτα. Από τότε που μου έκανε πρόταση, η μαμά είπε ότι ήταν εντάξει να κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι-όμως αυτό ήταν- απλώς να κοιμόμαστε-τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Πίστευα ότι ήταν αρκετά δίκαιο. Μας είπε ότι θα παρακολουθούσε. Ήταν κάπως ωραίο τώρα που η μαμά έμαθε να διαβάζει τα μυαλά των ατόμων καλά. Άρχισε να εξασκείτε με το μπαμπά και κάθε μέρα που πήγαινα στο κρεβάτι μου εκείνοι εξασκούνταν. Δε μπορώ να φανταστώ να μην κοιμάμαι. Με κουράζει μόνο που το σκέφτομαι. Η μαμά είπε ότι δεν την πείραζε. Πίστευε επίσης ότι θα ήταν πολύ τρελό -όμως αυτό είναι φυσικό. Έτσι δουλεύει το σώμα του βρικόλακα και δε το νιώθεις έξω από το κανονικό. Είπε ότι κάποιες φορές με βλέπει να κοιμάμαι και την κάνει να ζηλεύει. Είπε επίσης ότι όσο είμαι χαρούμενη όταν κοιμάμαι, μπορεί να τραφεί από αυτή την ενέργεια από εμένα. Η μαμά θα έκανε τα πάντα για να με κάνει χαρούμενη. Είμαι η μικρή της ευλογία όπως λέει. Θα έλεγα ότι η μαμά και ο μπαμπάς έχουν την τέλεια βαμπίρικη ζωή. Ποιος άλλος βρικόλακας μπορεί να πει ότι βρήκαν την αγάπη της ζωής τους, έχουν μια απίστευτη οικογένεια και κόρη μισή άνθρωπο μισή βρικόλακα. Κανένας άλλος βρικόλακας στον κόσμο δε μπορεί να το πει αυτό.


Κάποιες φορές εύχομαι η θεία Άλις και ο θείος Τζάσπερ να μπορούσαν να κάνουν μωρό. Οι ζωές τους θα ήταν τόσο πολύ καλύτερες και ολοκληρωμένες. Το ίδιο και ο θείος Έμετ και η θεία Ρόζαλι. Ξέρω ότι η Ρόζαλι με υπολογίζει σαν κόρη της έτσι υποθέτω ότι αυτό μετράει σαν κάτι.


Παρόλο που δε μοιραζόμουν το κρεβάτι μου με τον Τζέικομπ απόψε, είπε ότι θα έμενε μαζί μου μέχρι να κοιμηθώ. Μου άρεσε η ιδέα αφού εάν ήμουν μακριά του θα μου έλειπε. Ήμουν πολύ αγχωμένη και δε νόμιζα ότι μπορούσα να κοιμηθώ. Ο Τζέικομπ περνούσε τα δάκτυλα του πάνω στην μια πλευρά του προσώπου μου. Λάτρευα αυτό το αίσθημα. Η σύντομη στιγμή του ζεστού που αγγίζει το κρύο ήταν ένα αίσθημα που ζέσταινε όλο μου το σώμα.


«Παντρευόμαστε αύριο» είπα ενώ άρχισα να πέφτω αργά μέσα στην ασυναισθησία.


«Ναι. Αύριο θα είσαι η κυρία Ρενεσμί Μπλακ», ψιθύρισε ο Τζέικομπ μέσα στο αυτί μου.


«Κυρία Ρενεσμί Μπλακ, κυρία Ρενεσμί Μπλακ». Ψιθύρισα στον εαυτό μου πολλές φορές μέχρι που έπεσα σε βαθύ ύπνο. Μόνο η σκέψη του με έκανε ενθουσιασμένη. Απόψε ήξερα ότι θα έβλεπα πανέμορφα όνειρα με εμένα και τον Τζέικομπ μαζί. Αύριο είναι που αρχίζει ο αληθινός ενθουσιασμός. Δε μπορούσα να περιμένω.


 

Κεφάλαιο 25: Νοστιμότατη παρεμβολή

Σήμερα ξύπνησα και κατάλαβα ότι σήμερα ήταν η μέρα. Ο ήλιος έλαμπε δυνατά μέσα από το παράθυρο μου- το οποίο είχε φτιαχτεί θα μπορούσα να προσθέσω. Εισέπνευσα βαθιά και τεντώθηκα όσο πιο πολύ και μακριά μπορούσα. Δεν ένιωθα καθόλου αγχωμένη. Ήμουν έτοιμη για αυτή τη μέρα. Χαίρομαι που έκανα εκείνη τη συζήτηση με τη μαμά χθες το βράδυ. Ξεκαθάρισε εντελώς το μυαλό μου. Μόλις ανακάθισα η Άλις ήταν εκεί στο πλάι μου. Ξαφνιάστηκα λίγο όμως το να έχω την οικογένεια μου να ξεπετάγεται δίπλα μου δεν ήταν κάτι έξω από το συνηθισμένο. Αυτό το πράγμα με την ταχύτητα ερχόταν μαζί με το πακέτο του βρικόλακα. Μου χαμογέλασε γεμάτη ενέργεια.


«Είσαι σηκωμένη και έτοιμη;» με ρώτησε η Άλις.


«Ναι είμαι».


«Εντάξει, ωραία. Πήγαινε να πλυθείς και να κάνεις ντους. Θα τα χειριστώ όλα εγώ από εδώ και πέρα. Θα είμαι πίσω σε μισή ώρα-ακριβώς!»


Έγνεψα και μόλις το έκανα, η θεία Άλις εξαφανίστηκε. Τα μαλλιά μου ανέμισαν στην κατεύθυνση της ενώ έτρεξε μακριά. Αναρωτιέμαι που θα πήγαινε για αυτή τη μισή ώρα. Θα πρέπει να κάνει χίλια πράγματα ταυτόχρονα. Κοίταξα το ρολόι και είδα ότι ήταν 7:00 το πρωί.


Σηκώθηκα αυτόματα από το κρεβάτι μου και περπάτησα προς το μπάνιο.  Το περπάτημα μου ήταν λίγο άγαρμπο. Ήξερα ότι κανονικά δε μπορούσα να έχω το μπάνιο μου της μίας ώρας έτσι έπρεπε να κάνω γρήγορα. Άνοιξα το νερό από έξω από το μπάνιο και περίμενα να ζεσταθεί. Έβγαλα τα ρούχα μου και έπιασα την οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα μου από τον πάγκο. Πετάχτηκα μέσα και έπλυνα τα μαλλιά μου με δύναμη. Σκέφτηκα ότι αφού κερδίζω χρόνο μπορώ επίσης να πλύνω τα δόντια μου μέσα στο μπάνιο.


Όταν τελείωσα, βγήκα έξω, σκουπίστηκα και ντύθηκα. Κοίταξα το ρολόι και εκείνο το ντους μου πήρε ακριβώς είκοσι-εννιά λεπτά. Συνέχισα να κοιτάζω το ρολόι και το είδα να αλλάζει σε 7:30. Μόλις το ρολόι έδειξε αυτή την ώρα, η θεία Άλις ήταν μέσα στο δωμάτιο μου.


«Δεν υπάρχει χρόνος, πάμε». Η θεία Άλις έπιασε το χέρι μου και πριν καν το καταλάβω τρέχαμε για Φορκς. Δεν ήξερα καν που ήταν οι γονείς μου.


Για λίγο χρόνο τρέχαμε μόνο οι δύο μας. Πήγαμε κατευθείαν στη μικρή μας καλύβα-σπίτι στο Φορκς. Η μαμά, η θεία Ρόζαλι και η γιαγιά Εσμί ήταν οι μόνες εκεί. Ήταν ήδη ντυμένες. Μόλις η θεία Άλις και εγώ μπήκαμε μέσα από την μπροστινή πόρτα γύρισαν όλες πίσω και μας κοίταξαν. Φορούσαν το ίδιο φόρεμα. Είχαν πανέμορφα καφετιά φορέματα με λουλούδια στο κάτω μέρος. Της μαμάς ήταν λίγο διαφορετικό αφού ήταν η κύρια παράνυμφος μου. Η κορδέλα γύρω της ήταν ένα πιο σκούρο καφέ παρά των άλλων παρανύμφων. Υποθέτω ότι ταίριαζε με το φόντο του γάμου-το οποίο δεν είχα ιδέα τι ήταν. Όμως εμπιστευόμουν την Άλις. Τα φορέματα φαίνονταν πανέμορφα.


Η θεία Άλις μας οδήγησε σε αυτό που παλιά ήταν κουζίνα. Τώρα έμοιαζε με ένα ινστιτούτο αισθητικής. Ο πάγκος ήταν τελείως καλυμμένος με καλλυντικά.  Υπήρχαν τόσοι πολλοί τύποι και χρώματα κοκκιναδιών, σκιών, ρουζ, μάσκαρας και τόσα άλλα προϊόντα που δεν είχα ιδέα τι ήταν. Δίπλα από τα καλλυντικά ήταν ένα σίδερο για μπούκλες και ένα σίδερο για ίσιωμα και μια ωραία καρέκλα/σκαμπό στη μέση. Υπέθεσα ότι έπρεπε να καθίσω εκεί. Κοίταξα το ψυγείο και υπήρχε μια μεγάλη τσάντα που κρεμόταν από αυτό. Μάλλον ήταν το φόρεμα μου. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη να το δω.


«Κάθισε», είπε η θεία Άλις χωρίς κανένα συναίσθημα ενώ έδειξε την καρέκλα.


Την κοίταξα με το ένα μου φρύδι σηκωμένο. «Δεν είμαι ο Τζέικομπ ξέρεις». Αρχίσαμε όλες να γελάμε. Άκουσα ενώ κάθισα κάτω στην καρέκλα. Η θεία Άλις έψαχνε πάνω στον πάγκο ενώ η θεία Ρόζαλι ήρθε και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά μου. Η μαμά γονάτισε κάτω μπροστά μου και μου έβγαλε τα παπούτσια μου.


«Έι, τι κάνεις;», ρώτησα ενώ συνέχισε για να βγάλει τις κάλτσες μου.


«Στα σίγουρα δεν πρόκειται να περπατήσεις κάτω στο διάδρομο με τα νύχια των ποδιών σου να φαίνονται έτσι. Δεν θα σε αφήσει η Άλις. Θα κάνω και τα νύχια των χεριών σου επίσης».


«Η μαμά σου έχει δίκαιο Νέσι. Υποσχέθηκα ότι θα κάνω αυτή τη μέρα την πιο αλησμόνητη σου και σκοπεύω να κρατήσω την υπόσχεση μου. Όλα θα είναι τέλεια, από τη θέση των λουλουδιών μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών σου».


Η παππούς Κάρλαϊλ ήρθε μέσα στο σπίτι και ζήτησε να πάρει τη θεία Εσμί για λίγο. Χρειαζόταν βοήθεια με κάτι. Άφησε τις τέσσερεις μας στο δευτερόλεπτο.


Κάθισα εκεί και άφησα τη μαμά να δουλεύει με τα νύχια μου, τη θεία Ρόζαλι να τραβάει και να σπρώχνει τα μαλλιά μου από εκεί και από εδώ, και τη θεία Άλις να βάζει ποιος ξέρει τι πάνω σε όλο μου το πρόσωπο. Φταρνίστηκα δύο φορές από τη λάκα που χρησιμοποιούσε η θεία Ρόζαλι. Έκλεισα τα μάτια μου και το μόνο που μπορούσα να φανταστώ ήταν τον Τζέικομπ. Δε μπορούσα να περιμένω μέχρι να τον δω ξανά. Γινόμουν νευρική μόνο  που σκεφτόμουν να τον δω.


«Σταμάτα να κινείσαι!» μου φώναξαν όλες μαζί. Γουάου, υποθέτω ότι ήταν όλες τους σοβαρές για αυτό. Ήξερα ότι με αγαπούσαν όμως. Τις αγνόησα ενώ ήξερα ότι έπρεπε να βάλω τα καλύτερα μου για να κρατηθώ ακίνητη. Δε μπορούσα να κρατηθώ σε εκείνη τη καρέκλα για πολύ ακόμα. Ήθελα απλώς να σηκωθώ και να τρέξω στον Τζέικομπ. Πέρασα από το τρέμουλο σε όλο μου το σώμα στο τρέμουλο μόνο των ποδιών μου. Το έπαιξα όμως ότι προσπαθούσα να στεγνώσω τα νύχια των ποδιών μου. Καμία δεν το πίστεψε, όμως δεν είπαν τίποτα.


Τελείωσαν όλες μαζί μου. Ρώτησα τη θεία Άλις εάν δικαιούμουν να σηκωθώ τώρα και είπε ναι. Πήγα να πάω και να περπατήσω στον καθρέφτη του διαδρόμου και να δω πως έμοιαζα. Μόλις ήμουν έτοιμη να πάω κοντά του, η θεία Ρόζαλι ξεπετάχτηκε μπροστά μου και με έπιασε εξ’ απρόοπτου.


«Όχι κλεφτές ματιές παρακαλώ. Θέλουμε να δεις τον εαυτό σου όταν όλο το πακέτο θα είναι τελειωμένο. Εντάξει;»


«Ω, εντάξει». Συμφώνησα. Δε νομίζω ότι είχα κάποιο λόγο σε αυτό ζήτημα.


Περνούσε ο χρόνος ενώ εγώ χανόμουν στις σκέψεις μου και επέστρεφα ξανά. Δεν είχα ιδέα τι μου έκαναν όμως επιτέλους ήρθε η ώρα να φορέσω το φόρεμα. Πήγα πίσω στην καρέκλα ενώ η θεία Ρόζαλι πήγε κοντά στο ψυγείο για να πιάσει το φόρεμα. Χτύπησα τα χέρια μου μεταξύ τους από ενθουσιασμό. Η αναπνοή μου επιτάχυνε ενώ τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν . Ήμουν τόσο αγχωμένη να δω το φόρεμα.


Η θεία Ρόζαλι το ξεκούμπωσε απαλά ενώ εγώ κράτησα την αναπνοή μου.  Αυτό συνέβαινε στ’ αλήθεια. Έκλεισα τα μάτια μου παρόλο που δε μου είπε κανένας να το κάνω. Μου άρεσε να εκπλήσσομαι. Οι ακοή μου είχε οξυνθεί. Άκουσα το ύφασμα του φορέματος να τρίβεται πάνω στην τσάντα ενώ το έβγαζε αργά έξω. Άκουσα τη θεία Ρόζαλι να περνάει το χέρι της πάνω σε όλο το φόρεμα για να το ισιώσει. Μπορούσα να μυρίσω το ολοκαίνουργιο ύφασμα.


«Πριν ανοίξεις τα μάτια σου, χρειάζεται να σου πω- σε παρακαλώ μην κλάψεις. Εάν έχεις τα ίδια τρελά συναισθήματα όπως τη Μπέλλα όταν ήταν άνθρωπος, τότε ξέρω ότι τα μάτια σου θα υγρανθούν επίσης. Θα καταλήξεις να χαλάσεις το μακιγιάζ σου. Ξέρω ότι δεν το θες αυτό επειδή θα πρέπει να καθίσεις πίσω στην καρέκλα και εγώ θα πρέπει να το κάνω όλο ξανά από την αρχή. Η καρδιά σου ακούγεται σαν σφυροκόπημα αυτή τη στιγμή. Νομίζεις ότι μπορείς να συγκρατήσεις τα δάκρυα μέσα;» με ρώτησε η θεία Άλις ενώ ένιωσα τα κρύα της χέρια πάνω στους ώμους μου.


Έγνεψα.


Η μαμά με βοήθησε να μπω μέσα στο φόρεμα ενώ κρατούσα ακόμη κλειστά τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να το περάσω από το κεφάλι μου αφού θα κατέστρεφα τα μαλλιά και το μακιγιάζ μου. Το φόρεμα ήταν πάνω μου. Η μαμά έκλεισε το φερμουάρ απαλά από πίσω. Άκουσα κάθε σύνδεσμο να ενώνεται τέλεια με τους άλλους. Έπρεπε να σηκώσουν τα μαλλιά μου ώστε να μπορέσουν να κουμπώσουν το πάνω μέρος από πίσω. Υπέθετα ότι ήταν εξώπλατο φόρεμα. Ήμουν έτοιμη να ανοίξω τα μάτια μου πριν με σταματήσει η θεία Άλις.


«Περίμενε, περίμενε. Μην ανοίξεις τα μάτια σου ακόμη. Άφησε με να φέρω τον περιβόητο καθρέφτη». Η θεία Άλις έτρεξε πάνω.


Περιβόητο καθρέφτη; Τι σήμαινε αυτό; Άκουσα τη μαμά και τη θεία Ρόζαλι να χαζογελάνε όταν το είπε αυτό η θεία Άλις. Ήρθε ξανά κάτω. Δεν την άκουσα να επιστρέφει. Ήξερα ότι ήταν πίσω επειδή υπήρχε ένα αεράκι που πέρασε δίπλα μου και με τη μυρωδιά της μέσα του.


«Εντάξει γλυκιά μου, μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου τώρα», μου ψιθύρισε η μαμά στα αυτιά μου.


Πήρα μια βαθιά αναπνοή για να προετοιμάσω τον εαυτό μου. Άνοιξα τα μάτια μου, φοβισμένη από αυτό που θα έβλεπα. Κοίταξα κατευθείαν τον εαυτό μου σε αυτό τον τεράστιο καθρέφτη. Το στόμα μου έμεινε ανοιχτό ενώ πάγωσα, σταμάτησα να αναπνέω και ο κόσμος γύρω μου ήταν ακίνητος. Η μαμά και οι θείες μου δεν κινήθηκαν και ούτε εγώ. Το φόρεμα ήταν θαυμάσιο. Δε μπορούσα να πιστέψω πόσο όμορφο ήταν και πως μου ταίριαζε τόσο τέλεια. Ποτέ δεν ήξερα ότι ένα άσπρο φόρεμα μπορούσε να με κάνει να φαίνομαι τόσο εκθαμβωτική. Δεν ήταν φουσκωτό και φανταχτερό, πράγμα το οποίο λατρεύω. Για να είμαι ειλικρινής, υπήρχε ένα μέρος μου που νόμιζε ότι η θεία Άλις το παράκανε και μου αγόρασε ένα μεγάλο κακό φουσκωτό φόρεμα. Βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη τώρα και κατάλαβα ότι η θεία Άλις ήταν συνετή στο να διαλέξει το σωστό φόρεμα για εμένα! Τα μαλλιά μου ήταν ισιωμένα και έφταναν μέχρι κάτω στους μηρούς μου. Ποτέ μου δεν πρόσεξα ότι τα μαλλιά μου ήταν τόσο μακριά. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα για ένα κόψιμο-παρόλο που τα μαλλιά μου ήταν πανέμορφα Σκέφτηκα ότι η θεία Άλις μου έβαλε ένα σωρό μακιγιάζ από την ώρα που της πήρε όμως έκανα ένα βήμα πιο κοντά και κοίταξα το μακιγιάζ μου στον καθρέφτη. Ήταν όλα σε ουδέτερους τόνους. Το λάτρεψα.


Κοίταξα τις τρεις τους από τον καθρέφτη. Τις ευχαρίστησα. Δεν είχα την ενέργεια αυτή τη στιγμή να γυρίσω πίσω μου και να της ευχαριστήσω. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω όλη μου την ενέργεια για να σιγουρευτώ ότι δεν θα κλάψω. Ήμουν στο χείλος. Ήμουν τόσο κοντά. Μπορούσα να νιώσω τα δάκρυα να σχηματίζονται μυστικά. Κοίταξα το ταβάνι για να σιγουρευτώ ότι δεν θα πέσουν έξω. Πετάρισα λίγες φορές τα βλέφαρα μου και εξαφανίστηκαν. Κοίταξα ξανά κάτω και εξέπνευσα βαθιά. Παραλίγο.


Ερχόταν κάποιος. Μπορούσα να τον ακούσω να περπατάει πάνω στην βεράντα. «Είναι έτοιμη η κόρη μου να παντρευτεί;» είπε ο μπαμπάς ενώ μπήκε από την μπροστινή πόρτα. Μόλις με κοίταξε έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Ποια είναι αυτή η πανέμορφη γυναίκα και που είναι η κόρη μου Ρενεσμί;» Ήρθε κοντά μου.


«Εγώ είμαι μπαμπά», είπα με ένα τόνο γκρίνιας.


Ο μπαμπάς ήρθε κοντά μου και με φίλησε στο μέσο του μετώπου μου. Έκλεισα τα μάτια μου όταν με φίλησε. «Είναι η πιο όμορφη νύφη που έχω δει ποτέ στη ζωή μου». Κοίταξε τη μαμά. «Εκτός από εσένα φυσικά αγάπη μου».


Η μαμά κούνησε απλώς το κεφάλι της. Ο μπαμπάς κράτησε το χέρι του για εμένα ενώ εγώ πέρασα το δικό μου μέσα από το δικό του.


«Περιμένετε, πριν πάτε! Μην ξεχάσετε αυτά!» Η θεία Άλις πήγε κοντά στον πάγκο και έπιασε το άσπρο κουτί. Το ξέχασα εντελώς. Έπιασε τα δύο χτενάκια και ήταν έτοιμη να τα βάλει πάνω στα μαλλιά μου όμως την σταμάτησε η μαμά.


«Μπορώ;» ρώτησε η μαμά. Η Άλις της έδωσε τα χτενάκια. Έσκυψα το κεφάλι μου λίγο για να το κάνω ευκολότερο για τη μαμά. Τα έβαλε πάνω προσεχτικά. Η θεία Άλις-χωρίς καν να με προειδοποιήσει προκαταβολικά-μπήκε κάτω από το φόρεμα μου και μου φόρεσε την καλτσοδέτα. Δεν το περίμενα καν αυτό. Με αιφνιδίασε. Δε μπορούσα καν να πω οτιδήποτε επειδή αν το έκανα θα είχε ήδη τελειώσει πριν καν ανοίξω το στόμα μου.


Βγήκαμε όλοι έξω και το νέο μου αμάξι με περίμενε στον δρόμο. Η οικογένεια μου, μου αγόρασε μια νέα Ferrari, την Ferrari California. Είπαν ότι ήταν ένα αργοπορημένο δώρο για γενέθλια αφού δεν γιόρτασα τα γενέθλια μου αυτό τον χρόνο. Απλώς δεν είχα την διάθεση-όμως σίγουρα δε θα έλεγα όχι σε ένα δώρο γενεθλίων. Δεν το ζήτησα καν αυτό το αυτοκίνητο-μου το αγόρασαν απλώς. Ήταν πανέμορφο.


Οδήγησε ο μπαμπάς. Η μηχανή βούηξε ενώ άναψε και φύγαμε. Φτάσαμε στην παραλία και για μια στιγμή νόμισα ότι φύγαμε από το Λα Πους. Δεν αναγνώρισα καν την παραλία. Ήταν μια ολοκληρωτική αλλαγή. Όλα τα ερείπια στο μπροστινό μέρος της παραλίας είχαν αφαιρεθεί εντελώς.  Τα παλιά καμένα δέντρα δεν ήταν πουθενά για να τα δεις. Δεν υπήρχε άμμος από την κανονική παραλία πια. Ήταν καλυμμένη με άσπρη άμμο από ποιος ξέρει που! Όλοι κάθονταν σε ξύλινες καρέκλες-υπέθεσα- με άσπρα καλύμματα από πάνω. Όλοι είχαν τις πλάτες τους γυρισμένες προς εμάς, περιμένοντας-εμένα. Η μαμά, η θεία Ρόζαλι, η θεία Άλις βγήκαν έξω πρώτες και πήραν την θέση τους. Η γιαγιά Εσμί ήταν εκεί περιμένοντας μας. Εγώ ήμουν πίσω τους.


Άρχισε να παίζει η μουσική ενώ γύρισαν όλοι γύρω για να τις κοιτάξουν. Η θεία Ρόζαλι και ο θείος Έμετ περπάτησαν πρώτοι πάνω στο διάδρομο. Κρυφοκοίταξα από πάνω τους για να δω τον Τζέικομπ. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη προς το μέρος μας. Αναρωτήθηκα γιατί δεν γύρισε πίσω για να δει. Η Σεθ ήταν στο πλευρό του Τζέικομπ. Ήταν ο κουμπάρος του. Ο παππούς Κάρλαϊλ και η γιαγιά Εσμί ακολούθησαν στο διάδρομο. Η θεία Άλις και ο θείος Τζάδπερ ήταν οι επόμενοι. Φαινόταν αρκετά εύκολο. Μπορούσα να το κάνω. Η μαμά και ο Μπίλι ήταν τελευταίοι. Ο Μπίλι κύλησε την αναπηρική του καρέκλα με το οξυγόνο του συνδεδεμένο. Η υγεία του επιδεινωνόταν ενώ περνούσαν οι μέρες όμως συνέχιζε να έχει ένα δυνατό πρόσωπο. Στην πραγματικότητα σήμερα υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνει τις εξετάσεις ρουτίνας του στο νοσοκομείο όμως είπε ότι δεν θα έχανε το γάμο. Κανένας δεν έφερε αντίρρηση με αυτό. Ακόμη φαινόταν καλός με κοστούμι όμως.


Μόλις έφταναν μπροστά πήγαιναν να καθίσουν κάτω. Οι μόνοι που ήταν μπροστά τώρα ήταν η μαμά, ο Τζέικομπ και ο Σεθ. Οι κουμπάροι και οι παράνυφες πήγαν να καθίσουν σε αντίθετες πλευρές. Τα κορίτσια στην πλευρά μου και οι άντρες στην πλευρά του Τζέικομπ.


Ο χτύπος της καρδιάς μου τρελαινόταν τώρα. Ήταν η σειρά μου να περπατήσω. Ελπίζω να μην παραπατήσω. Ελπίζω του Τζέικομπ να του αρέσει το φόρεμα μου. Ελπίζω να είναι όλοι ευτυχισμένοι. Τα χέρια μου έτρεμαν ανεξέλεγκτα. Ο μπαμπάς στάθηκε δεξιά μου. Τα χέρια μας ήταν ακόμη πιασμένα. Το χέρι μου ήταν μπερδεμένο με το δικό του. Με το δεξί του χέρι, ο μπαμπάς έβαλε το χέρι του πάνω από το δεξί μου χέρι. Με συγκράτησε από το να τρέμω.


«Απλά ανάπνεε», είπε ο μπαμπάς ενώ κάναμε και οι δύο μας το πρώτο μας βήμα.


Τα καμπανάκια του γάμου άρχισαν να κτυπάνε ενώ ο κτύπος της καρδιάς μου γινόταν πιο γρήγορος. Εάν συνεχίσει αυτό θα λιποθυμήσω. Χρειαζόμουν να ηρεμίσω. Δε μπορούσα καν να ανασάνω-ξέχασα πώς να το κάνω. Ο μπαμπάς κοίταξε τον Τζάσπερ και ξαφνικά ένιωθα καλύτερα.


Έκανα το δεύτερο μου βήμα και όταν το έκανα, ο Τζέικομπ γύρισε πίσω. Τα μάτια μας κλειδώθηκαν αμέσως. Μόλις με κοίταξε σήκωσε τα φρύδια του και τα χείλη του χωρίστηκαν. Παραλίγο να μείνει με το στόμα ανοιχτό όμως συγκράτησε τον εαυτό του. Χαμογελούσε με το πιο μεγάλο χαμόγελο που έχω δει ποτέ μου. Σταμάτησε να χαμογελάει και έμοιαζε σαν τα μάτια του να ύγραιναν. Μπορούσα να καταλάβω ότι δάγκωνε το εσωτερικό του στόματος του για να ξεχάσει τα δάκρυα. Έπνιξα όλους τους θορύβους. Δε μπορούσα να ακούσω τη μουσική πια. Το μόνο που μπορούσα να ακούσω ήταν την ξέφρενη καρδιά και αναπνοή του Τζέικομπ. Οι καρδιές μας χτυπούσαν την ίδια ακριβώς στιγμή.


Ο μπαμπάς και εγώ περπατούσαμε όλο και πιο κοντά στην εξέδρα. Μπορούσα να ακούσω κάποιους να ψιθυρίζουν  πόσο όμορφη φαινόμουν. Μπορούσα να νιώσω το πρόσωπο μου να ζεσταίνεται. Όλο το αίμα μου ανέβαινε στο πρόσωπο μου το οποίο τώρα ήταν κάπως κόκκινο. Φτάσαμε μπροστά. Άφησα το χέρι του μπαμπά μου το οποίο πιθανότατα έσφιγγα χωρίς καν να το καταλάβω. Ο μπαμπάς κράτησε τα χέρια μου ενώ του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. Μετά έβαλε τα χέρια μου μέσα στα δικά του Τζέικομπ.


«Ευχαριστώ», είπε ο Τζέικομπ ενώ ο μπαμπάς έγνεψε σαν απάντηση.


Ο Τζέικομπ και εγώ κοιτάζαμε ο ένας στα μάτια του άλλου ενώ ο ιερέας έκανε την τελετή. Δεν έδινα καν προσοχή στο τι έλεγε ο ιερέας. Μου φαίνονταν όλα τόσο σουρεαλιστικά. Αυτό που μου φάνηκε σαν δύο δευτερόλεπτα ήταν στην πραγματικότητα είκοσι λεπτά. Είχαμε σχεδόν τελειώσει με την τελετή. Ο Σεθ μου έδωσε τα δακτυλίδια και εγώ ελευθερώθηκα από το βλέμμα μου στα μάτια του Τζέικομπ. Πέρασα το δακτυλίδι πάνω στο ογκώδες δάκτυλο του Τζέικομπ ενώ εκείνος πέρασε το δακτυλίδι πάνω στο μικρό μου δάκτυλο. Τα δάκτυλα μας ήταν διαπλεγμένα. «Έχει κάποιος αντίρρηση με αυτό το γάμο;», ρώτησε ο ιερέας. Ο Τζέικομπ και εγώ κοιτάξαμε τον κόσμο, μόνο για να δούμε τα λαμπερά τους πρόσωπα να μας χαμογελάνε.


Από το πουθενά, κάποιος ήρθε γρήγορα τρέχοντας κάτω στο διάδρομο. Μόλις έφτασε στο μέσο του διαδρόμου φώναξε δυνατά, «Σταματήστε το γάμο!»


Τα μάτια μου γούρλωσαν ενώ κατάλαβα ποιος έτρεχε στο διάδρομο. Ήταν ο Ράιαν!


Όλοι από την αγέλη των λύκων σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Άρχισαν να γρυλίζουν στον Ράιαν. Ο Τζέικομπ άρχισε να γρυλίζει επίσης. Το σώμα του έτρεμε. Τα ρουθούνια του διευρύνονταν ενώ έμοιαζε σαν να ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Πως μπορούσε να μου το κάνει αυτό ο Ράιαν; Πως έμαθε καν για το γάμο; Δεν υπάρχουν μυστικά σε αυτή την πόλη πια. Υποθέτω ότι αφού όλοι ήξεραν για αυτό, αργά ή γρήγορα επρόκειτο να το μάθει και αυτός. Νόμιζα ότι με είχε ξεπεράσει. Δεν τον ήξερα καν πολύ καιρό.


«Ρενεσμί, δε μπορείς να παντρευτείς. Σε αγαπώ!» Ο Ράιαν έπεσε κάτω μπροστά από τον Τζέικομπ και εμένα και του είχε κοπεί η αναπνοή. Ήταν λες και έτρεξε όλο το δρόμο μέχρι εδώ. Μόλις έπεσε στα γόνατα του έπιασα την μυρωδιά του. Μύριζε πανέμορφα.  Το να αναπνέω τη μυρωδιά του ‘με έφτιαχνε’ σαν τίποτα άλλο. Νιώθω έτσι μόνο όταν είμαι κοντά του και εισπνέω την μυρωδιά του αίματος του. Ολόκληρο μου το σώμα χαλάρωσε ενώ τα ρουθούνια μου ήταν γεμάτα με το νοστιμότατο του άρωμα-με έκανε πολύ πεινασμένη. Το μυαλό μου δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός από να τον δαγκώσω αυτή τη στιγμή και να σταματήσω τη δίψα μου. Δε μπορούσα να το κάνω όμως. Ο καημένος ο Ράιαν ήταν ερωτευμένος μαζί μου απ’ ότι φαίνεται και εγώ δε μπορούσα να τελειώσω με τέτοιο τρόπο τη ζωή του. Μου χάλασε το γάμο όμως έτσι μου το χρωστούσε κάπως αυτό. Εάν τον σκότωνα τότε τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Ο Τζέικομπ δε θα έπρεπε να τον σκοτώσει και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε το γάμο χωρίς να έχουμε να ανησυχούμε για κάτι άλλο. Πήρα ακόμη μια βαθιά εισπνοή και τον μύρισα. Έκλεισα τα μάτια μου και το απόλαυσα. Άρχιζαν να μου τρέχουν τα σάλια. Λαχταρούσα το αίμα του.


«Ρενεσμί σταμάτα!» μου φώναξε ο μπαμπάς. Συνήλθα. Τι σκεφτόμουνα; Δε μπορούσα να το κάνω αυτό! Ωχ, Θεέ μου! Πως μπορούσα καν να το σκεφτώ αυτό; Τι είχα πάθει;


Κράτησα την αναπνοή μου ενώ κοίταξα τον Τζέικομπ και το σώμα του ήταν μια μεγάλη θολή εικόνα. Μεταμορφωνόταν. Η θεία Άλις πετάχτηκε γρήγορα για να σταματήσει τα πράγματα. Άρπαξε τον Ράιαν και έτρεξε μακριά. Δεν είχα ιδέα που πήγε όμως το καλό που της θέλω να σκεφτεί μια καλή ιδέα να εξηγήσει πως τον άρπαξε και έτρεξε μακριά τόσο γρήγορα. Ο Ράιαν δεν ήξερε ότι ήμασταν λυκάνθρωποι και βρικόλακες.


Γύρισα στον Τζέικομπ και είδα ότι προσπαθούσε να μην αλλάξει. Τα μάτια του ήταν κλειστά σφιχτά και είχε τα χέρια του σφιγμένα σε γροθιές, που ήταν γερμένες πάνω στους κροτάφους του. «Τζέικομπ χαλάρωσε, Τζέικομπ χαλάρωσε, Τζέικομπ ανάσανε!» είπα. Άγγιξα το πρόσωπο του και επαναλάμβανα ανάσανε και χαλάρωσε ξανά και ξανά. Δε μπορούσα να το πω δυνατά όσες φορές μπορούσα όταν το είπα μέσα στο μυαλό του. Ο θείος Τζάσπερ μας βοήθησε όλους. Τον είδα να κάθεται στην καρέκλα του με τα μάτια του κλειστά. Κρατούσε σφιχτά το χέρι της θείας Άλις. Υποθέτω ότι ήταν βαθιά συγκεντρωμένος προσπαθώντας να τους ηρεμήσει όλους.


Όταν κοίταξα ξανά τον Τζέικομπ είδα ότι σταμάτησε να τρέμει. Σταμάτησε τη διαδικασία της μεταμόρφωσης, όμως η αναπνοή του ήταν ακόμη βαριά. Άγγιξα ξανά το πρόσωπο του και του είπα να θυμηθεί που ήταν. Του είπα να θυμηθεί τι έκανε. Με κοίταξε και τα μάτια του έμοιαζαν με λυκανθρώπου. Τα κοίταζα μέχρι που επέστρεψαν ξανά στα κανονικά ανθρώπινα του μάτια.


Γύρισα στον ιερέα και απολογήθηκα για το ξέσπασμα. Του είπα ότι ο Ράιαν δεν ήταν καλά στο μυαλό του. Είπα στον ιερέα να συνεχίσει. Εγώ ήμουν αυτή που έπρεπε να φτιάξει την κατάσταση. Προσπάθησα να συγκρατηθώ. Ένιωθα ότι ήμουν έτοιμη να κάνω εμετό. Τα νεύρα μου τρελαίνονταν. Έπρεπε να δείξω στον Τζέικομπ ότι όλα ήταν καλά ή αλλιώς θα έτρεχε πίσω από τον Ράιαν. Έπιασα το χέρι του Τζέικομπ ξανά. Προσπάθησα να σπρώξω αυτό που μόλις έγινε στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Κοίταζα τα χέρια μας καθώς ο ιερέας καθάρισε το λαιμό του και είπε, «Έχεις κάποιος άλλος αντίρρηση-εκτός από εκείνον το τύπο;» Κράτησα την αναπνοή μου, ελπίζοντας ότι ο Ράιαν δεν θα ερχόταν πίσω. Ήξερα ότι η θεία Άλις δεν θα τον άφηνε να ξεφύγει τόσο εύκολα. «Υποθέτω αυτό τα κανονίζει- και τώρα σας ανακηρύσσω άνδρα και γυναίκα. Τώρα μπορείς να φιλήσεις τη νύφη».


Όλο το βάρος στους ώμους μου πέταξε απλά μακριά. Ένιωσα λεπτή σαν πούπουλο. Ο Τζέικομπ έπιασε απαλά το μάγουλο μου-και όπως είπε ο ιερέας-φίλησε τη νύφη. Αυτό το φιλί ήταν το ίδιο ξεχωριστό με τα υπόλοιπα φιλιά που είχαμε. Όμως αυτό το φιλί ήταν ξεχωριστό.  Αυτό ήταν το πρώτο μας φιλί σαν σύζυγοι. Ακόμη δε μπορούσα να πιστέψω εκείνες τις λέξεις.


Μόλις ο Τζέικομπ σταμάτησε να με φιλάει τρέξαμε πάνω στο διάδρομο και όλοι μας πετούσαν ρύζι. Ήταν σαν να βγήκαμε από μια ιστορία. Δεν το ήξερα ότι στ’ αλήθεια το έκαναν στους γάμους. Υπήρχε ένας φωτογράφος που μας έβγαζε φωτογραφίες σε όλη την διάρκεια της τελετής. Ήταν ώρα να πάμε στην δεξίωση όμως η θεία Άλις μας σταμάτησε για να μας πει ότι ο φωτογράφος ήθελε να μας βγάλει κάποιες φωτογραφίες στην παραλία. Δεν είχα αντίρρηση. Όλοι οι άλλοι έφυγαν και είπαμε ότι θα συναντιόμασταν σύντομα.


Ο φωτογράφος μας έβαζε να σταθούμε με αυτόν και με τον άλλο τρόπο. Η αγαπημένη μου πόζα όμως έπρεπε να ήταν αυτή όπου ο Τζέικομπ με κουβαλούσε χωρίς προσπάθεια στον αέρα ενώ εγώ είχα τα χέρια μου τεντωμένα ψηλά. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο στα μάτια. Αυτή ήταν η αρχή του γάμου μας. Μπορούσα να το καταλάβω ότι δεν θα υπήρχε τίποτα άλλο παρά ευτυχία για εμάς-ελπίζω.

 

 

Κεφάλαιο 26: Αναπάντεχες Κινήσεις

Click here to edit textΌλα πήγαιναν τέλεια. Τώρα ήμουν η κυρία Ρενεσμί Μπλακ. Δεν ήμουν μια Κάλεν πια. Αυτό με πονούσε κάπως να το λέω όμως βαθιά μέσα μου ήξερα ότι πάντα θα ήμουν μια Κάλεν ό,τι και να γινόταν. Ήμουν περήφανη να έχω και τα δύο επίθετα. Υπήρχε κάτι μέσα μου που το ένιωθα τόσο ζεστό. Ήταν λες και η καρδιά μου με ευχαριστούσε. Με ευχαριστούσε που παντρεύτηκα αυτόν τον πανέμορφο άντρα και που μπορούσα να τον αγαπώ και να αποδέχομαι την αγάπη του σε ανταπόδοση. Μπορούσα να το καταλάβω ότι και ο Τζέικομπ ένιωθε το ίδιο. Ποτέ μου δεν τον είχα δει τόσο χαρούμενο. Και οι δύο μας συνήθως έχουμε κάτι για το οποίο ανησυχούμε όμως όχι αυτή τη φορά. Σήμερα ήταν η μέρα μας και τίποτα δε μπορούσε να την χαλάσει. Την χάλασε σχεδόν ο Ράιαν όμως ήταν εκεί η Άλις για να μας σώσει-ευτυχώς. Δεν ξέρω τι θα είχα κάνει εάν ο Ράιαν κατάφερνε στ’ αλήθεια το σχέδιο του να χαλάσει το γάμο- ή εάν έπινα το αίμα του ακριβώς εκεί επιτόπου. Ω λοιπόν, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία τώρα.


Πριν πάμε στην δεξίωση, η θεία Άλις μου έδωσε ένα άλλο φόρεμα να αλλάξω. Μου είπε ότι θα ήμουν πιο άνετα εάν χόρευα με αυτό παρά με το άλλο πανέμορφο στενό νυφικό. Δεν καυγάδισα. Ήξερα ότι αν το έκανα θα έχανα αμέσως τον καυγά. Έτσι χωρίς να υποβάλω ερωτήσεις άλλαξα και φόρεσα ένα κομψό όμως ευχάριστο, νυφικό νούμερο δύο.


Όλοι οι υπόλοιποι ήταν ήδη στη δεξίωση περιμένοντας μας. Ο Τζέικομπ και εγώ μπήκαμε από την πόρτα χέρι με χέρι. Μόλις κάναμε τα πρώτα μας βήματα τα μάτια μας γούρλωσαν και μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Σταματήσαμε να κινούμαστε και κοιτάξαμε γύρω μας. Ήμασταν τελείως σοκαρισμένοι. Δεν υπήρχαν άλλες λέξεις να το περιγράψουν.


Η Άλις ήρθε κοντά μας με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. «Σας αρέσει; Φώτισα λιγάκι το μέρος».


Λιγάκι; Όπου κοίταζα έβλεπα μάρμαρο. Το πάτωμα ήταν άσπρο μάρμαρο και οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με ένα πανέμορφο άσπρο επίσης. Ακόμη και τα σκαλιά ήταν από μάρμαρο. Το μέρος έλαμπε από ζωή. Δεν είχε το σκούρο καφέχρωμο εχθρικό ύφος πια. Ήταν τόσο φιλόξενο. Υπήρχαν ψηλά πράσινα φυτά σε κάθε γωνιά του δωματίου. Λουλούδια κρέμονταν από οποιοδήποτε τόπο μπορούσαν να κρεμαστούν λουλούδια. Υπήρχαν λουλούδια σε μέρη που δεν ήξερα καν ότι μπορούσες να τα βάλεις. Το άρωμα γέμιζε το δωμάτιο.


«Εντάξει, θα το πάρω σαν ναι», είπε η Άλις.


Ήμουν υπερβολικά αποσπασμένη από την νέα ομορφιά αυτού του μέρους που ξέχασα εντελώς να απαντήσω στη θεία Άλις. Αγνόησα εντελώς την ερώτηση της και ήμουν απλώς χαμένη μέσα στο θαυμασμό. Δε μπορούσα να το πιστέψω ότι ένα άτομο μπορούσε να είναι τόσο δημιουργικό.


Η θεία Άλις μας οδήγησε μπροστά σε δύο μεγάλες πόρτες. Μας είπε να περιμένουμε μέχρι να μας δώσει το σύνθημα. Περιμέναμε και μπορούσαμε να ακούσουμε μια γνωστή φωνή στο μικρόφωνο να λέει, «Υποδεχτείτε τους νεόνυμφους- κύριο Τζέικομπ και κυρία Ρενεσμί Μπλακ!»


Μόλις το είπε αυτό η θεία Άλις άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Όλος ο κόσμος στεκόταν και μας χειροκροτούσε. Ντράπηκα όμως ένιωσα ωραία. Το αίμα ανέβηκε αμέσως στο πρόσωπο μου. Μπορούσα να νιώσω τη ζέστη του. Ποτέ ξανά δεν είχα ανθρώπους να αντιδρούν με τέτοιο τρόπο όταν έμπαινα σε ένα δωμάτιο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το νέο μου όνομα δυνατά. Ο παρουσιαστής μας-ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν ο Έμετ- μας σύστησε και μας έφερε στην πίστα για τον πρώτο μας χορό.


Σταθήκαμε στη μέση περιμένοντας τη μουσική να αρχίσει. Ο Τζέικομπ με κοίταξε και είχε ένα πολύ ύποπτο ύφος στο πρόσωπο του. Μου χαμογέλασε με ένα μισό χαμόγελο και είχε ένα σπίθισμα στα μάτια. Τι σκάρωνε; Άρχισε η μουσική. Πήραμε και οι δύο τις θέσεις μας. Έβαλα το χέρι μου πάνω στον ώμο του ενώ εκείνος έβαλε το δικό του πάνω στη μέση μου. Τα άλλα μας χέρια ήταν πιασμένα μεταξύ τους στον αέρα. Η πλάτη του Τζέικομπ ήταν ίσια ενώ αρχίσαμε να χορεύουμε. Ήξερα ότι ο Τζέικομπ μπορούσε να το χειριστεί αφού είχαμε χορέψει με αργή μουσική ξανά έτσι δεν θα ήταν τόσο άσχημο.


Η μουσική άρχισε αργή όμως μετά έγινε πιο γρήγορη. Άρχισα να αγχώνομαι επειδή ήξερα ότι ο Τζέικομπ δεν ήξερε πώς να χορεύει με τέτοιου είδους μουσική. Κοίταξα πάνω από τον ώμο του Τζέικομπ τον Έμετ που είχε ένα τεράστιο χαιρέκακο χαμόγελο στο πρόσωπο του. Το έκανε ξεπίτηδες για να ντροπιάσει τον Τζέικομπ; Θα τον έφτιαχνα για αυτό μετά!


Όμως δεν ήταν αυτό που έγινε. Ο Τζέικομπ χόρευε μαζί μου. Χόρευε στ΄αλήθεια! Όχι μόνο μπροστά και πίσω, κάναμε και two-steps, και side-step και slides. Ήξερα πώς να τα κάνω όλα αυτά τα χορευτικά βήματα όμως πως τα ήξερε ο Τζέικομπ; Με στριφογύριζε και με έγερνε πίσω όποτε ήταν κατάλληλο. Παρόλο που κάποιες φορές χορεύαμε χωριστά ακόμη ένιωθα λες και το κράτημα του πάνω μου ήταν πιο σφιχτό από ποτέ. Ήταν τόσο δυνατός όταν χόρευε. Η στάση του ήταν πανέμορφη και οδηγούσε τις κινήσεις λες και το έκανε αυτό όλη του τη ζωή. Δεν το κατάλαβα όμως νομίζω ότι για λίγα δευτερόλεπτα χόρευα με το στόμα μου ανοιχτό. Αυτό ήταν απίστευτο. Ένιωθα τόσο ωραία που χόρευα έτσι με τον Τζέικομπ. Ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα τη μέρα που θα γινόταν αυτό!


Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δε μπορούσα να καταλάβω εάν ήταν από το γεγονός ότι χορεύαμε τόσο γρήγορα ή από το γεγονός ότι αυτό στ’ αλήθεια με ενθουσίαζε. Ο τρόπος που ο Τζέικομπ με άρπαζε και με έφερνε πιο κοντά του. Τότε θα απομακρυνόμουν και εκείνος θα με τραβούσε πιο κοντά του. Έφερα το πόδι μου πάνω στο γοφό του, πράγμα που θα ήταν αδύνατον να κάνω με το άλλο φόρεμα. Είναι καλό  που η θεία Άλις με ανάγκασε να αλλάξω. Η μουσική σταμάτησε. Ο Τζέικομπ και εγώ σταματήσαμε να κινούμαστε. Οι καρδιές μας χτυπούσαν ενώ μας είχε κοπεί η ανάσα. Τα πρόσωπα μας ήταν ελάχιστα μακριά το ένα από το άλλο. Ο χορός είχε τελειώσει. Υπήρχε ένα δευτερόλεπτο σιγής μέχρις ότου ξαφνικά ένα ξέσπασμα από χειροκροτήματα ξέσπασε σε όλο το δωμάτιο.


Ο Τζέικομπ και εγώ κοιταζόμασταν στα μάτια. Δε μπορούσα να γυρίσω και να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Ένιωθα ότι ήταν κολλημένα μεταξύ τους. Σε ένα δευτερόλεπτο ο Έμετ έβαλε το χέρι του πάνω στον ώμο του Τζέικομπ.


«Γουάου, παιδιά είσαστε απίστευτοι χορευτές!» είπε μέσα στο μικρόφωνο.


Μας απέσπασε από το καρφωμένο μας βλέμμα ενώ ο Τζέικομπ και εγώ καταλάβαμε τι έγινε μόλις τώρα. Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο και μετά γυρίσαμε προς τους άλλους. Πήγαμε να καθίσουμε κάτω στο τραπέζι μας. Μπροστά από το τραπέζι μας υπήρχε ένα τεράστιο κέικ. Φαινόταν ότι μπορούσε να ταΐσει 500 άτομα. Δεν ξέρω πόσα άτομα ήταν στον γάμο όμως μπορούσα να πω ότι στα σίγουρα δεν ήταν περισσότεροι από 100. Οι Ντενάλι ήρθαν ακόμη και στο γάμο μας. Όλο αυτόν τον καιρό έμεναν στο Φορκς και δεν τους είδα ούτε μια φορά. Φαίνονταν κάπως περίεργοι αν με ρωτάτε.


Ο Τζέικομπ και εγώ σηκωθήκαμε από το τραπέζι απλώς για να εξετάσουμε λίγο καλύτερα το κέικ. Οι σερβιτόροι σέρβιραν το πρώτο γεύμα καθώς σηκωθήκαμε. Πήγα πρώτη μπροστά από το κέικ ενώ μου είχε κοπεί η αναπνοή, το κέικ ήταν πανέμορφο. Είχα μείνει άφωνη με αυτό που βρισκόταν πάνω στο κέικ. Πήρα μια πιο κοντινή ματιά και είδα τις φιγούρες που ήταν πάνω του. Στα αριστερά ήταν μια μικρή φιγούρα μιας νύφης-η οποία ήμουν εγώ. Έμοιαζε με ένα μικρό κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου. Είχε τα μακριά μπρούντζινα σγουρά μου μαλλιά και τα μεγάλα καφέ μάτια. Όμως και πάλι δεν ήταν αυτό που μου είχε πιάσει την προσοχή. Ήταν το παπιγιόν που ήταν γύρω από το λαιμό του ομοιώματος του λυκανθρώπου- που υπέθεσα ότι ήταν ο Τζέικομπ. Ήταν τόσο αστείο. Φαντάσου να βλέπεις ένα μικρό ομοίωμα λυκανθρώπου με ένα χαριτωμένο μικρό παπιγιόν πάνω του. Δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν τέτοιου είδους πράγματα. Στα σίγουρα τα σχεδίασε η θεία Άλις από μόνη της. Ποτέ δεν αποτυγχάνει να με εκπλήττει.


Πήγαμε πίσω στις θέσεις μας για να καθίσουμε. Όλοι είχαν τις δικές τους συνομιλίες με κάποιον. Αυτή ήταν η τέλεια μου στιγμή να ρωτήσω τον Τζέικομπ από πού έμαθε όλες εκείνες τις χορευτικές κινήσεις.


Τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου και νομίζω ότι κατάλαβε αμέσως τι θα ρωτούσα.


«Έχω το ταλέντο, το ξέρω!» είπε αστειευόμενος ο Τζέικομπ.


«Σοβαρά όμως, πως έμαθες να χορεύεις έτσι; Ήσουν τόσο ‘έντονος’, τόσο δυνατός, τόσο- μυώδης».


Ο Τζέικομπ γέλασε. «Θύμισε μου να μη χορέψω ξανά». Του έδωσα ένα απογοητευμένο βλέμμα. «Αστειεύομαι. Θυμάσαι χθες που εσύ και η Μπέλλα είχατε τη μικρή σας ‘συζήτηση’ και ο Έντουαρντ και εγώ φύγαμε;»


Ένεψα.


«Λοιπόν, δεν πήγαμε κυνήγι όπως είπαμε ότι θα κάναμε. Με βοήθησε να κάνω επανάληψη αυτά που έμαθα στο παρελθόν και-»


Τον διέκοψα. «Το παρελθόν; Ήξερες πώς να χορεύεις στο παρελθόν; Από πότε;» Ήμουν σοκαρισμένη.


«Άφησε με να τελειώσω. Να είσαι υπομονετική σύζυγε μου. Την επόμενη μέρα που σου έκανα πρόταση γάμου ήθελα να σου κάνω έκπληξη μαθαίνοντας πώς να χορεύω. Θυμάμαι που μου είπες ότι η Άλις σε πήρε σε μαθήματα χορού και σου άρεσε στ’ αλήθεια όμως έπρεπε να φύγεις. Φαινόταν ότι ο χορός σήμαινε πολλά για εσένα. Έβλεπα εσένα και τον Έντουαρντ να χορεύετε στο γάμο του Κουίλ και της Κλερ και φαινόσασταν τόσο χαρούμενοι. Ήθελα να βάλω αυτού του τύπου το χαμόγελο στο πρόσωπο σου έτσι εκείνη τη νύχτα όταν κοιμόσουν πήγα κατευθείαν στην Άλις. Δε μπορούσε να με βοηθήσει επειδή είχε τόσα άλλα πράγματα να κάνει προγραμματίζοντας το γάμο μας. Δε μπορούσα να ρωτήσω την Εσμί αφού και αυτή βοηθούσε επίσης. Το επόμενο άτομο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν η Μπέλλα. Αγνόησα εντελώς αυτή τη σκέψη όμως».


Γέλασα. «Γιατί; Τι το κακό είχε να σε μάθει η μαμά μου;»


«Η Μπέλλα είναι χαμένη υπόθεση όταν είναι για να συντονίσει ένα χορό. Υποθέτω ότι πρέπει να της το αναγνωρίσω κάπως όμως από τότε που άλλαξε σε βρικόλακα. Δεν σκοντάφτει πάνω στον αέρα γύρω της πια».


«Πολύ αστείο Τζέικομπ», είπε η μαμά. Μάλλον μπορούσε να μας ακούσει να μιλάμε. Υποθέτω ότι όλοι μπορούσαν να μας ακούσουν να μιλάμε. Όλοι μέσα σε αυτό το δωμάτιο είχαν πολύ οξεία αίσθηση ακοής, όρασης και όσφρησης.


«Άρα εάν καμιά από αυτές δε μπορούσε να σε βοηθήσει, τότε ποιος σε έμαθε;» Ποιος άλλος ήξερε να χορεύει έτσι;-Σκέφτηκα.


«Λοιπόν, υπήρχε ένα ακόμη άτομο».


Ήξερα αμέσως ποιος ήταν όταν το είπε αυτό ο Τζέικομπ. Είπαμε το όνομα της την ίδια στιγμή, «Ρόζαλι». Γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μας και την χαιρετήσαμε. Η θεία Ρόζαλι χαμογέλασε και μας κούνησε απλώς το κεφάλι της. Όπως είπα πριν, μπορούσε να ακούσει κάθε λέξη που λέγαμε.


«Για να σου πω την αλήθεια, σχεδόν σκίσαμε ο ένας το κεφάλι του άλλου. Δεν καταλάβαινα τις κινήσεις όσο εκείνη δε μπορούσε να μου τις μάθει. Ήταν τόσο δύσκολο. Περάσαμε αμέτρητες ώρες κάνοντας το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Κάποιες χαζές λέξεις ανταλλάχτηκαν όμως στο τέλος η αποστολή μου είχε ολοκληρωθεί. Ευχαρίστησα τη Ρόζαλι για το χρόνο της».


«Γουάου, το έκανες αυτό για μένα;» Ήμουν πολύ συγκινημένη. Η μαμά μου είπε πως ο Τζέικομπ και η Ρόζαλι δεν είχαν την καλύτερη σχέση ενώ εγώ ήμουν μέσα στο στομάχι της. Ο Τζέικομπ πάντα έβρισκε κάποιο αστείο για ξανθιές που θα την αναστάτωνε. Από ότι φαίνεται από τότε που γεννήθηκα, όλα αυτά άλλαξαν. «Ώστε η Ρόζαλι σου έμαθε πώς να χορεύεις, ε; Ξέρω ότι τώρα τα έχετε βρει όμως στο παρελθόν, δεν τσακωνόσασταν;»


«Ναι- το συνηθίζαμε. Τώρα είμαστε εντάξει-νομίζω. Ακόμη ρίχνω περιστασιακά ένα αστείο εδώ και εκεί απλά για να διατηρώ το πνεύμα ζωντανό». Ο Τζέικομπ γύρισε το κεφάλι του στη θεία Ρόζαλι που καθόταν στο τραπέζι μιλώντας με τη μαμά και τον μπαμπά. «Έι Ρόουζ, γιατί η ξανθιά έβαλε κραγιόν πάνω στο μέτωπο της;» Δεν περίμενε καν για να ακούσει την απάντηση της. «Επειδή προσπαθούσε να αποφασίσει». Ο Τζέικομπ ξέσπασε σε γέλια.


Η θεία Ρόζαλι έσπρωξε αργά την καρέκλα της μακριά από το τραπέζι και σε λιγότερό από μια στιγμή στεκόταν πίσω από τον Τζέικομπ ψιθυρίζοντας στο αυτί του. «Θα σε αφήσω να ξεφύγεις με αυτό μόνο επειδή είναι ο γάμος σου. Την επόμενη φορά δεν θα είσαι τόσο τυχερός». Πήγε και κάθισε κάτω όσο γρήγορα σηκώθηκε πριν πάνω.


Όλοι μας χορέψαμε, συνομιλήσαμε με άλλους και φάγαμε-λοιπόν η οικογένεια μου δεν έφαγε. Η θεία Άλις μας άφησε ακόμη και να κόψουμε το πρώτο κομμάτι από το κέικ. Το πασάλειψα πάνω στο πρόσωπο του Τζέικομπ. Δεν τον πείραξε όμως-το έγλειψε απλά. Το κέικ ήταν πεντανόστιμο.


Ο Τζέικομπ και εγώ πήγαμε να χορέψουμε. Ενώ χορεύαμε όμως, μου άρεσε να βλέπω και την οικογένεια μου να χορεύει. Έμοιαζε σαν ένα από αυτούς τους διαγωνισμούς που βλέπεις κάποτε στην τηλεόραση. Αναρωτιέμαι αν εγώ και ο Τζέικομπ μοιάζαμε έτσι όταν χορεύαμε. ‘Ένιωθα ότι ήταν έτσι. Το να χορεύω με τον Τζέικομπ με έκανε να νιώθω ότι μοιραζόμουν κάτι μαζί του που δε μπορούσαν πολλοί να κάνουν. Ο χορός είναι μια χαρά που κανένας δεν θα καταλάβει μέχρι να δοκιμάσει. Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται να χορέψουν όμως εάν το σκεφτείς οι πιθανότητες θα σε εκπλήξουν.


Γενικώς αυτή ήταν μια από τις καλύτερες στιγμές που είχα. Μου άρεσαν οι γάμοι. Όμως μου άρεσε ακόμη περισσότερος αυτός αφού ήταν δικός μου. Είναι μια πανέμορφη δικαιολογία για να τους φέρεις όλους μαζί σε ένα μεγάλο μέρος. Κοίταξα γύρω μου. Εάν δεν κάνω λάθος αυτό το μέρος φαίνεται μεγαλύτερο. Δεν θα εκπλησσόμουν εάν η θεία Άλις έριξε λίγους τοίχους για να βάλει μεγαλύτερους και πιο καινούργιους. Οι πιθανότητες είναι ατέλειωτες όταν είναι για αυτήν. Έπρεπε να ευχαριστήσω και τον θείο Τζάσπερ επίσης αφού ήξερα ότι έκανε όσα και η θεία Άλις. Απλώς την αφήνει να παίρνει όλα τα εύσημα.


Η νύχτα ερχόταν αργά προς το τέλος της ενώ ο κόσμος άρχιζε να λέει αντίο. Τους ευχαριστήσαμε που ήρθαν και για όλα εκείνα τα ωραία πράγματα. Το χολ τώρα ήταν άδειο. Οι μόνοι εκεί ήταν ο Τζέικομπ, ο Μπίλι, οι γονείς μου και εγώ- ώ και το προσωπικό του χολ που καθάριζε. Δεν ήθελα να φύγω. Η υπόλοιπη μου οικογένεια πήγε ήδη σπίτι.


Καθόμασταν όλοι μαζί κοντά. «Δεν το πιστεύω ότι είσαι ενήλικη και παντρεμένη τώρα. Μου φαίνεται σαν χθες που σε ένιωσα μέσα στα χέρια μου για πρώτη φορά. Κανένας δε με εμπιστευόταν να σε κρατήσω όμως εσύ με εμπιστευόσουν. Ήσουν η μόνη που με εμπιστευόταν εκείνη τη στιγμή και ποτέ μου δε θα το ξεχάσω αυτό. Η πρώτη φορά που σε άκουσα να κλαις ήταν όταν έκλαιγες για μένα. Το μόνο που ήθελες ήταν να είσαι μέσα στα χέρια μου. Ήξερες αμέσως ότι ήμουν η μαμά σου. Το δέρμα σου ήταν τόσο ζεστό σε σύγκριση με το κρύο σαν πάγο δέρμα βρικόλακα μου. Η μυρωδιά σου ήταν η πιο όμορφη μυρωδιά στον κόσμο και ακόμη είναι. Όταν ήμουν νεογέννητη όμως, η μυρωδιά σου γαργαλούσε το λαιμό μου όμως δε με έκανε διψασμένη. Ποτέ μου δε μπορούσα να το σκεφτώ αυτό όταν σε είχα μέσα στα χέρια μου. Ήσουν κομμάτι μου. Είσαι η μία και μοναδική μου κόρη και τώρα είσαι παντρεμένη». Η μαμά με αγκάλιασε και έθαψε το πρόσωπο της μέσα στα μαλλιά μου. «Είσαι τόσο τυχερή που δεν είμαι άνθρωπος αλλιώς θα ήσουν πνιγμένη στα δάκρυα αυτή τη στιγμή», είπε η μαμά όμως η φωνή της ήταν κάπως πνιγμένη από τα μαλλιά μου.


Προσπάθησα να συγκρατηθώ όμως δε μπορούσα. Ποιον νοιάζει αν καταστρέψω το μακιγιάζ μου τώρα; Είχαν όλοι φύγει. Άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο. Εξέπνευσα βαθιά και αμέσως δάκρυα άρχισαν να κυλάνε. «Ξέρω ότι τα περισσότερα μωρά δε θυμούνται τέτοιου είδους πράγματα, όμως εγώ δεν είμαι σαν τα περισσότερα παιδιά. Θυμάμαι αυτή τη μέρα σαν να ήταν χθες. Όμως τώρα έχω μεγαλώσει και συνεχίζω με τη ζωή μου. Μην είσαι στεναχωρημένη μαμά. Να είσαι χαρούμενη που με έφτιαξες και που ζω τη ζωή μου σαν κανονικό άτομο. Ήξερα ότι όλοι φοβούνταν την γρήγορη μου ανάπτυξη, παρόλο που κανένας δε μου το είπε-μπορούσα να το καταλάβω. Όμως κατά κάποιο τρόπο ήξερα ότι όλα θα ήταν μια χαρά αφού είχα τόσα πολλά άτομα που με αγαπούσαν. Και ο Τζέικομπ ήταν εκεί στο πλευρό μου όλο τον καιρό επίσης». Ο Τζέικομπ έπιασε το χέρι μου και το κράτησε σφιχτά.


«Μαμά, όπου ή όσο μακριά και αν πάω, πάντα θα είμαι το μικρό σου κοριτσάκι».


Η μαμά σταμάτησε να με αγκαλιάζει και με φίλησε πάνω στο μέτωπο μου. «Σε ευχαριστώ γλυκιά μου. Έχεις μεγαλώσει για να είσαι η πιο όμορφη νέα γυναίκα που έχω δει ποτέ».


Η μπαμπάς ήρθε κοντά και με φίλησε στο ίδιο ακριβώς σημείο που με φίλησε και η μαμά. «Είμαστε πολύ περήφανοι για εσένα μικρή».


«Έχω την καλύτερη οικογένεια στον κόσμο», είπα ενώ κοίταξα τους τέσσερεις τους.


«Μιλώντας για οικογένεια, νομίζω ότι είναι στιγμή να πάμε τον Μπίλι πίσω στο νοσοκομείο. Δεν θα έπρεπε καν να ήταν εδώ αυτή τη στιγμή», είπε ο Τζέικομπ ενώ πήγε πίσω από την αναπηρική καρέκλα του Τζέικομπ και άρχισε να τον σπρώχνει.


«Ω, σωστά! Εντάξει, θα σας συναντήσω στο σπίτι», είπα στους γονείς μου ενώ τους έδωσα ένα φιλί. Ο Τζέικομπ και εγώ απομακρυνθήκαμε. Το νοσοκομείο δεν ήταν μακριά από το χολ. Όλα ήταν σε κοντινή απόσταση σε αυτή τη μικρή πόλη.


«Πριν πάμε, ήθελα απλώς να πω κάτι», είπε ο Μπίλι ενώ ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε από το κτίριο. Ο Τζέικομπ σταμάτησε να σπρώχνει και σταθήκαμε και οι δύο μπροστά του, περιμένοντας τον να μιλήσει. «Ήθελα απλώς να πω- συγχαρητήρια. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το εκφράσω. Εσείς παιδιά ήσασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Κανένας δε θα μπορούσε να προβλέψει τη μέρα που ο γιός μου θα παντρευόταν την πρώην αντίπαλο μας-την βρικόλακα».


«Μισή βρικόλακα», τόνισα με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο μου.


Ο Μπίλι μου χαμογέλασε. Μίλησε αργά αφού έπρεπε να πιάνει την αναπνοή του. Μπορούσα να το καταλάβω ότι ήταν πολύ άρρωστος και αδύναμος όμως ο Τζέικομπ αποφάσισε να αγνοήσει το γεγονός αυτό και έκανε τον εαυτό του να πιστέψει ότι ο Μπίλι θα ζούσε για πάντα. Ήξερα ότι αυτό ήταν αδύνατον- όμως παρίστανα και εγώ το ίδιο. «Όλη μου τη ζωή το μόνο που ήθελα ήταν να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν και να είναι χαρούμενα και να μπορούν να κάνουν τις δικές τους  οικογένειες». Ο Μπίλι έκανε παύση για να βήξει. «Η δουλειά μου εδώ έχει τελειώσει». Κοίταξε εμένα. «Είσαι πανέμορφη Ρενεσμί. Πρόσεχε τον γιό μου για εμένα», είπε ο Μπίλι ενώ έπιασε το χέρι μου.


Κοίταξα τον Τζέικομπ και το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστο. Κοίταξα πιο κοντά και πρόσεξα ότι τα μάτια του άρχισαν να υγραίνουν. Προσποιήθηκα ότι δεν το είδα. Έσκυψα κάτω και αγκάλιασα τον Μπίλι. «Ευχαριστώ-μπαμπά». Μόλις το είπα αυτό, το πρόσωπο του Μπίλι φωτίστηκε. Με κοίταξε σαν ένα παιδί τη μέρα των χριστουγέννων. Σκέφτηκα ότι με κοίταξε έτσι αφού κανένα από τα παιδιά του δεν το φώναξε ποτέ μπαμπά. Ούτε ο Τζέικομπ δεν τον έλεγε μπαμπά. Ο Τζέικομπ τον έλεγε Μπίλι από το όνομα του. Ο Μπίλι ήταν τώρα και νομικά ο μπαμπάς μου έτσι σκόπευα να τον φωνάζω έτσι όποτε τον έβλεπα.


Ο Τζέικομπ καθάρισε το λαιμό του και πήγε πίσω από το Μπίλι ξανά και άρχισε να σπρώχνει. Από αυτό το σημείο ένιωσα ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Καλωσόρισες στη νέα ζωή κυρία Ρενεσμί Μπλακ.


 

Κεφάλαιο 27: Κρυμμένα Ημερολόγια

Είχα το χέρι μου πάνω α της αναπηρικής καρέκλας του Μπίλι. Τα χέρια του  Τζέικομπ ήταν πάνω και από τα δύο. Το χέρι του ήταν πάνω από το δικό μου καλύπτοντας το εντελώς. Ένιωθα το υλικό της καρέκλας. Διαλυόταν. Νομίζω ότι ο Τζέικομπ και εγώ πρέπει να του αγοράσουμε μια νέα καρέκλα. Αυτή την είχε για όλη του τη ζωή. Νομίζω ότι θα άρεσε στο Μπίλι αυτό. Χαμογέλασα στον εαυτό μου αφού ήξερα ένα δώρο για να πιάσω σε κάποιον. Είμαι η χειρότερη όταν είναι να αγοράσω δώρα. Πηγαίνω στην θεία Ρόζαλι ή στην θεία Άλις για τέτοιου είδους συμβουλή.


Δε βιαζόμασταν καθόλου για το νοσοκομείο. Περπατούσαμε σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Δεν θέλαμε να κουράσουμε τον Μπίλι με την ταχύτητα μας. Ακόμη δε μπορούσα να συλλάβω το γεγονός ότι ήμουν παντρεμένη. Ήμουν παντρεμένη με τον ένα άνδρα που είχα βάλει στο μάτι όλη μου τη ζωή. Τώρα πιστεύω στα αλήθεια ότι υπάρχει ένα άτομο το οποίο είναι γραφτό να είσαι μαζί του για το υπόλοιπο της ζωής σου. Είμαι αρκετά τυχερή που έχω βρει την αδερφή ψυχή μου.


Φτάσαμε στο νοσοκομείο πιο γρήγορα από ότι περιμέναμε. Πήγαμε κατευθείαν στο δωμάτιο του Μπίλι. Δεν είπε ούτε λέξη σε όλη την διαδρομή, πράγμα που ήταν παράξενο. Κανονικά ο Μπίλι πάντα έχει κάτι να μας πει όμως υποθέτω ότι απλώς απολάμβανε την συντροφιά μας αυτή τη στιγμή.


Φτάσαμε στο δωμάτιο του και τα καλύμματα του ήταν διπλωμένα προσεχτικά λες και τον περίμεναν να ξαπλώσει. Άφησα το χερούλι ενώ ο Τζέικομπ έσπρωξε τον Μπίλι στον υπόλοιπο δρόμο. Έσπρωξε την αναπηρική του καρέκλα όσο πιο κοντά στο κρεβάτι μπορούσε. Έσκυψε κάτω και έπιασε με ευκολία τον Μπίλι. Τον έπιασε πάνω του λες και ήταν ένα μικρό παιδί. Έμοιαζε σαν και η δύναμη του Τζέικομπ συνέχιζε να μεγαλώνει κάθε μέρα που περνούσε. Ο Τζέικομπ τον μετακίνησε προσεχτικά από την καρέκλα του στο κρεβάτι του σιγουρευμένος ότι δεν έσπρωχνε τη φιάλη οξυγόνου του. Πήγα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού του Μπίλι και κάθισα δίπλα του ενώ ο Τζέικομπ τον έβαλε πάνω στο κρεβάτι. Τράβηξα τα καλύμματα μέχρι την μέση του Μπίλι. Καθόταν για τώρα όμως στο τέλος θα έπρεπε να κοιμηθεί όταν φεύγαμε.


Ο Τζέικομπ έφτιαξε το μαξιλάρι του Μπίλι για να τον κάνει πιο άνετο και κάθισε κάτω στην άλλη του πλευρά. Οι τρεις μας μοιραζόμασταν αυτό το μικροσκοπικό κρεβάτι. Δε θα μέναμε για πολύ όμως. Θέλαμε απλώς να περάσουμε λίγο χρόνο μόνοι μας μαζί του. Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στο ώμο του νέου μου μπαμπά. Άκουγα τον ήχο που έκανε εισπνέοντας και εκπνέοντας. Δεν ακουγόταν και πολύ καλός και ο κτύπος της καρδιάς του ακουγόταν λες και δυσκολευόταν. Δεν είπα τίποτα δυνατά όμως. Αναρωτιέμαι αν ο Τζέικομπ άκουγε το ίδιο πράγμα που άκουγα και εγώ. Ο Μπίλι έπιασε το χέρι μου με το δικό του χέρι και έπιασε το χέρι του Τζέικομπ με το άλλο του. Το κεφάλι μου ήταν ακόμη πάνω στον ώμο του. Δεν το μετακίνησα. Ήταν ωραία να είμαι κοντά στον νέο μου μπαμπά με τέτοιο τρόπο.


Ο Μπίλι προσπάθησε να μιλήσει. Τα βηξίματα του τον διέκοψαν στην αρχή όμως μετά προσπάθησε ξανά. «Και οι δύο σας έχετε πάρει τα σωστά μονοπάτια στη ζωές σας. Ξέρω ότι ο Τζέικομπ έπρεπε να πάρει λίγα περισσότερα δύσκολα μονοπάτια για να βρει εσένα Ρενεσμί, όμως στο τέλος ξέρω ότι σίγουρα άξιζε τον κόπο. Είναι οι εμπειρίες στη ζωή σου που σε κάνουν αυτό που είσαι σήμερα. Χαίρομαι που το τέλος των μονοπατιών σας οδηγούσε το ένα στο άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να το πεις. Η δουλειά μου εδώ έχει τελειώσει. Σας εύχομαι αγάπη, ευτυχία και φιλία μαζί. Να προσέχετε καλά τα εγγόνια μου γιατί μια μέρα ξέρω ότι εσείς οι δύο θα είστε απίστευτοι γονείς. Να είστε ένα μαζί και να ζήσετε τη ζωή στο τέρμα. Σας αγαπώ και τους δύο», είπε ο Μπίλι ενώ έβαλε το χέρι μου και του Τζέικομπ μαζί. Έπλεξε τα δάκτυλα μας. Τα χέρια του Μπίλι χαλάρωσαν ενώ άφησε τα χέρια μας και το κεφάλι του έπεσε στο πλάι.


Το κεφάλι μου ήταν ακόμη πάνω στον ώμο του. Ακόμη άκουγα- όμως αυτή τη φορά δεν άκουγα τίποτα. Δεν υπήρχε αναπνοή και δεν υπήρχε κτύπος. Το μόνο που μπορούσα να ακούσω ήταν την αναπνοή και τον κτύπο του Τζέικομπ. Μπορούσα επίσης να ακούσω τον δικό μου κτύπο να γίνεται πιο γρήγορος ενώ κατάλαβα τι μόλις έγινε. Το κεφάλι μου σηκώθηκε αυτόματα για να κοιτάξει τον Τζέικομπ.


Ο Τζέικομπ πετάχτηκε από το κρεβάτι και άρχισε να λέει το όνομα του Μπίλι. Κοίταζα γρήγορα από τον Μπίλι στον Τζέικομπ στον Μπίλι, ξανά στον Τζέικομπ. Περίμενα τον Μπίλι να απαντήσει κάθε φορά που ο Τζέικομπ έλεγε μανιωδώς το όνομα του.


«Μπίλι! Μπίλι;» Η φωνή του Τζέικομπ έσπαζε.


Δε μπορούσα να πω τίποτα. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Το στομάχι μου ήταν δεμένο κόμπο και φοβόμουν ότι εάν κινούμουν ή μιλούσα θα έκανα εμετό. Παρακολουθούσα καθώς ο Τζέικομπ δεν σταμάτησε να λέει το όνομα του Μπίλι. Ο Τζέικομπ έπεσε στα γόνατα του. Οι αγκώνες του ήταν πάνω στην άκρη του κρεβατιού του Μπίλι. Κρατούσε το χέρι του Μπίλι.


«Μπαμπά», ψιθύρισε ο Τζέικομπ ενώ έβαλε το άψυχο χέρι του Μπίλι πάνω στο μάγουλο του. Ένα δάκρυ έπεσε πάνω στο μάγουλο του.


Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που άκουσα τον Τζέικομπ να αναφέρεται στο Μπίλι σαν τον μπαμπά του.


Έκανα λίγα βήματα πίσω ενώ μια νοσοκόμα έτρεξε μέσα. Ο Τζέικομπ άφησε αυτόματα το χέρι του Μπίλι και άρπαξε το τηλέφωνο του νοσοκομείου για να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Δεν είδα τον αριθμό που κάλεσε. Άκουσα, και κατάλαβα ότι τηλεφώνησε στον Έντουαρντ. Του τηλεφώνησε για να έρθει εδώ. Ο Τζέικομπ επαναλάμβανε συνεχώς, «Έλα άλλαξε τον, δε με νοιάζει, έλα άλλαξε τον, έλα άλλαξε τον, απλά σε παρακαλώ έλα και άλλαξε τον!»


Βγήκα έξω από το δωμάτιο. Δε μπορούσα να ανασάνω. Υπήρχε ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά μου. Ήταν τόσο μικρό κι όμως αρκετά οδυνηρό για να με κάνει να λιποθυμήσω. Έχασα το νέο μου μπαμπά όσο γρήγορα τον είχα.


****


Τα δευτερόλεπτα πέρασαν γρήγορα. Τα λεπτά πέρασαν ακόμη πιο γρήγορα. Πριν το καταλάβουμε, οι ώρες απλά πετούσαν. Ήταν πρωί τώρα και μόλις είχα αποδεχτεί το γεγονός ότι ο Μπίλι ήταν νεκρός. Ο Μπίλι πέθανε χθες τη νύχτα. Ο Μπίλι δεν ήταν σε αυτόν τον πλανήτη πια. Κάθε φορά που το σκέφτομαι αυτό η καρδιά μου χάνει ένα κτύπο. Δεν είμαι συνηθισμένη στον θάνατο. Τέτοιου είδους πράγματα δεν συμβαίνουν στην οικογένεια μου. Είμαστε όλοι βρικόλακες και οι βρικόλακες δεν πεθαίνουν. Δεν χειρίζομαι πολύ εύκολα το θάνατο. Ειδικά όταν είναι ένα από τα οικογενειακά μου μέλη- ο πατέρας μου χειρότερα.


Ήμουν στο δωμάτιο μου με τον Τζέικομπ. Ξαπλώναμε και οι δύο στο κρεβάτι μου. Για να μην μπερδευτώ σιγουρεύτηκα σε ποιο δωμάτιο ήμασταν. Κοίταξα γύρω μου και κατάλαβα ότι ήμασταν στο Φορκς. Αυτό ήταν το πρώτο μου σπίτι. Έχω τόσες πολλές αναμνήσεις σε αυτό το δωμάτιο. Η κούνια μου παλιά ήταν σπρωγμένη ενάντια σε αυτό τον τοίχο. Τα βιβλία μου ήταν αραγμένα πάνω σε όλο το πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι μου μέχρι που ο μπαμπάς μου αγόρασε ένα μεγαλύτερο ράφι. Η καρέκλα στην άκρη είναι η ίδια ακριβώς καρέκλα που κάθισε ο Νάχουελ όταν γνωριστήκαμε- όχι για πρώτη φορά. Ήταν τότε που ήμουν τόσο αναστατωμένη από αυτό που είχα μάθει. Εκείνη τη μέρα το σκάσαμε στην Ιταλία μαζί. Τώρα αυτό είναι κάτι που δε θα έκανα ξανά.


Κοίταξα τον Τζέικομπ ξανά και μπορούσα να τον ακούσω να ροχαλίζει. Δεν ήταν ένα ενοχλητικό ροχάλισμα-αυτή τη φορά. Ήταν περισσότερο ένα ήρεμο ροχαλητό. Ο Τζέικομπ ήταν τόσο εξουθενωμένος από αυτό που έγινε χθες το βράδυ που δεν ξέρω πότε θα ξυπνήσει. Ο Τζέικομπ καυγάδιζε με τον μπαμπά για ώρες. Δε μπορούσα να το ακούω άλλο. Η μαμά και ο μπαμπάς προσπαθούσαν να εξηγήσουν στον Τζέικομπ ότι δε μπορούσαν να αλλάξουν το Μπίλι. Ήταν πολύ αργά. Ήταν ήδη νεκρός. Για να αλλάξουν κάποιον σε βρικόλακα πρέπει να έχουν τουλάχιστον ένα μικρό σημάδι κτύπου. Ο Μπίλι δεν το είχε αυτό.


Ο Τζέικομπ παρακαλούσε. Δεν τον έχω ξαναδεί τόσο συντετριμμένο ξανά. Παρακαλούσε τον Έντουαρντ να τον αλλάξει. Ο μπαμπάς δεν ήξερε πόσο θα του έπαιρνε να λέει στον Τζέικομπ το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Ο Τζέικομπ έγινε ακόμη πιο θυμωμένος με το γεγονός ότι αλλάξαμε τον Τσάρλι όμως δε μπορούσαμε να αλλάξουμε το Μπίλι. Δε μπορούσα να το αντέξω άλλο έτσι άρπαξα τον Τζέικομπ και τον έφερα στο δωμάτιο μου. Ακόμη φορούσα το νυφικό μου. Και ο Τζέικομπ ακόμη φορούσε το παντελόνι του κουστουμιού του και ένα πουκάμισο απλώς. Σιγοτραγούδησα το νανούρισμα μου στον Τζέικομπ για να τον κάνω να κοιμηθεί. Ήξερα ότι δεν ήθελε να κοιμηθεί όμως όποτε τον έκανα να ξαπλώσει και του σιγοτραγουδούσα, ο ύπνος τον κυρίευε. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό ενώ κοιμήθηκε. Το σώμα του χαλάρωσε όμως το πρόσωπο του ήταν κολλημένο στην ίδια έκφραση ενώ τραγουδούσα. Περίμενα λίγο πριν περάσω το χέρι μου απαλά πάνω στο πρόσωπο του. Έκανα τις ρυτίδες πάνω στο μέτωπο του να απαλύνουν. Έκανα τα μάγουλα του και το πιγούνι του να χαλαρώσουν. Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει η δύναμη του αγγίγματος.


Στο μέσο της νύχτας όμως έπρεπε να σηκωθώ και να αλλάξω. Δε μπορούσα να μείνω με το νυφικό ενώ κοιμόμουν. Δεν ήταν για κάποιο θέμα άνεσης, ήταν απλώς ότι δε μπορούσα να το κάνω αυτό σε ένα τόσο πανέμορφο φόρεμα. Άλλαξα και τα ρούχα του Τζέικομπ επίσης. Ξεκούμπωσα τη φανέλα του για να αποκαλύψω το γυμνό του στήθος. Οι μύες του ήταν τόσο στρογγυλοί και σφιχτοί. Το σώμα του ήταν φτιαγμένο να είναι δυνατό. Έβγαλα το παντελόνι του και τον άφησα απλώς με το μποξεράκι του. Δεν με ένοιαξε να του φορέσω μια φανέλα αφού ήξερα ότι θα ίδρωνε. Δεν κατάλαβε καν ότι του έβγαλα τα ρούχα. Συνέχισε απλά να κοιμάται λες και δεν γινόταν τίποτα. Σηκώθηκα πάνω και κρέμασα τα ρούχα μας πάνω σε μια κρεμάστρα για πανωφόρια. Κρέμασα την κρεμάστρα πάνω στην πόρτα της ντουλάπας μου.


Ο Τζέικομπ ήταν ο σύζυγος μου τώρα και θα έκανα τα πάντα για αυτόν. Δε με ένοιαζε να του αλλάξω τα ρούχα του για εκείνον. Έπρεπε να σταθώ στο πλευρό του και να φαίνομαι δυνατή- παρόλο που δεν είμαι- μπροστά του. Έπρεπε να τον κάνω να νιώσει καλύτερα για την τρέχων κατάσταση. Αυτά ήταν απλά κάποια πράγματα που έπρεπε να περνάμε στη ζωή. Ο Τζέικομπ και εγώ θα το ξεπεράσουμε στο τέλος.


Ήταν πρωί τώρα. Ο ήλιος ανάτειλε και ακτινοβολούσε μέσα στο δωμάτιο μου. Δεν ακτινοβολούσε μόνο μέσα στο δωμάτιο μου, ακτινοβολούσε και πάνω στα μάτια του Τζέικομπ. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι που τον άκουσα να γκρινιάζει για αυτό. Κοίταξα χαμηλά και τον είδα να κλείνει σφιχτά τα μάτια του. Σήκωσα το χέρι μου και έκανα σκιά στα μάτια του από το φως.


Ο Τζέικομπ άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που είχε τώρα ήταν τα καλύτερα. Ήταν τα λίγα δευτερόλεπτα στην αρχή της κάθε μέρας που δεν θυμάσαι τίποτα. Όταν έρχεται η πραγματικότητα είναι που αρχίζει ο πραγματικός πόνος. Απόλαυσα αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα για τον Τζέικομπ ενώ μου χαμογέλασε. Αυτόματα το χαμόγελο του εξαφανίστηκε. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα είχαν τελειώσει.


Ο Τζέικομπ σηκώθηκε αμέσως πάνω και κάθισε δίπλα μου. «Ήταν όλα ένα κακό όνειρο;» Τα μάτια του παρακαλούσαν για ένα ψέμα, ήξερε την αλήθεια. Ήθελε να του πω ναι. Ήθελα να πω ναι. Ήθελα να του πω ότι ο Μπίλι ήταν ακόμη ζωντανός όμως δε μπορούσα να το κάνω.


Κάθισα αργά δίπλα του και κοίταζα απλά κάτω. Δε μπορούσα καν να τον κοιτάξω στα μάτια αυτή την στιγμή. Ο Τζέικομπ με έπιασε άγρια και με αγκάλιασε- με κάτι που έμοιαζε ότι ήταν η μεγαλύτερη αγκαλιά που μου είχε δώσει ποτέ. Φώλιασε το πρόσωπο του μέσα στο λαιμό μου. Με έσφιγγε κλαίγοντας για τη ζωή.  Δεν είπα τίποτα. Θα τον άφηνα να με σφίγγει όσο πολύ, όσο δυνατά ήθελε.


«Λυπάμαι τόσο πολύ Τζέικ. Στ’ αλήθεια λυπάμαι», ψιθύρισα στο κεφάλι του. Γύρισα το κεφάλι μου αρκετά μόνο για να τον φιλήσω.


Ο Τζέικομπ απομακρύνθηκε από κοντά μου και συνέθεσε τον εαυτό του. «Είναι εντάξει. Αυτά είναι στάδια της ζωής. Ο Μπίλι θα ήθελε να είμαι δυνατός. Δε θα ήθελε να κλαίω και να είμαι θλιμμένος για αυτό».


Χαίρομαι που ο Τζέικομπ σκεφτόταν με αυτό τον τρόπο. Υποθέτω ότι ήταν δυνατότερος από ότι νόμιζα. Έπρεπε να βάλουμε το ταξίδι μας σε αναμονή για τώρα μέχρι την κηδεία του Μπίλι. Αυτό ήταν κάτι που δε με πείραζε να κάνω. Το ταξίδι μας ήταν το τελευταίο πράγμα στο μυαλό μου. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν η νέα μου οικογένεια.


Ο Τζέικομπ και εγώ περάσαμε τον περισσότερο χρόνο μας σιωπηλοί. Δεν ήξερα τι να του πω και ήξερα ότι εκείνος δεν ήθελε να μιλήσει. Δεν ήταν αλλόκοτο όμως. Και οι δύο μας ξέραμε πως ένιωθε ο άλλος. Δεν περίμενα από τον Τζέικομπ να μιλήσει. Χαίρομαι απλώς που ήρθε σε εμένα για παρηγοριά.


***


Οι μέρες πέρασαν μέσα σε ησυχία. Έφτασε επιτέλους η μέρα της κηδείας του Μπίλι. Όλοι ήταν ντυμένοι στα μαύρα. Κανένας δεν σκέφτηκε ότι θα βρίσκονταν εδώ. Όλοι ήξεραν ότι στο τέλος ο Μπίλι έπρεπε να πεθάνει, όμως ο θάνατος είναι κάτι που δεν αρέσει σε κανένα να σκέφτεται. Ο Μπίλι ήταν μια φιγούρα αρχηγού για όλους μέσα στο Λα Πους. Όλοι ήταν σιωπηλοί ενώ ο επικήδειος λόγος τελείωσε. Κανένας δεν είπε τίποτα. Ήταν πολύ αλλόκοτο. Όλοι αγκαλιάζονταν και κρατούσαν χέρια. Η σιωπή φαινόταν να είναι το πιο παρηγορητικό πράγμα για όλους σήμερα.


Ο Τζέικομπ και εγώ μείναμε για να δούμε το φέρετρο του Μπίλι να κατεβαίνει στο έδαφος. Ο Τζέικομπ κρατούσε πάνω μου ενώ το βλέπαμε να πηγαίνει όλο και πιο κάτω. Στο τέλος έφτασε τελείως κάτω. Ο Τζέικομπ έκανε ένα βήμα μπροστά και κοίταξε κάτω. Περίμενε ένα λεπτό και μετά έγνεψε με το κεφάλι του. Δεν ξέρω τι έκανε όμως υπέθετα ότι έλεγε τα τελευταία αντίο. Πήγα κοντά και ευχαρίστησα τον Μπίλι για όλα όσα έχει κάνει για μένα. Τα τελευταία λόγια που μου είπε σήμαιναν τα περισσότερα. Όταν μιλήσαμε στον Μπίλι στο νοσοκομείο μας μίλησε πολύ διορατικά για τη νέα μας σχέση. Ήταν λες και ήξερε ότι πέθαινε, απλώς δε μας το είπε. Δεν ήθελε να μας ανησυχήσει. Αυτό πρέπει να είναι! Αυτό ήταν πολύ εγωιστικό από το Μπίλι. «Θα μας λείψεις. Θα σε αγαπώ για πάντα, μπαμπά», είπα μέσα στο μυαλό μου ενώ ο Τζέικομπ και εγώ απομακρυνθήκαμε.


Δεν είχαμε τη διάθεση να μιλήσουμε σε κανένα έτσι πήγαμε πίσω στο σπίτι του Τζέικομπ. Λοιπόν δεν ήταν το σπίτι του Τζέικομπ πια αφού ήμασταν παντρεμένοι. Μόλις κατάλαβα ότι ο Τζέικομπ και εγώ ήμασταν παντρεμένοι όμως δεν είχαμε το δικό μας σπίτι. Αυτό μπορούσε εύκολα να φτιαχτεί όταν πηγαίναμε πίσω στο σπίτι.


Ο Τζέικομπ αποφάσισε ότι ήθελε να πακετάρει όλα τα πράγματα του Μπίλι αφού κανένας δεν θα έμενε σε αυτό το σπίτι πια. Δεν ήθελε να μείνει εδώ. Ένιωθε ότι χρειαζόταν ένα νέο σπίτι για να αρχίσει μια νέα ζωή μαζί μου.


Μας πήρε ώρες όμως στο τέλος τα είχαμε πακετάρει όλα. Λοιπόν εγώ τουλάχιστον είχα τελειώσει. Ο Τζέικομπ ήταν ακόμη στο δωμάτιο του μπαμπά του με την πόρτα κλειστή.  Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω όμως ήθελα να δω αν χρειαζόταν κάποια βοήθεια.


Χτύπησα την πόρτα όμως μπήκα μέσα ούτως ή άλλως. Είδα τον Τζέικομπ να κάθεται πάνω στο κρεβάτι του Μπίλι με το κεφάλι του σκυμμένο. Κοίταξα προσεχτικά και έκανα ακόμη λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο. Είδα ότι ο Τζέικομπ είχε κάτι μέσα στα χέρια του που καθόταν πάνω στα πόδια του. Διάβαζε ένα βιβλίο. Από όλες τις φορές που ο Τζέικομπ χρειάστηκε να διαβάσει, αποφάσισε να το κάνει τώρα;


«Τι κάνεις Τζέικ;», ψιθύρισα.


Δεν μου απάντησε. Κάθισα στο κρεβάτι δίπλα του και κοίταξα κάτω. Κοίταξα το βιβλίο και κατάλαβα ότι ήταν ένα ημερολόγιο. «Ποιου είναι αυτό το ημερολόγιο;» ρώτησα.


«Του μπαμπά μου. Δεν ήξερα καν ότι είχε ένα. Μάλλον το έγραψε όμως δεν το είπε ποτέ σε κανένα. Το βρήκα κρυμμένο σε ένα από τα συρτάρια του».


«Ουάου, ούτε εγώ το ήξερα. Αυτό είναι τόσο ωραίο!»


«Υπάρχουν τόσα πολλά εδώ μέσα από το πώς ένιωθε στο τι έκανε στο ποιος δεν του άρεσε. Νιώθω ότι εισβάλλω μέσα στην προσωπική του ζωή όμως δεν νομίζω ότι κάποιο από αυτά έχει σημασία τώρα». Ο Τζέικομπ έκλεισε το ημερολόγιο και πήγε κοντά στη ντουλάπα. «Tο βρήκα κρυμμένο μέσα σε αυτό το συρτάρι κρυμμένο στο πίσω μέρος». Ο Τζέικομπ άνοιξε ένα από τα συρτάρια. Πήγα κοντά του. Κοίταξα μέσα. Ο Τζέικομπ το έκλεισε και μετά άνοιξε το επόμενο συρτάρι. Τράβηξε έξω μια φανέλα από το δεύτερο συρτάρι και μείναμε με το στόμα ανοιχτό.


Κοιτάζαμε και οι δύο μέσα σε αυτό το συρτάρι, όμως δεν ήταν γεμάτο με ρούχα. Όταν ο Τζέικομπ έβγαλε μια φανέλα, αποκάλυψε περισσότερα από 20 ημερολόγια κρυμμένα από κάτω. Ο Τζέικομπ έπιασε ένα και γύρισε γρήγορα τις σελίδες. Το έκανε και με ακόμη λίγα επίσης. Έκλεισε το συρτάρι και άνοιξε ένα τρίτο. Αυτό ήταν γεμάτο με ημερολόγια επίσης. Ο Μπίλι πρέπει να έγραφε όλη του τη ζωή. Αυτό ήταν απίστευτο.


«Θα τα διαβάσω αργότερα. Είμαι κουρασμένος. Ας πάμε πίσω στην Αλάσκα. Θέλεις;» με ρώτησε ο Τζέικομπ.


«Ναι σίγουρα, φυσικά. Πάμε».


Και έτσι απλά τρέξαμε πίσω στην Αλάσκα. Όταν φτάσαμε εκεί όλοι ήταν στο σπίτι μας. Υποθέτω ότι όλοι τους ήθελαν να είναι μαζί.


Μόλις φτάσαμε σπίτι, η γιαγιά Εσμί και ο παππούς Κάρλαϊλ ήρθαν κοντά μας και μας είπαν ότι μας αγόρασαν εισιτήρια για την πτήση μας για απόψε.


«Πτήση; Απόψε;» είπαμε ταυτόχρονα ο Τζέικομπ και εγώ έκπληκτοι.


Κοίταξα τον Τζέικομπ και χαμογέλασα με το γεγονός ότι είπαμε το ίδιο πράγμα την ίδια στιγμή. Δεν μου χαμογέλασε όμως. Δεν έχει γελάσει από τη μέρα που πέθανε ο Μπίλι. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν θα τον ενοχλήσω όμως. Θα του δώσω τον χρόνο του.


«Ναι. Το σχεδίασε η Άλις όμως ήταν ιδέα όλης της οικογένειας να σας στείλει εκεί». Η γιαγιά Εσμί είχε ένα τόσο γλυκό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της.


«Να μας στείλει που;» Ρώτησε ο Τζέικομπ- ακόμη χωρίς να γελάει θα μπορούσα να προσθέσω.


«Είναι μια έκπληξη και για τους δύο σας. Κανένας από τους δύο σας δεν ξέρει ούτε πρόκειται να μάθει. Σκοπεύουμε να το κρατήσουμε έτσι. Δώσαμε ειδικές οδηγίες στις αερογραμμές να μην σας αφήσουν να μάθετε που πάτε. Τους δώσαμε άδεια ακόμη και να σας δέσουν τα μάτια εάν πρέπει». Δε θα μπορούσα ποτέ να περιμένω από τον παππού Κάρλαϊλ να το πει αυτό. Φαινόταν ενθουσιασμένος για αυτό όμως.


Κοίταξα τον Τζέικομπ και δεν φαινόταν πολύ ενθουσιασμένος. «Δεν χρειάζεται να πάμε εάν δεν το θέλεις», του είπα.


«Φυσικά και θέλω να πάω. Είναι το ταξίδι του μέλιτος μας. Θα πάμε και θα διασκεδάσουμε», απάντησε ο Τζέικομπ.


Ακούστηκε τόσο ψεύτικο. ‘Πήρα’ ό,τι μπορούσα να πιάσω. Ο θείος Έμμετ και η θεία Ρόζαλι ήρθαν κάτω με δύο βαλίτσες. Υπέθεσα ότι η μία ήταν δική μου και η άλλη του Τζέικομπ. Ακόμη και πακέταραν για εμάς.  Ο Τζέικομπ άρπαξε τις βαλίτσες και πήγε κατευθείαν έξω. Πήραμε το φορτηγάκι. Είπα αντίο στην οικογένεια μου και πήγα στον Τζέικομπ στο αμάξι. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη και νευρική την ίδια στιγμή όμως δεν το έδειξα αφού δεν ήθελα να αναστατώσω τον Τζέικομπ. Αυτό ήταν το ταξίδι του μέλιτος μας μαζί! Αναρωτιέμαι που μπορεί να είναι.

 

 

Κεφάλαιο 28: Το Ταξίδι του Μέλιτος

Ο Τζέικομπ δεν φαινόταν καθόλου αγχωμένος.  Ίσως το σκεφτόμουνα υπερβολικά πολύ. Καθίσαμε μαζί στο αεροπλάνο μαζί. Πήραμε εισιτήρια first class. Ήμασταν οι μόνοι εκεί μέσα. Δεν θα εκπλησσόμουν εάν οι παππούδες μου αγόρασαν όλη την fisrt class έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να μας πει που πηγαίναμε. Μπορούσα εύκολα να σηκωθώ απλώς και να ρωτήσω κάποιον στην  διακεκριμένη θέση να μου πει που πηγαίναμε, όμως ήξερα ότι αυτό θα κατέστρεφε την έκπληξη. Δεν ήθελα να ήμουν εγώ αυτή που θα την χάλαγε. Άκουσα τη γλώσσα στην οποία μιλούσαν οι αεροσυνοδοί γύρω μας όμως δεν μπορούσα να την καταλάβω. Δεν είχα ακούσει ξανά αυτή τη γλώσσα. Όλοι οι αεροσυνοδοί φαίνονταν Ευρωπαίοι όμως.


Το αεροπλάνο προσγειώθηκε ομαλά και σηκωθήκαμε πάνω για να βγούμε έξω. Δεν υπήρχε διάδρομος για να φύγουμε. Έπρεπε να βγούμε από το αεροπλάνο και να κατεβούμε μια σκάλα για να φτάσουμε στο έδαφος. Υπήρχε ένα λεωφορείο που περίμενε τους επιβάτες για να τους πάρει στο αεροπλάνο. Ήμασταν έτοιμοι να μπούμε μέσα όμως ο πιλότος μας συνόδεψε κάπου αλλού. Από ότι φαίνεται είχαμε να πάρουμε ακόμη ένα αεροπλάνο. Ήταν πολύ ζεστά έξω. Μόλις βγήκα έξω από το αεροπλάνο, ζέστη διαπέρασε όλο μου το κορμί. Ένιωσα ωραία όμως. Ήταν μια αλλαγή από το κρύο του Φορκς και το πάγωμα της Αλάσκα. Δεν ήξερα καν τι μέρα ή ώρα ήταν. Πετάξαμε για περισσότερο από 9 ώρες εύκολα. Πήγαμε μπροστά στο χρόνο ή πίσω;


Πήραμε ακόμη ένα αεροπλάνο όμως αυτό ήταν πολύ μικρότερο. Έμοιαζε σαν ένα ιδιωτικό τζετ. Ο Τζέικομπ κρατούσε το χέρι μου συνεχώς. Τον ενδιέφερε περισσότερο να μάθει που πηγαίναμε παρά να μου μιλήσει. Άγγιξα το πρόσωπο του. «Είναι ζεστά εδώ». είπα μέσα στο μυαλό του. Μου χαμογέλασε και έγνεψε. Τουλάχιστον ήξερα ότι μπορούσα να έχω κάποιου είδους απάντηση από αυτόν.


Η δεύτερη πτήση δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο η πρώτη. Αυτή δεν φάνηκε να διήρκεσε περισσότερο από μισή ώρα. Μας πρόσφεραν ποτά και φαγητό και οτιδήποτε θέλαμε. Ένιωσα σαν γαλαζοαίματη για εκείνη τη μικρή περίοδο του χρόνου. Τους ευχαριστήσαμε και οι δύο για όλα ενώ αποβιβαζόμασταν από το αεροπλάνο. Και πάλι υπήρχε μόνο μια σκάλα για να μας κατεβάσει στο έδαφος. Αυτό το μέρος φαινόταν λίγο περισσότερο ζεστό από το πρώτο.


Ο Τζέικομπ έπιασε το χέρι μου ενώ κατεβήκαμε τη σκάλα μαζί. Κοίταξα γύρω μου και κατάλαβα ότι δεν υπήρχε αεροδρόμιο. Τουλάχιστον όταν προσγειωθήκαμε την πρώτη φορά, υπήρχε ένα αεροδρόμιο μακριά. Αυτό εδώ έμοιαζε σαν χώρος προσγείωσης. Και υπήρχε ένα μονοπάτι στα αριστερά για απογειώσεις.


Κοίταξα κάτω τα σκαλιά και πρόσεξα ότι υπήρχαν δύο άνδρες που περίμεναν κάτω για εμάς. Ο ένας τους φορούσε μια συνηθισμένη στολή-νομίζω ότι ήταν ο πιλότος- ενώ ο άλλος άντρας φορούσε σκισμένο χακί παντελόνι και μια άσπρη φανέλα. Σχεδόν έμοιαζε σαν τον Τζέικομπ- όμως ο Τζέικομπ φορούσε σκισμένο τζιν, όχι χακί παντελόνι. Ο Τζέικομπ φορούσε μια νέα άσπρη φανέλα με κουμπιά που του αγόρασα. Εγώ φορούσα ένα πολύ χαριτωμένο άσπρο φόρεμα- το οποίο αγόρασα για εμένα. Ήταν χαλαρό και άνετο. Έφτανε μέχρι κάτω στα γόνατα μου. Το φόρεσα μαζί με άσπρα σανδάλια.


Και οι δύο άντρες είχαν τα μεγαλύτερα χαμόγελα ζωγραφισμένα στο πρόσωπο τους. Φαινόταν τόσο καλοί άνθρωποι. Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς παρά να τους χαμογελάσω και εγώ. Κοίταξα τον Τζέικομπ και το πρόσωπο του ήταν πιο σοβαρό από ποτέ. Πως μπορεί να μη χαμογελάει σε ένα μέρος σαν αυτό; Όπως να ‘ναι- Δε με νοιάζει. Φτάσαμε κάτω και σταματήσαμε μπροστά από τους δύο άντρες.


«Καλωσορίσατε στο νησί Μπλακ», είπε ο πιλότος με ανοιχτά χέρια και συγκεκριμένη γοητεία στη φωνή του.


Εγώ και ο Τζέικομπ μείναμε με το στόμα μας ανοιχτό. Είπε αυτό που νόμισα ότι είπε; Όταν λέει ‘νησί Μπλακ’ , αναφέρεται στο επίθετο μας; Όχι, δεν μπορεί. Μπορεί;


Μετά ο πιλότος έβγαλε ένα φάκελο από την τσέπη στο στήθος του και τον έδωσε στον Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ τον άνοιξε και από έξω, γραμμένο με πανέμορφα γράμματα έλεγε, ‘Τζέικομπ και Ρενεσμί’.


Ο Τζέικομπ με κοίταξε ενώ σήκωσα το κεφάλι μου για να κοιτάξω αυτό που έλεγε το γράμμα.


"Καλωσορίσατε στο νέο σας νησί. Αυτό είναι το γαμήλιο μας δώρο. Απολαύστε το στο τέρμα. Σας αγαπάμε και τους δύο.


Με αγάπη, γιαγιά Εσμί και παππούς Κάρλαϊλ».


Τώρα, περίμενε ένα λεπτό. Μας αγόρασαν ένα νησί;! Αυτό ήταν το νησί μας; Αυτό ήταν απίστευτο! Δε μπορούσα να το πιστέψω! Ήξερα ότι η οικογένεια μου είχε πολλά χρήματα όμως δεν ήξερα ότι είχαν τόσα πολλά λεφτά! Το  γαμήλιο μας δώρο ήταν ένα νησί για όνομα του Θεού! Δεν ήξερα τι να πω. Κοιτάζαμε απλώς το κομμάτι από χαρτί στο χέρι του Τζέικομπ. Ο Τζέικομπ δεν κουνήθηκε.


«Εντάξει, τώρα θα σας συνοδέψουμε στο σπίτι σας», είπε ένας από τους άντρες. Μας έβγαλε από το σοκ μας.


Ο Τζέικομπ δίπλωσε το σημείωμα και το έβαλε μέσα στην τσέπη του. Ακολουθήσαμε τον άντρα σε ένα κάποιου είδους καρότσι. Καθίσαμε και οι δύο πάνω ενώ ο άντρας ήταν μπροστά τραβώντας μας. Φόρτωσε τις τσάντες μας στο πίσω μέρος πριν έρθει μπροστά. Ήταν πολύ διασκεδαστικό. Άρχισα να γελάω επειδή ήταν τόσο ανώμαλο . Νομίζω ότι είδα ένα χαμόγελο να έρχεται στο πρόσωπο του Τζέικομπ. Το είδα μόνο στην άκρη του ματιού μου όμως ήξερα ότι σίγουρα ήταν εκεί.


Έτριψα το πόδι του Τζέικομπ ενώ κοίταξα γύρω για να θαυμάσω το τοπίο. Όλα γύρω ήταν τόσο πράσινα! Υπήρχε άγρια ζωή παντού. Υπήρχαν μικρά τρωκτικά που έτρεχαν πάνω στους δρόμους και το πλούσιο δάσος. Πανέμορφα εξωτικά πουλιά κάλυπταν τα δέντρα. Δεν το είχα καταλάβει καν ότι είχα αφήσει το χέρι μου πάνω στο πόδι του Τζέικομπ μέχρι που έβαλε το χέρι του πάνω από το δικό μου. Το έβαλε εκεί και το άφησε έτσι. Έσφιξε το χέρι μου. Δεν κοίταζε εμένα όμως. Θαύμαζε και αυτός το τοπίο.


Ο άντρας σταμάτησε και μας πήρε στο μπανγκαλόου στην άκρη του νησιού. Υπήρχαν δέντρα παντού. Φαινόταν πολύ μικρό και απομονωμένο όμως δεν θα παραπονιόμουν. Ο άντρας προσφέρθηκε να μας πάρει τις τσάντες μας όμως ο Τζέικομπ του είπε ότι ήταν εντάξει και πως μπορούσε να τις κουβαλήσει μόνος του. Ευχαρίστησα τον άντρα ενώ έφυγε.


Προχώρησα πρώτη ενώ ο Τζέικομπ ήταν πίσω μου κρατώντας τις αποσκευές στα χέρια του με ευκολία. Άνοιξα την πόρτα  και υπήρχε ένας τοίχος ενάμισι περίπου μέτρο μακριά μου. Έμοιαζε σαν ένα μικρό απλώς δωμάτιο. Ήμουν απογοητευμένη από το μέγεθος. Κοίταξα στα αριστερά και πρόσεξα ότι υπήρχε μια σκάλα. Αυτό το μέρος του σπιτιού ήταν απλώς ένα κόλπο. Το αληθινό κομμάτι του σπιτιού ήταν πάνω από τον λόφο, κάτω στο έδαφος. Κοίταξα κάτω την σκάλα και κατάλαβα ότι το μικρό κομμάτι μπροστά από την πόρτα δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με αυτό που είδα μετά.


Κατέβηκα τα σκαλιά για να δω ένα τεράστιο καθιστικό. Όλα ήταν ανοιχτόχρωμα. Οι τοίχοι ήταν άσπροι όμως έμοιαζαν γαλάζιοι και κίτρινοι αφού η θάλασσα λαμπίριζε από τον ήλιο. Η κουζίνα ήταν γεμάτη με ολοκαίνουργιες συσκευές που δεν ήξερα καθόλου πώς να τις χρησιμοποιώ. Υπέθεσα ότι το υπνοδωμάτιο μας ήταν στα δεξιά πίσω από εκείνες τις δύο μεγάλες πόρτες. Υπήρχε ένα τεράστιο παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού που οδηγούσε στην παραλία. Οι άσπρες κουρτίνες ανέμιζαν από το αεράκι. Έτρεξα γρήγορα και σε ένα δευτερόλεπτο ήμουν έξω. Το ανθρώπινο μου σώμα δεν μπορούσε να τρέξει αρκετά γρήγορα έξω από την πόρτα.


Ο Τζέικομπ πέταξε τις αποσκευές μας στο έδαφος και ήρθε έξω μαζί μου. Τις άκουσα να χτυπάνε στο έδαφος. Ειλικρινά, δεν ήξερα καν τι είχαν μέσα. Δεν με ένοιαξε να κοιτάξω. Η θεία Άλις πακέταρε και για τους δύο μας.


Ο Τζέικομπ ήρθε δίπλα μου ενώ έκανα ένα ακόμη βήμα έξω. Τα πόδια μου άγγιζαν την άμμο της παραλίας. Ο Τζέικομπ στάθηκε πίσω μου και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το στομάχι μου. Πίεσε τα χείλη του πάνω στο λαιμό μου και με φίλησε. Εισέπνευσε βαθιά ενώ βόγκηξε από ευχαρίστηση. Έκανε όλο μου το σώμα να ανατριχιάσει. Έκλεισα τα μάτια μου και απόλαυσα αυτό που ένιωθα. Τα δάκτυλα των ποδιών μου απόλαυσαν την εκπληκτικά απαλή άμμο από κάτω τους. Ο ήλιος έκανε την άμμο τόσο ζεστή που με έκανε να νιώθω ζεστά μέσα μου. Ο ήλιος έλαμπε επίσης πάνω στο πρόσωπο μου. Το δέρμα μου λαμπίριζε ελάχιστα. Μπορούσα να μυρίσω το αλάτι στον αέρα από το νερό. Η μυρωδιά των δέντρων και των λουλουδιών γέμιζε επίσης τον αέρα. Ξέχασε τη βροχή στο Φορκς και το χιόνι στην Αλάσκα- είμαι λάτρης του ήλιου τώρα!


Γύρισα πίσω μου γρήγορα χρησιμοποιώντας την ταχύτητα μου προς όφελος μου και έβαλα τα χέρια μου πάνω στο πρόσωπο του Τζέικομπ. Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια του. Μπορούσα να δω τον πόνο βαθιά μέσα τους. Μπορούσα να το καταλάβω ότι δεν ήθελε να νιώθει έτσι. Χρειαζόμουν να τον κάνω να ξεχάσει το γεγονός ότι έχασε το μπαμπά του. Ήμουν η μόνη που μπορούσα να το κάνω. Ξέρω ένα πράγμα που μπορεί να κάνει το μυαλό του να ξεχάσει αυτές τις σκέψεις όμως δεν ξέρω αν ήμουν έτοιμη για αυτό. Ήταν ο σύζυγος μου και όλα αυτά, όμως ήμουν τόσο ντροπαλή. Δε μπορούσα να είμαι εγώ αυτή που θα το ξεκινούσε.


«Καλωσόρισες σπίτι», είπα μέσα στο μυαλό του Τζέικομπ ενώ άγγιζα ακόμη το πρόσωπο του.


Τα μαλλιά του Τζέικομπ είχαν αρχίσει να γίνονται μακριά. Ήταν κοντά πίσω όμως μπροστά χρειάζονταν ένα καλό κούρεμα. Έπεφταν μπροστά από τα μάτια του. Ο Τζέικομπ πετάρισε τα βλέφαρα του και πριν μπορέσει να ανοίξει τα μάτια του είχα χαθεί. Έτρεξα προς την θάλασσα. Έβγαλα με ευκολία το φόρεμα μου και έτρεξα μέσα στο νερό. Ακόμη φορούσα τα εσώρουχα μου όμως. Ήταν σαν ένα μαγιό- μόνο που δεν ήταν.


Ο Τζέικομπ έτρεξε πίσω μου. Έπιασε το φόρεμα μου στον αέρα. Εγώ ήμουν ήδη βαθιά στη θάλασσα. Ήμουν περίπου 10 μέτρα βαθιά κοιτάζοντας τον Τζέικομπ. Είχε το φόρεμα μου μέσα στα χέρια του. Το μύρισε και μετά έσκισε τα ρούχα του τόσο γρήγορα που έμοιαζε με μια μεγάλη θολή εικόνα. Το γυμνό του στήθος ποτέ δεν αποτύγχανε να με εκθαμβώνει. Πετάχτηκε μέσα στο νερό με μια μεγάλη βουτιά και εξαφανίστηκε.


Κάτι άρπαξε τα πόδια μου και με τράβηξε κάτω από το νερό. Ήμουν σοκαρισμένη στην αρχή όμως γρήγορα κατάλαβα ότι ήταν ο Τζέικομπ. Ξαναβγήκα στην επιφάνεια για να πιάσω την αναπνοή μου. Δεν είχα πολύ χρόνο για να πάρω μια βαθιά αναπνοή στην αρχή. Μπορώ να κρατήσω την αναπνοή μου για πολύ μεγάλο διάστημα. Είμαι μισή βρικόλακας και οι βρικόλακες δεν χρειάζονται καν να αναπνέουν. Αφού είμαι επίσης και μισή άνθρωπος χρειάζεται να πιάνω  την αναπνοή μου κάποιες φορές.


Κολυμπήσαμε αρκετά μακριά όμως ποτέ δεν φοβήθηκα. Ένιωθα ότι θα μπορούσα να κολυμπάω για πάντα. Ήταν τόσο χαλαρωτικό. Κοίταξα μακριά και είδα κάτι πολύ χρωματιστό κάτω από το νερό. Συνέχισα να κολυμπάω και όταν φτάσαμε στο σημείο κοίταξα κάτω. Μπορούσα να δω κάτι ροζ και λιλά. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και καταδύθηκα κάτω ενώ ο Τζέικομπ ακολούθησε. Κατάλαβα ότι ήταν τα κοράλλια που μου πήραν την προσοχή. Ήταν πανέμορφο. Κολυμπήσαμε πιο βαθιά και είδαμε τόσα πολλά διαφορετικά είδη ψαριών που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν. Όποτε κολυμπούσα κοντά στα ψάρια εκείνα απομακρύνονταν από κοντά μου. Με φοβούνταν- όμως αυτό ήταν ένα φυσιολογικό ψαρίσιο πράγμα. Γύρισα για να δω που ήταν ο Τζέικομπ και είδα εκατοντάδες ψάρια να τον περικυκλώνουν. Έμοιαζε να ήταν σοκαρισμένος. Τα ψάρια τον τσιμπούσαν. Γέλασα, πράγμα που δεν ήταν καλό αφού ήμουν κάτω από το νερό. Όλος μου ο αέρας απέδρασε και έπρεπε να πάω ξανά στην επιφάνεια. Ο Τζέικομπ ανέβηκε στην επιφάνεια μαζί μου.


«Νομίζω ότι θέλουν να με πιάσουν!» είπε ο Τζέικομπ ενώ συνέχισε να κινείται ώστε τα ψάρια να μείνουν μακριά. Εγώ του κούνησα απλώς το κεφάλι.


Μετά από κολύμπι 3 ωρών, σκεφτήκαμε ότι είχαμε κολυμπήσει αρκετά για σήμερα, έτσι αποφασίσαμε να πάμε μέσα. Δεν είχαμε τελειώσει καν να κοιτάμε το υπόλοιπο μέρος του σπιτιού. Ήμουν η πρώτη που βγήκε έξω από το νερό. Ο Τζέικομπ ήταν από πίσω μου και με μια σαρωτική κίνηση με έπιασε πάνω του ενώ με κουβάλησε μέσα στο σπίτι μας στο νησί μας.


Δε μπορούσα να κρατηθώ και να μην γελάσω δυνατά και να χαμογελάω ανεξέλεγκτα. Ο Τζέικομπ με κοίταξε και χαμογέλασε.  Νομίζω ότι αργά-αργά, άρχιζε να ξεχνάει τον πόνο. Τεντώθηκα και του έδωσα ένα φιλί στα χείλη για να του δείξω ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Ο Τζέικομπ συνέχισε να περπατάει ενώ εγώ δεν πήρα τα χείλη μου από τα δικά του ούτε στιγμή. Δεν ξέρω πως, όμως καταλήξαμε στο δωμάτιο μας. Ο Τζέικομπ με έβαλε στην άκρη του κρεβατιού ενώ εγώ έσπρωξα τον εαυτό μου αργά πάνω στο κρεβάτι. Τα χείλη μας ήταν κλειδωμένα. Η πλάτη μου ήταν ενάντια σε όλα τα μαξιλάρια. Ο Τζέικομπ σερνόταν μαζί μου όλο αυτό το διάστημα.


Ο Τζέικομπ με φιλούσε παθιασμένα. Τα φιλιά του άρχισαν γλυκά όμως μετά μετατράπηκαν σε δυναμικά φιλιά. Τα χείλη μας χωρίστηκαν ενώ το άγγιγμα του ζέστανε όλο μου το κορμί. Ήμασταν και οι δύο ακόμη βρεγμένοι από το κολύμπι. Τα κορμιά μας κολλούσαν μεταξύ τους από το αλάτι που ξηραινόταν. Ο Τζέικομπ μετακίνησε τα χείλη του από τα δικά μου για λίγα δευτερόλεπτα για να πιάσει την αναπνοή του. Σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα άλλαξε από το να είναι τόσο παθιασμένος σε ακίνητος. Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα από φόβο ενώ κοίταζε εμένα. Δεν κουνήθηκα. Έφυγε από πάνω μου. Στάθηκε με το σώμα του λυγισμένο μπροστά από την πόρτα του δωματίου μας η οποία ήταν ανοιχτή.


«Τζέικομπ, τι είναι;» ρώτησα ενώ κάθισα πάνω στο κρεβάτι. Ήμουν κάπως αναστατωμένη που μετακινήθηκε.


«Υπάρχει ένας βρικόλακας εδώ του οποίου δεν αναγνωρίζω τη μυρωδιά».


Αυτόματα σηκώθηκα πάνω. Ήμουν πίσω από τον Τζέικομπ σε ένα δευτερόλεπτο. Τον μύριζα και εγώ. Έτρεξα στο μπάνιο και άρπαξα μια πετσέτα. Δε μπορούσα να τον αφήσω να με δει έτσι.


Περπατήσαμε προς την κουζίνα μαζί. Φυσικά ο Τζέικομπ μπήκε πρώτος για να με προστατέψει όμως εγώ ήμουν από πίσω του. Η πόρτα του ψυγείου ήταν ανοιχτή. Κάποιος ήταν εκεί. Ο Τζέικομπ άρχισε να γρυλίζει. Δεν πήραμε τα μάτια μας από το ψυγείο ούτε στιγμή. Μόλις έκλεινε την πόρτα θα καταλαβαίναμε ποιος ήταν.


Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Για κάποιο λόγο δεν ένιωθα ότι βρισκόμουν σε κίνδυνο. Είχα το χέρι μου πάνω στην πλάτη του Τζέικομπ συνεχώς. Δεν ήθελα να σπάσω την σύνδεση μας. Το να αγγίζω το ζεστό του δέρμα με έκανε να νιώθω πιο άνετα και ασφαλή.


«Λοιπόν, εδώ είστε παιδιά!» είπε αυτή η γυναίκα με ένα ζεστό φιλόξενο χαμόγελο στο πρόσωπο της ενώ κοίταξε πίσω από το ψυγείο. «Έφτιαξα πρωινό και για τους δύο σας». Κοίταξε το ρολόι της. «Στην πραγματικότητα θα πρέπει να πω πρόγευμα και γεύμα μαζί. Ξέρετε τι ώρα είναι;» Έκλεισε την πόρτα του ψυγείου και πήγε στο τραπέζι με μια κανάτα με χυμό πορτοκαλιού στο χέρι της.


Ήταν πολύ όμορφη. Είχε μέτριου μεγέθους καφέ μαλλιά και χρυσαφιά μάτια. Πρέπει να είναι χορτοφάγος όπως την οικογένεια μου. Μπορούσα να διακρίνω αυτά τα χρυσαφιά μάτια παντού. Με ηρεμούσε, να ξέρω ότι δεν είχε κόκκινα μάτια σαν τους Βολτούρι. Πάντα υπήρχε κάτι μέσα μου που μου έλεγε να είμαι προσεχτική με βρικόλακες που έχουν κόκκινες ίριδες.  Έμοιαζε πολύ ευρωπαία. Δεν ήταν πολύ ψήλη όμως αυτό δεν είχε σημασία. Το δέρμα της ήταν χλωμό σαν βρικόλακα όμως ταυτόχρονα και μαυρισμένο. Δε μπορούσα να το εξηγήσω. Ήταν λίγο πιο σκούρα από την οικογένεια μου. Αφού μπορεί να είναι στον ήλιο όλη μέρα χωρίς να λέει κάποιος κάτι. Πιθανότατα υπήρχαν 5 ολόκληρα άτομα που ζούσαν σε αυτό το νησί. Δεν ξέρω καν τον ακριβή αριθμό για να πω την αλήθεια.


Κοίταξα δεξιά μου και δεν το είχα καταλάβει καν όμως το τραπέζι ήταν καλυμμένο με φαγητό. Υπήρχε κάθε είδους αυγό μπορούσες να σκεφτείς. Μας έφτιαξε τηγανισμένα αυγά, σφιχτά βραστά, με τον κρόκο από πάνω, ομελέτες και συνεχίζεται. Υπήρχε ένα μαγειρεμένο χαμ και μπέικον δίπλα από όλο αυτό το φαγητό. Φρέσκα φρούτα ήταν κομμένα και τοποθετημένα πάνω στο τραπέζι δίπλα στο γαλλικό τοστ. Έμοιαζε σαν πρωινό βγαλμένο από περιοδικό.


Το στομάχι εμένα και του Τζέικομπ γουργούρισε την ίδια στιγμή. Ο Τζέικομπ ίσιωσε το σώμα του. Δεν γρύλιζε πια. Όταν βάζεις φαγητό στη μέση σε κατάσταση με τον Τζέικομπ- αλλάζει ολοκληρωτικά τα πάντα.


Άγγιξα το πρόσωπο του Τζέικομπ. «Πως μας ξέφυγε αυτό; Όμως έχει δίκαιο. Τι ώρα είναι; Μόλις πείνασα τόσο πολύ! Σταμάτα να σου τρέχουν τα σάλια».


«Ω, χρησιμοποιείς το χάρισμα σου; Μου είπε ο Κάρλαϊλ για αυτό! Νομίζω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον. Τα ονόματα σας είναι Τζέικομπ και Ρενεσμί σωστά;»


«Λυπάμαι τόσο πολύ αλλά ποια είσαι; Δεν σε αναγνωρίζουμε. Λυπάμαι πολύ». Ένιωσα ότι έπρεπε να είμαι ευγενική μαζί της. Φαινόταν πολύ γλυκιά.


«Το όνομα μου είναι Ελένη. Είμαι μια πολύ παλιά φίλη του παππού σου Κάρλαϊλ. Έχω κάποια προβλήματα τελευταία και μου είπε ότι μπορούσα να ζω εδώ μέχρι να είμαι έτοιμη να πάω πίσω στο σπίτι μου. Ελπίζω να μη σας πειράζει που ζω στο νησί σας. Ο Κάρλαϊλ είπε ότι ήταν εντάξει. Αυτό είναι ένα πολύ γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο εάν με ρωτάτε! Μην ανησυχείτε- δεν ζω μαζί σας όμως. Έχω το δικό μου μικρό σπίτι στην άλλη πλευρά του νησιού. Θα είμαι εδώ απλώς για να σας μαγειρεύω παιδιά. Ο Κάρλαϊλ ήθελε τα πάντα να είναι τέλεια για εσάς. Άκουσα ότι εσένα- Τζέικομπ, είναι-  σου αρέσει να τρως. Αυτή είναι η ειδικότητα μου. Η οικογένεια σου έχει τις ξεχωριστές τις ικανότητες να διαβάζει μυαλά, να βλέπει το μέλλον, να μπλοκάρει επιθέσεις –ενώ η δική μου ικανότητα είναι να μαγειρεύω! Επίσης μου αρέσει να το κάνω. Έτσι μαγείρεψα για εσάς και τώρα φεύγω. Εάν χρειαστείτε κάτι άλλο μην ντρέπεστε να έρθετε να με βρείτε. Θα είναι εύκολο να με βρείτε. Απλά ακολουθήστε τη μυρωδιά μου». ‘Έγνεψε και εξαφανίστηκε.


«Εμ, καλή όρε-» Πριν μπορέσω να τελειώσω, Ο Τζέικομπ καθόταν στο τραπέζι καταβροχθίζοντας όσα περισσότερα αυγά μπορούσε να χωρέσει μέσα στο στόμα του. Δεν είπα τίποτα άλλο.  Κάθισα απλώς μαζί του. Πεινούσα τόσο πολύ.


Φάγαμε και οι δύο με τα χέρια μας. Δεν χρειάζονταν μαχαιροπίρουνα όταν ήσουν τόσο πεινασμένος όσο εμείς. Φάγαμε σχεδόν όλο το φαγητό πάνω στο τραπέζι. Λοιπόν όχι εγώ, ο Τζέικομπ. Είναι μια απύθμενη αποκομιδή φαγητού. Έγλειψα τα δάκτυλα μου ευχαριστημένη από το απίστευτο μας πρωινό- ή πρωινό και γεύμα. Όμως τι ήταν αυτή η παράξενη γεύση; Ήταν τόσο αλμυρή. Έγλειψα το άλλο μου δάκτυλο και κατάλαβα τι ήταν. Ενθουσιάστηκα για ανόητους λόγους.


«Γλύψε το χέρι μου!» είπα στον Τζέικομπ ενώ εκείνος σήκωσε το ένα του φρύδι. «Απλά καν’ το!» Έσπρωξα το χέρι μου στο πρόσωπο του και τον πίεσα να το κάνει.


Ο Τζέικομπ αργά αλλά σίγουρα, έγλυψε το πάνω μέρος του χεριού μου ελαφρά. « Μπλιαχ, τι  είναι αυτό;» Στράβισε το πρόσωπο του ενώ το είπε με αηδία. Δε μπορούσα να κρατηθώ και να μη γελάσω δυνατά.


«Τώρα γλύψε το χέρι σου» είπα ενώ γελούσα. Το έκανε.


«Γιατί έχουμε τέτοια γεύση;» Ο Τζέικομπ είχε τόσο απαίσια έκφραση στο πρόσωπο του αυτή τη στιγμή.


Πέθανα από τα γέλια. Εάν δεν ήταν μπροστά μου το τραπέζι, θα έπεφτα στο πάτωμα από το πολύ γέλιο. Τα μάτια μου άρχισαν να υγραίνουν ενώ το στομάχι μου άρχισε να με πονάει. «Είμαστε αλμυροί από τη θάλασσα- γιαμ! Θα κάνω ένα μπάνιο και να το ξεπλύνω».


Το δωμάτιο μας και το μπάνιο ήταν χωρισμένα με ένα τεράστιο γυάλινο τοίχο. Ήταν θολωμένος μόνιμα ώστε να έχεις λίγη ιδιωτική ζωή. Μπορούσες να δεις μόνο μια σιλουέτα του ατόμου στην άλλη πλευρά. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ο Τζέικομπ με ακολούθησε μέσα στο δωμάτιο. Αφαίρεσα τα υπόλοιπα μου ρούχα μέσα στο μπάνιο ελπίζοντας ότι δεν έβλεπε ο Τζέικομπ-παρόλο που ήξερα ότι το έκανε. Δεν γύρισα για να μάθω. Μόλις μπήκα στο ντους ήμουν εντελώς αόρατη.


Το σαμπουάν και το σαπούνι με περίμεναν ήδη. Έτριψα τον εαυτό μου με σαπούνι από καρύδα και έπλυνα τα μαλλιά μου με σαμπουάν από καρύδα. Μύριζε απίστευτα. Έκανα ένα γρήγορο ντους αφού δεν άντεχα να είμαι μακριά από τον Τζέικομπ.


Βγήκα γρήγορα έξω από το ντους και σκουπίστηκα. Ακόμη έτρεχε νερό από πάνω μου όταν μπήκα ξανά μέσα στο δωμάτιο μας. Ο Τζέικομπ στεκόταν δίπλα στη συρόμενη πόρτα στο δωμάτιο μας. Όταν βγήκα έξω από το μπάνιο ο Τζέικομπ γύρισε και με κοίταξε. Ήταν το ίδιο βλέμμα με την τελευταία φορά που βγήκα έξω από το μπάνιο μόνο με την πετσέτα μου.


 Ήθελα να του κάνω επίδειξη μόνο για την πλάκα. Ήθελα να μπορώ να γελάσω με αυτό όμως δε νομίζω ότι ο Τζέικομπ θα καταλάβαινε το ίδιο πράγμα αν το έκανα αυτό. Χαμογέλασα απλώς με τις σκέψεις μου ενώ πήγα κοντά του και του έδωσα μια κλωτσιά στον πισινό για να τον συνεφέρω. «Πήγαινε για ντους αλμυρέ μου σύζυγε! Θα περιμένω».


Κατευθύνθηκε προς την πόρτα του μπάνιου ενώ ένα από τα χέρια του έπιασε την άκρη της πετσέτας μου. Την τράβηξε απαλά ενώ απομακρυνόταν. Τσίριξα παιχνιδιάρικα ενώ την τράβηξα πίσω. Ο Τζέικομπ δεν γύρισε πίσω. Τον άκουσα να γελάει ενώ μπήκε μέσα στο ντους.


Πήγα κοντά στην βαλίτσα μου που ήταν πάνω στον πάγκο. Άνοιξα το φερμουάρ και βρήκα μια σημείωση πάνω από τα υπόλοιπα πράγματα που έλεγε:


«Έτσι ακριβώς έμοιαζε η βαλίτσα της μαμάς σου στο ταξίδι του μέλιτος της. Πρόσθεσα κάποια συνηθισμένα πράγματα απλώς επειδή το ήθελε η Μπέλλα. Ελπίζω να απολαμβάνεται το χρόνο σας μαζί. Θα σας δούμε σύντομα.


Θα σ’ αγαπώ για πάντα: Θεία Άλις»


Έπιασα το πρώτο πράγμα που είδα το οποίο ήταν κάτι μαύρο. Το τράβηξα έξω αργά